Ο Αναστάσης Παπαληγούρας και η σπάνια αρετή της εντιμότητας

Η Κορινθία αποχαιρετά τον Αναστάση Παπαληγούρα. Και μαζί του αποχαιρετά κάτι που στην πολιτική μας ζωή μοιάζει σχεδόν απίθανο: έναν άνθρωπο που δεν μπέρδεψε ποτέ το αξίωμα με το δικαίωμα. Έναν δημόσιο άνδρα που δεν χρησιμοποίησε την εξουσία ως άλλοθι, ούτε την παράταξη ως προίκα. Έναν πολιτικό που δεν χρειάστηκε να υψώσει τη φωνή για να επιβληθεί, γιατί τον πρόδιδε η σιωπηλή ισχύς της συνέπειας.

Γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα και ήταν γιος του Παναγή Παπαληγούρα, εκ των επιδραστικότερων πολιτικών της μεταπολεμικής Ελλάδας και σημαίνον στέλεχος της ΕΡΕ και της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αναστάσης μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική υπήρχε ως ύψιστη υποχρέωση και ευθύνη. Όμως δεν έζησε ποτέ ως «επώνυμος κληρονόμος». Έφτιαξε τη δική του διαδρομή. Και το πιο ουσιαστικό είναι ότι τίμησε το οικογενειακό όνομα όχι με προνόμια, αλλά με τον χαρακτήρα του.

Σπούδασε Νομική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου. Την περίοδο 1976 έως 1977 διετέλεσε Πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ. Στις εκλογές του 1981 εξελέγη για πρώτη φορά Βουλευτής Κορινθίας με τη Νέα Δημοκρατία. Επανεξελέγη το 1985, το 1993, το 1996, το 2000, το 2004 και το 2007. Υπηρέτησε ως Υπουργός Δικαιοσύνης από το 2004 έως το 2007 και ως Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής από το 2008 έως το 2009, στις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή. Σε θέσεις όπου πολλοί αλλάζουν ύφος και μέτρο, εκείνος κράτησε τη γνωστή του γραμμή. Χαμηλούς τόνους, δουλειά, σοβαρότητα.

Τον γνώριζα για πολλά χρόνια και είχα την τιμή να σταθώ δίπλα του, ακόμη και ως εθελοντής στις τρεις τελευταίες εκστρατείες του. Εκεί, στην πρακτική πολιτική, μακριά από τα στούντιο και φώτα, φαινόταν το σπάνιο μέταλλο του ανθρώπου. Ήταν βαθιά διαβασμένος, με νηφάλιο λόγο, με χάρισμα και με πάθος για την Κορινθία του, όχι μόνο ως εκλογική περιφέρεια, αλλά ως κοινότητα ανθρώπων που αξίζουν προκοπή, έργο, και δικαιοσύνη.

Άφησε πίσω του και βιβλία, ως ίχνος ενός νου που δεν αρκέστηκε στο εφήμερο της επικαιρότητας: «Η Ευρώπη των Δέκα», «Κείμενα Αμφισβήτησης», «Περί Διαφθοράς ή η χαμένη τιμή της πολιτικής», «Πολιτεία Δικαίου». Και βέβαια τα «Νεοκλασικά ακροκέραμα», των οποίων η μελέτη αποτελούσε μια από τις πιο αγαπημένες του ασχολίες γιατί φανέρωνε τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα: με προσοχή στη λεπτομέρεια, με σεβασμό στο αποτύπωμα του χρόνου, με αίσθηση ότι η δημόσια ζωή δεν είναι μόνο διαχείριση, αλλά και φροντίδα.

Αν έπρεπε να συμπυκνώσει κανείς το πολιτικό του στίγμα σε λίγες γραμμές, θα το έβρισκε όχι σε συνθήματα, αλλά στις λέξεις του. Στο «Περί Διαφθοράς ή η χαμένη τιμή της πολιτικής» μίλησε όπως σπάνια μιλούν οι πολιτικοί, χωρίς άμυνες και χωρίς να κρύβονται πίσω από την ξύλινη γλώσσα των ανακοινώσεων. Εκεί είναι ο Παπαληγούρας στην πιο καθαρή του μορφή:

«Δεν μιλώ ως πολιτικός. Μιλώ ως πολίτης. Μιλώ με την οργή ενός απλού Έλληνα, που αρνείται να συμφιλιωθεί με μια ορισμένη νοοτροπία, μια ορισμένη λειτουργία, μια ορισμένη Ελλάδα. Αρνούμαι να συμφιλιωθώ με έναν τόπο όπου ανενόχλητα δρα ένα καθεστώς διαπλεκόμενης νομής, εκτεταμένης διαφθοράς, αναξιοκρατίας και αποτελμάτωσης. Αρνούμαι να συμφιλιωθώ με την Ελλάδα της ευκολίας, της προχειρότητας, της αρπαχτής, της ασυνειδησίας, την Ελλάδα των ημετέρων και των επιτηδείων. Το ναυαγισμένο αυτό -από προϊούσα σήψη- σύστημα κυριαρχίας τούτου του τόπου έχει ανυπολόγιστο κόστος σε χαμένες ευκαιρίες, σπαταλημένες δυνατότητες, αναξιοποιητικές προοπτικές. Η Ελλάδα αυτή, κυριολεκτικά, δεν μπορεί να επιβιώσει στον σύγχρονο κόσμο»

Δεν χρειάζεται κανείς να συμφωνεί σε όλα για να αναγνωρίσει το ήθος πίσω από αυτή τη φωνή. Αυτό ήταν το σταθερό του γνώρισμα. Μια εντιμότητα που δεν ήταν πόζα, αλλά καθημερινή πειθαρχία. Μια άρνηση να πατήσεις τον άλλον για να ανέβεις. Μια επιλογή να χτίζεις, όταν οι γύρω σου γκρεμίζουν.

Γι’ αυτό και η απώλειά του πονάει διπλά. Όχι μόνο επειδή φεύγει ένας άνθρωπος με διαδρομή, αλλά επειδή φεύγει ένα πρότυπο, τουλάχιστον για εμάς που καταγόμαστε από την Κορινθία και τον γνωρίσαμε καλά.
Θερμά συλλυπητήρια στην κόρη του Λένα και στην οικογένειά του.