Στο Λος Άντζελες, στα φετινά Grammys, η σκηνή έμοιαζε βγαλμένη από καλοστημένη παράσταση πολιτικής κατήχησης. Φώτα, κάμερες, χειροκροτήματα, ένα ακροατήριο που ξέρει πότε πρέπει να σηκωθεί όρθιο. Η Μπίλι Άιλις, ανέβηκε να παραλάβει το βραβείο για το Song of the Year μαζί με τον αδελφό της, τον Φινέας. Φορούσαν καρφίτσες με σύνθημα «ICE Out». Πήρε το μικρόφωνο και, ανάμεσα σε ευχαριστίες και συγκίνηση, πέταξε τη φράση που άναψε την πυρκαγιά: «κανείς δεν είναι παράνομος σε κλεμμένη γη».
Και έκλεισε με ένα «fuck ICE», που στην τηλεοπτική μετάδοση κόπηκε ή καλύφθηκε, αλλά επιβεβαιώθηκε από ρεπορτάζ. Το στάδιο αντήχησε από επευφημίες. Κι έπειτα, η νέα ηρωίδα της προόδου πάει σπίτι της.
Σε ένα σπίτι αξίας εκατομμυρίων, σε μια βίλα στην ευρύτερη περιοχή του Λος Άντζελες που φυλάσσεται από ιδιωτικές υπηρεσίες ασφαλείας, πάνω ακριβώς σε γη που ανήκε στους ιθαγενείς που μνημόνευσε στα Grammys.Η επίμαχη φράση της δεν είναι απλώς μια αδέξια υπερβολή.
Είναι συμπύκνωση του βαθύτερου μίσους της σύγχρονης αριστεράς προς τον δυτικό πολιτισμό. Διότι όταν λες «κλεμμένη γη», δεν κάνεις μια ιστορική παρατήρηση.
Ακυρώνεις την ίδια τη νομιμοποίηση της πολιτικής κοινότητας. Ακυρώνεις τα σύνορα, την κυριαρχία, το κράτος δικαίου, την έννοια του πολίτη. Και μαζί ακυρώνεις ό,τι έκανε τη Δύση διαφορετική: τη μετάβαση από τη φυλή και τη βία σε θεσμούς, συμβόλαια, δικαιώματα, ατομική ελευθερία.
Η Δύση είναι το μέρος όπου η νομιμότητα δεν είναι προέκταση της φυλετικής καταγωγής αλλά αποτέλεσμα κανόνων που, τουλάχιστον ως ιδανικό, ισχύουν για όλους. Όταν η Μπίλι βαφτίζει όλη τη χώρα «κλοπή», δεν χτυπά μια αδικία. Χτυπά την ίδια την ιδέα ότι υπάρχει νόμιμη τάξη πραγμάτων, άρα και υποχρεώσεις. Είναι ο παλιός μηδενισμός, απλώς ντυμένος με pop αισθητική.
Και μετά έρχεται η υποκρισία, το μόνιμο συνοδευτικό του. Η Άιλις δεν μιλά από κάποιο εργοτάξιο. Μιλά από την πιο ακριβή σκηνή του πλανήτη, σε μια βιομηχανία που τρέφεται από ιδιωτική ιδιοκτησία, συμβόλαια, αγορές, ασφάλεια, και προστασία πνευματικών δικαιωμάτων. Το σύστημα που την έκανε πλούσια και πανίσχυρη είναι δυτικό. Αυτή είναι η βασική αντίφαση της κουλτούρας του Χόλιγουντ της τελευταίας εικοσαετίας: χτίζει παλάτια πάνω στην ελευθερία της Δύσης και μετά φτύνει το θεμέλιο που τα κρατά όρθια.
Εδώ ταιριάζει η φράση του Χάγιεκ: «Ο σοσιαλισμός δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά αρχικά κίνημα της εργατικής τάξης». Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο σοσιαλισμός γεννήθηκε πρώτα ως ιδέα των μορφωμένων, των διανοουμένων, των δήθεν πεφωτισμένων, και μετά «κατέβηκε» προς τα κάτω ως ηθικό κήρυγμα. Σήμερα το ίδιο μοτίβο το βλέπεις σε HD. Δεν το σπρώχνει ο εργάτης στο εργοτάξιο. Το σπρώχνει η celebrity στο κόκκινο χαλί, ο σεναριογράφος στο writers’ room, η Μπίλι Άιλις στα Grammys.
Η ιδιοφυΐα αυτής της ιδεολογίας είναι ότι λειτουργεί χωρίς κόστος. Η «επαναστατική» δήλωση γίνεται σε ασφαλές περιβάλλον, σε κοινό που επιβραβεύει, ενώ οι συνέπειες των ιδεών πέφτουν αλλού.
Ο μέσος άνθρωπος πληρώνει σύνορα που δεν φυλάσσονται, νόμους που δεν εφαρμόζονται, πόλωση που μεγαλώνει, και κοινωνική δυσπιστία που δηλητηριάζει τα πάντα. Η celebrity, αντίθετα, συνεχίζει να ζει μέσα χλιδάτη βίλα της με έναν στρατό επικοινωνιολόγων, δικηγόρων, λογιστών, και σωματοφυλάκων να την προστατεύουν από όλα τα δεινά που αντιπροσωπεύει. Κατήχηση για τους πολλούς, προστασία για τους λίγους.
Το πιο αστείο είναι ότι οι καλλιτέχνες πιστεύουν πραγματικά πως το ακροατήριο που κέρδισαν με το ταλέντο τους προσθέτει κάποιου είδους μεταφυσική βαρύτητα στις πολιτικές απόψεις τους.
Δεν τους τη δίνει. Η πολιτική εκμετάλλευση της πλατφόρμας τους δείχνει κυρίως κάτι άλλο: πόσο ανίκανοι είναι να διαχειριστούν την επιτυχία, τον πλούτο και τη φήμη τους χωρίς να καταφύγουν στο πιο εύκολο ναρκωτικό, την ηθική επίδειξη.
Αντί να δημιουργούν, νουθετούν. Αντί να φωτίζουν τον άνθρωπο με την τέχνη και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο τους, τον ταξινομούν σε κατηγορίες αρετής και αμαρτίας. Και το κάνουν με την αυτοπεποίθηση ενός ιερέα που δεν λογοδοτεί σε κανέναν.
Η ελευθερία του λόγου τους ανήκει, φυσικά. Αλλά η κοινωνία δεν έχει καμία υποχρέωση να τους παίρνει στα σοβαρά. Ο πολίτης έχει δικαίωμα να τους κρίνει, να τους αγνοήσει, να τους απαντήσει. Και η πιο υγιής απάντηση, η πιο ειλικρινείς και απαραίτητη στις μέρες μας, είναι: Μπίλι, σκάσε και τραγούδα.
