Για δεκαετίες το ελληνικό όνειρο ήταν απλό. Δώσε Πανελλήνιες, μπες σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο, πάρε ένα πτυχίο, βρες μια θέση στο Δημόσιο και κλείδωσε τη ζωή σου. Αυτό δεν ήταν απλώς μια εκπαιδευτική διαδρομή. Ήταν ο πυρήνας ενός ολόκληρου κοινωνικού συμβολαίου. Και μέσα του βρίσκονται σχεδόν όλες οι παθογένειες που κράτησαν τη χώρα πίσω.
Μια κοινωνία χαμηλής εμπιστοσύνης έψαχνε πάντα ένα εύκολο, τυπικό, απρόσωπο κριτήριο για να μοιράζει κύρος, ευκαιρίες και ασφάλεια. Το βρήκε στο πτυχίο του δημόσιου πανεπιστημίου. Όχι στην πραγματική γνώση. Όχι στην απόδοση. Όχι στην εργατικότητα. Όχι στην κρίση των ανθρώπων που γνωρίζουν ένα επάγγελμα. Στο χαρτί. Στη σφραγίδα. Στην κρατική πιστοποίηση. Έτσι η ανώτατη εκπαίδευση δεν λειτούργησε ως μηχανισμός δημιουργίας αξίας, αλλά ως μηχανισμός κοινωνικής διαλογής.
Αυτό είχε βαρύ οικονομικό κόστος. Όταν μια χώρα μαθαίνει στα πιο φιλόδοξα παιδιά της ότι η μεγάλη επιτυχία είναι μια θέση στο κράτος, δεν επενδύει στην παραγωγή. Δεν επενδύει στην καινοτομία. Δεν επενδύει στο επιχειρείν. Επενδύει στην ουρά. Στην αναμονή. Στην εξεταστική φάμπρικα. Στην αποστήθιση. Στην εξασφάλιση. Το μήνυμα ήταν σαφές. Μη ρισκάρεις. Μη δημιουργείς. Μη βγεις στην αγορά να αποδείξεις τι αξίζεις. Πέρνα σε μια σχολή και μετά ψάξε έναν ασφαλή μηχανισμό απορρόφησης. Αυτό δεν είναι συνταγή προόδου. Είναι συνταγή στασιμότητας.
Το πιο ειρωνικό είναι ότι η ίδια κοινωνία που θεοποίησε το δημόσιο πτυχίο έκανε επί χρόνια πως δεν καταλαβαίνει κάτι πολύ απλό. Τα πτυχία κρίνονται πρώτα απ’ όλα από άλλους θεσμούς γνώσης και από την αγορά, όχι από την κρατική μεταφυσική που τους αποδίδουμε εμείς. Απόφοιτοι ελληνικών κολεγίων, τους οποίους η ιδεολογική τυπολατρεία του άρθρου 16 αντιμετώπισε σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, συνέχισαν σπουδές σε κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η πραγματικότητα τούς δικαίωσε. Η ελληνική καχυποψία εκτέθηκε.
Αυτό ακριβώς αποκαλύπτει και η 7 ανθρωποφαγία κατά του Μακάριου Λαζαρίδη. Δεν είναι μόνο ηθικός πανικός. Είναι η παλιά ελληνική εμμονή με το τυπικό προσόν. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος εξαντλείται στον τίτλο του. Ότι η αξία του μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα χαρτί που απέκτησε στα είκοσι δύο του. Πρόκειται για βαθιά αντιφιλελεύθερη αντίληψη. Γιατί ο φιλελευθερισμός βλέπει το άτομο ως διαρκώς εξελισσόμενο ον, όχι ως φάκελο.
Στην πραγματική οικονομία, άλλωστε, η αξία ενός ανθρώπου δεν μένει παγωμένη στον χρόνο. Ένας επαγγελματίας πενήντα ετών δεν αξιολογείται σοβαρά από το πού σπούδασε πριν τριάντα χρόνια, αλλά από το τι έχει κάνει έκτοτε. Από τις αποτυχίες που ξεπέρασε. Από τις ομάδες που διοίκησε. Από τα προβλήματα που έλυσε. Από τους πελάτες που κράτησε. Από την ευθύνη που σήκωσε όταν τα πράγματα πήγαν στραβά. Η αγορά, όταν λειτουργεί σωστά, είναι πολύ πιο απαιτητική και πολύ πιο δίκαιη από τη γραφειοκρατική λατρεία των τίτλων. Δεν σε ρωτά μόνο τι δήλωσες ότι είσαι. Σε ρωτά τι μπορείς να παραδώσεις.
Αυτό ακριβώς δεν καταλάβαμε ποτέ. Νομίζαμε ότι το πτυχίο είναι ταυτότητα. Δεν είναι. Είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αφετηρία. Ένα πρώτο σήμα. Μερικές φορές χρήσιμο, συχνά υπερεκτιμημένο, ποτέ αρκετό. Μια ώριμη κοινωνία δεν χτίζει κλειστές ιεραρχίες πάνω σε πανεπιστημιακά τοτέμ. Ανοίγει την ανώτατη εκπαίδευση στον ανταγωνισμό, εμπιστεύεται την αξιολόγηση στην πράξη και επιτρέπει στους ανθρώπους να κερδίζουν την αξία τους ξανά και ξανά. Η Ελλάδα έκανε το αντίθετο. Και ύστερα απορεί γιατί έχει λίγα πανεπιστήμια κύρους, λίγη κοινωνική εμπιστοσύνη και ακόμη λιγότερη οικονομική αυτοπεποίθηση.
