Ένα «λυμένο» δικαίωμα που κανείς δεν ξέρει να υπερασπιστεί

Για μια ακόμη φορά, η δημόσια συζήτηση για τις αμβλώσεις στην Ελλάδα τελείωσε πριν καν αρχίσει. Η Μαρία Καρυστιανού είπε ότι οι αμβλώσεις είναι ζήτημα δημόσιας διαβούλευσης και ότι η κοινωνία πρέπει να αποφασίσει. Δεν πρόλαβε να περάσει ούτε μια εβδομάδα από το προηγούμενο άρθρο που της αφιέρωσε η στήλη και ήδη βιώνει τα δεινά της κομματικής πολιτικής. Τα κόμματα, τα ΜΜΕ, οι δικαιωματιστές και οι ακτιβιστές της επιτέθηκαν με μένος.

Το εντυπωσιακό δεν είναι η αντίδραση ενός προσώπου, αλλά ομοφώνως σχεδόν όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Από την κυβέρνηση μέχρι την αντιπολίτευση, η γραμμή ήταν ίδια: «το θέμα είναι λυμένο», «το δικαίωμα είναι αδιαπραγμάτευτο», «δεν συζητάμε τα αυτονόητα». Αν κάποιος παρακολουθούσε μόνο τις ανακοινώσεις, θα νόμιζε ότι ζει σε μια χώρα όπου η κοινωνία έχει κάνει εδώ και δεκαετίες μια βαθιά, ώριμη, φιλοσοφική συζήτηση για τις αμβλώσεις. Δεν έχει.

Οι περισσότεροι υπερασπιστές του δικαιώματος στις αμβλώσεις μιλούν σαν να υπάρχει στην Ελλάδα απόλυτο δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματος. «Το σώμα μου, η επιλογή μου», «αυτοδιάθεση των γυναικών» και άλλα τέτοια τσιτάτα είχαν την τιμητική τους αυτές τις μέρες. Αν αυτά ίσχυαν, τότε μια γυναίκα θα μπορούσε να αποφασίσει για άμβλωση ακόμη και μία μέρα πριν τον τοκετό. Όμως ο ελληνικός νόμος δεν λέει αυτό. Επιτρέπει ελεύθερα την άμβλωση μέχρι τη 12η εβδομάδα, υπό προϋποθέσεις μέχρι τη 19η ή τη 24η, και μετά την απαγορεύει εκτός αν κινδυνεύει σοβαρά η ζωή ή η υγεία της γυναίκας. Η ίδια η νομοθεσία βάζει σαφή, αυστηρά όρια στην «ιδιοκτησία» πάνω στο σώμα. 

Επομένως, κάτι δεν ταιριάζει. Ή το κράτος δεν αναγνωρίζει στην πράξη αυτό το απόλυτο δικαίωμα που επικαλούνται τα κόμματα και οι δικαιωματιστές ή τα κόμματα απλώς παπαγαλίζουν συνθήματα που δεν αντιστοιχούν στο θεσμικό πλαίσιο της χώρας μας. Και στις δύο περιπτώσεις, η υπεράσπιση του δικαιώματος είναι θεωρητικά διάτρητη. Αν αύριο κάποιος θελήσει να το περιορίσει, θα βρει απέναντί του πολιτικές δυνάμεις που δεν μπορούν να εξηγήσουν ούτε τι ισχύει, ούτε γιατί.

Κι εδώ βρίσκεται το κεντρικό μας πρόβλημα: οι Έλληνες, τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια, δεν έχουμε κάνει ποτέ σοβαρή κουβέντα για τις αμβλώσεις. Δεν έχουμε συζητήσει ως κοινωνία πότε θεωρούμε ότι αρχίζει η ηθική υπόσταση του εμβρύου. Δεν έχουμε αναμετρηθεί με το γιατί για τις δώδεκα εβδομάδες λέμε «ναι» χωρίς αιτιολόγηση, για τις δεκαεννέα λέμε «ναι» μόνο αν υπάρχει βιασμός, ενώ για τις είκοσι πέντε λέμε «όχι» εκτός αν κινδυνεύει η μητέρα. Δεν έχουμε αποφασίσει αν βλέπουμε την άμβλωση ως έκφραση αυτονομίας, ως αναγκαίο κακό, ως ιατρική πράξη ή ως ηθικό δίλημμα που ανεχόμαστε με βαριά καρδιά.

Εννοείται πως και η άλλη πλευρά δεν είναι καλύτερη. Οι «pro life» φωνές στην Ελλάδα ουδέποτε παρουσίασαν μια συνεκτική, κοσμική επιχειρηματολογία. Συχνά καταφεύγουν σε κηρύγματα, ενοχοποίηση των γυναικών και συνθήματα που παραπέμπουν σε άλλες δεκαετίες (μερικές φορές και χιλιετίες). Δεν απαντούν πειστικά τι θα έκαναν σε περιπτώσεις βιασμού, βαριών ανωμαλιών του εμβρύου ή κινδύνου για τη ζωή της μητέρας. Αυτή η αδυναμία τους θεωρώ πως είναι ίσως ο βασικός λόγος που δεν έχει εμφανιστεί μέχρι σήμερα μια σοβαρή, συστηματική προσπάθεια για συνολική ανατροπή του ισχύοντος καθεστώτος.

Πριν χρόνια, ένα πολύ αγαπημένο και βαθιά φιλελεύθερο άτομο μού είπε ευθαρσώς ότι ήταν κατά του Civil Rights Act, της νομοθεσίας που κατήργησε τις φυλετικές διακρίσεις στις ΗΠΑ. «Δηλαδή», τον ρώτησα, «είσαι κατά της ισότητας και της ισονομίας;» «Όχι», μου απάντησε. «Απλά να θυμάσαι πάντα ότι τα δικαιώματα που δίνονται με νομοθεσίες, με νομοθεσίες καταργούνται. Εγώ θέλω η ισότητα να μην είναι ποτέ υπό διαπραγμάτευση και γι’ αυτό θεωρώ λάθος το Civil Rights Act». Διαφωνεί κανείς ή συμφωνεί με αυτό το σκεπτικό, δύσκολα ξεχνά το συμπέρασμα: ό,τι θεμελιώνεται μόνο σε έναν νόμο, δεν είναι ποτέ πραγματικά «λυμένο».

Αυτό ισχύει και για τις αμβλώσεις στην Ελλάδα. Το δικαίωμα δεν κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα. Εδράζεται σε έναν συγκεκριμένο νόμο και σε γενικές αρχές. Ένας νόμος το θέσπισε, ένας νόμος μπορεί να το περιορίσει, να το επεκτείνει ή να το καταργήσει. Όταν λοιπόν όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα σπεύδουν να δηλώσουν ότι «δεν συζητάμε» ένα τέτοιο θέμα, δεν το προστατεύουν. Το εκθέτουν. Ομολογούν ότι δεν εμπιστεύονται ούτε τη θεωρητική τους επάρκεια ούτε τη δυνατότητα της κοινωνίας να σταθεί απέναντι σε δύσκολα ερωτήματα.

Δεν παίρνω εδώ θέση υπέρ ή κατά των αμβλώσεων. Επισημαίνω κάτι πιο βασικό: μια κοινωνία που δεν μπορεί να εξηγήσει με καθαρά επιχειρήματα γιατί έχει το καθεστώς που έχει, δεν μπορεί να το υπερασπιστεί όταν αυτό αμφισβητηθεί. Σήμερα, το δικαίωμα στην άμβλωση μοιάζει ασφαλές στην Ελλάδα όχι επειδή το στηρίζουμε με ώριμη, φιλελεύθερη σκέψη, αλλά επειδή και οι αντίπαλοί του είναι θεωρητικά και οργανωτικά ανέτοιμοι. Αυτό όμως μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή.