8ος χρόνος, ημέρα 2278η
Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2022

Τι θέλουν να πουν για τον ποιητή;

Τι θέλουν να πουν για τον ποιητή;
Shutterstock

Ακόμα και αν είστε φανατικός αναγνώστης της ποίησης, σας ενδιαφέρει ελάχιστα κατά πόσον ο Γιάννης Ρίτσος είχε ή δεν είχε αδερφό που τον λέγανε Μανώλη. Το ίδιο και αν ο Γιώργος Σεφέρης γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου ή [sic!] στις 13 Μαρτίου του 1900. Μάλλον αδιαφορείτε αν ο Οδυσσέας Ελύτης δεν εγκατέλειψε τις σπουδές του για να υπηρετήσει τη θητεία του, αλλά επειδή είχε ήδη στραφεί προς τα Γράμματα. Αν όμως όλα αυτά τα παρουσιάζει μία βάση δεδομένων που ανήκει στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού και χρηματοδοτείται αδρά, μάλλον υπάρχει πρόβλημα. Διότι οι καταγραφές οφείλουν και να είναι πλήρεις και να είναι ακριβέστατες.

Βρίθει λαθών, δυστυχώς, ως προς τα βιογραφικά των λογοτεχνών η ηλεκτρονική βάση δεδομένων του Ιδρύματος, η οποία φέρει την ονομασία Βιβλιonet. Μια απλή αντιπαραβολή με βιογραφικά και χρονολόγια των ποιητών από άλλες πηγές (πχ λογοτεχνικά περιοδικά) θα έλυνε το πρόβλημα. Ακατανόητο γιατί δεν έγινε και πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσα ανεπίτρεπτα λάθη σε μια βάση δεδομένων την οποία, ας πούμε συμβουλεύονται οι μαθητές για τις εργασίες τους. Τέτοια και τόσα λάθη και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού δεν έχει πάρει χαμπάρι;

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο γενάρχης της ποίησής μας, δεν γεννήθηκε «από αριστοκρατική οικογένεια» όπως γράφουν οι συντάκτες του βιογραφικού του και ξεμπερδεύουν. Ναι, ο πατέρας του, ήταν κόντες. Η μάνα του όμως, ήταν υπηρέτρια, δηλαδή μια απλή γυναίκα του λαού. Από αυτή τη σχέση (γάμος έγινε αργότερα) ο εθνικός μας ποιητής είχε την οικονομική άνεση να σπουδάσει στην Ιταλία και να διαβάζει διαρκώς ξένα έντυπα και βιβλία σχετικά κυρίως με τη λογοτεχνία. Είχε όμως και μια μάνα που μιλούσε τη γνήσια γλώσσα του λαού και την πήρε ατόφια. Αυτό το μέγα χαρακτηριστικό της ποίησής του, έχει περάσει απαρατήρητο.

Ούτε νύξη δεν υπάρχει για τη σχέση του Σολωμού με την Επανάσταση του 1821. Ούτε καν μνημονεύεται από πού έχει εμπνευστεί ο ποιητής το έργο του «Υμνος εις την ελευθερίαν», ούτε, έστω, αναφέρεται πως τα δύο πρώτα τετράστιχα αποτελούν τους στίχους του εθνικού μας ύμνου. Πώς αναφέρεται η σύνθεση στο βιογραφικό του; Σαν «Ύμνος εις την Ελευθερία». Τώρα, θα πείτε ένα μικρό έψιλον και ένα τελικό νι μας μάρανε;

Ας μην πούμε για τα ημιτελή έργα του, όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», έργο που τον απασχόλησε στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του, σύμφωνα με τον Ευριπίδη Γαραντούδη. Ούτε λέξη για τα θεία σπαράγματα που κατέλειπε, ούτε αναφορά στον Πολυλά που συγκρότησε τα Απαντά του σε σώμα.

Τέλος, στερείται κάθε δημιουργικότητας η καταληκτική φράση: «Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ο Σολωμός ως ποιητής απέκτησε φήμη από τα νεανικά του χρόνια και ότι με το πέρασμα των δεκαετιών το ποιητικό του έργο δεν ξεπεράστηκε» για εκείνον που, όπως προαναφέραμε, είναι ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης.

Διαβάζεις για τον Κ. Καβάφη και εκτός από την έλλειψη αναφορών στο πώς επηρέασε την ποίηση στον καιρό του, βλέπεις πίσω από τις λέξεις να υπερτονίζονται τα σεξουαλικά χαρακτηριστικά του. Φυσικά η ποίησή του καθορίστηκε από τα πάντα, όμως για τα υπόλοιπα (την ενημέρωσή του για ρεύματα και τάσεις φερ’ ειπείν) κουβέντα.

Έρχεται στο τέλος και μια αναφορά στον.. Mπέρτολντ Mπρεχτ και σε αποτελειώνει. Ο Μπρεχτ λεγόταν Μπέρτολτ, χωρίς «νι» και στη λογοτεχνία είναι ένα όνομα που ανάμεσα σε άλλα, μας κάνει να ξεχωρίσουμε τους αδαείς, που συνήθως τον γράφουν Μπέρτολντ και ας έχουν μαλλιάσει πολλές γλώσσες.

Ο μέσος αναγνώστης μάλλον δεν σκοτίστηκε. Μια επίσημη βάση δεδομένων όμως;

Ας πάμε ξανά στον Ρίτσο, ο οποίος δεν είχε, βεβαίως, αδερφό που να τον λένε Μανώλη. Τον αδερφό του τον έλεγαν Μίμη (Δημήτριο) και πέθανε το 1921, ίδια χρονιά με τη μητέρα του, από φυματίωση, όπως κι εκείνη. Αυτό δεν αναφέρεται στο βιογραφικό. Αναφέρεται όμως πως ο ποιητής τέλειωσε το Σχολαρχείο το 1919 και πήγε στο Γυμνάσιο Γυθείου το 1921. Ο Ρίτσος είχε γεννηθεί το 1909, οπότε θα ήταν πρακτικώς αδύνατο να τελειώσει το Σχολαρχείο δέκα χρόνια μετά. Και αν το είχε τελειώσει τότε, θα πήγαινε αμέσως στο Γυμνάσιο και δεν θα καθόταν στη Μονεμβασία άπραγος.

Τα λάθη στο βιογραφικό του Ρίτσου είναι πάρα πολλά. Γράφεται πως το 1924 το πρώτο του ποίημα παρουσιάστηκε στη Διάπλαση των Παίδων, ενώ πρόκειται για πεζό. Ότι γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας «χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει» ενώ ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν για αυτές τις σπουδές και γράφτηκε ώστε να έχει φοιτητικό «πάσο» για να είναι με την αδερφή του Λούλα και φίλους τους σε διάφορους χώρους όπου έμπαιναν ως φοιτητές.

Στο σανατόριο Σωτηρία δεν «έμεινε τελικά για τρία χρόνια» αλλά τρία χρόνια ήταν το ανώτερο επιτρεπτό όριο παραμονής στους ασθενείς Γ θέσης τουλάχιστον. Ακολουθούν ακόμα άπειρα λάθη, τα οποία είναι αδύνατον να απαριθμήσουμε, γιατί θα κουραζόταν ο αναγνώστης. Το συγκεκριμένο βιογραφικό δεν θέλει απλώς διόρθωση, θέλει ξαναγράψιμο.

Όσο για τον Σεφέρη, γεννήθηκε 29 Φεβρουαρίου/ 13 Μαρτίου. Έτσι προσδιορίζουμε τις ημερομηνίες με το παλιό και το νέο ημερολόγιο και όχι με «ή» ενδιάμεσα, σαν να γεννήθηκε ή στις 29 Φεβρουαρίου ή στις 13 Μαρτίου.

Ο ποιητής ήρθε με την οικογένειά του στην Αθήνα από τη Σμύρνη, πριν γίνει η καταστροφή. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στα 1917 και ακολούθησε και πάλι την οικογένειά του, αυτή τη φορά στο Παρίσι. Η μεταφορά έγινε με επιθυμία του πατέρα, Στυλιανού Σεφεριάδη, ο οποίος και προηγήθηκε. Επομένως, δεν ήταν μόνος του, όπως αφήνει να εννοηθεί η βιβλιοnet όταν γράφει: «Κατόπιν θα μεταβεί στο Παρίσι όπου και θα σπουδάσει Νομικά ως το 1924.»

Από τα υπόλοιπα, δεν αναφέρεται πουθενά η σχέση και ο γάμος του με τη Μαρώ Σεφέρη, παρά μονάχα η αλληλογραφία τους. Σωστά αναφέρονται τα δοκίμιά του, με τίτλο «Δοκιμές» (που όμως δεν παρατίθεται) στα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία. καθώς σε αυτά «ανέπτυσσε τις απόψεις του για τα σύγχρονά του προβλήματα της γλώσσας και λογοτεχνίας.» Αλλά, στο βιογραφικό του Ελύτη, τα δικά του δοκίμια περνούν απαρατήρητα, ως «πεζά».

Ας σταματήσουμε εδώ, αναμένοντας ποιος θα αποφασίσει να ξανακοιτάξει όλο το υλικό και να επιφέρει τις αναγκαίες διορθώσεις. Θα συνιστούσαμε να κοιτάξει και τους καταλόγους των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων. Είναι απαράδεκτο να παρουσιάζονται βραβεία από το 1990 και μετά, ενώ ο θεσμός μετρά πολλές δεκαετίες πριν. Σιγά το δύσκολο, να γίνει μια προσθήκη…