Tim Weaver, «Ραγισμένη καρδιά» μτφρ. Κυριάκος Γιαλένιος, εκδ. Bell, σελ. 456
Το Ραγισμένη καρδιά εντάσσεται στη μακρά σειρά μυθιστορημάτων του Τιμ Γουίβερ με πρωταγωνιστή τον Ντέιβιντ Ρέικερ, έναν ερευνητή αγνοουμένων προσώπων. Ο Γουίβερ αξιοποιεί τη φόρμα του crime fiction ως όχημα για να μιλήσει για την απουσία, τη μνήμη, την ψυχική φθορά και, κυρίως, για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες διαχειρίζονται εκείνους που «χάνονται» χωρίς ίχνη.
Ο Τιμ Γουίβερ ανήκει στη γενιά Βρετανών συγγραφέων που απομακρύνθηκαν συνειδητά από το κλασικό αστυνομικό μοτίβο του εγκλήματος-γρίφου. Στη σειρά με τον Ντέιβιντ Ρέικερ, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στην εξαφάνιση ως κοινωνικό και υπαρξιακό γεγονός. Η αφήγηση αφορά μια απουσία που αφήνει πίσω της ανθρώπους σε αναμονή, σε ενοχή, σε μετέωρη θλίψη.
Ο Ρέικερ λειτουργεί στα όρια του θεσμικού πλαισίου, συχνά σε σύγκρουση μαζί του. Αυτή η θέση επιτρέπει στον συγγραφέα να εξερευνήσει ένα ηθικά γκρίζο τοπίο, όπου η αλήθεια σπάνια αποκαθίσταται πλήρως και η δικαιοσύνη παραμένει ατελής.
Ο Ρέικερ προβάλλει ως ήρωας βαθιά σημαδεμένος. Το βάρος προέρχεται τόσο από τις υποθέσεις που αναλαμβάνει όσο και από την ίδια τη φύση της δουλειάς του: την καθημερινή συνύπαρξη με το ενδεχόμενο, οι άνθρωποι που ψάχνει να έχουν χαθεί οριστικά. Η ψυχολογία του αποκτά σημαίνοντα ρόλο και συγκροτεί τον κεντρικό άξονα της αφήγησης, αντί για τη διακοσμητική λειτουργία που συχνά συναντάται στο είδος.
Στο Ραγισμένη καρδιά, ο Ρέικερ εμφανίζεται κουρασμένος, εύθραυστος, συχνά κοντά στην κατάρρευση. Η ηρωική του υπόσταση προκύπτει μέσα από την επιμονή να κοιτά κατάματα την ανθρώπινη απώλεια, ακόμη κι όταν αυτή τον διαλύει. Ο Γουίβερ αποφεύγει την εξιδανίκευση. Επιτρέπει στον ήρωα να αμφιβάλλει, να φοβάται, να αποτυγχάνει.
Η κεντρική υπόθεση εξαφάνισης του βιβλίου λειτουργεί λιγότερο ως μηχανισμός σασπένς και περισσότερο ως δομικό τραύμα γύρω από το οποίο οργανώνεται η αφήγηση. Η γυναίκα που χάνεται, το βίντεο που καταγράφει την άφιξή της χωρίς να αποτυπώνει την αποχώρησή της, το τοπίο που μοιάζει να την απορρόφησε - όλα αυτά υπερβαίνουν τον ρόλο απλών στοιχείων πλοκής και αποκτούν συμβολικό βάρος.
Το ενδιαφέρον του Γουίβερ εστιάζει λιγότερο στο «τι συνέβη» και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο μια εξαφάνιση διαλύει τους δεσμούς: οικογένειες παγώνουν στον χρόνο, συγγενείς ζουν σε διαρκή εκκρεμότητα, κοινωνίες σπεύδουν να κλείσουν φακέλους ώστε να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους.
Ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία του Ραγισμένη καρδιά αφορά τη χαρτογράφηση των κοινωνικών προεκτάσεων της εξαφάνισης. Ο Γουίβερ αναδεικνύει την κόπωση των θεσμών απέναντι στις άλυτες υποθέσεις, την αδυναμία της γραφειοκρατίας να διαχειριστεί ό,τι στερείται αποτελέσματος, τη σταδιακή απόσυρση του κοινωνικού ενδιαφέροντος.
Οι αγνοούμενοι μετατρέπονται σε στατιστικά μεγέθη. Οι οικογένειές τους αντιμετωπίζονται ως «προβλήματα χωρίς λύση». Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ρέικερ λειτουργεί σχεδόν ως αντιθεσμική φιγούρα: επιμένει εκεί όπου κυριαρχεί η παραίτηση. Η στάση του πηγάζει λιγότερο από την πίστη στη λύση και περισσότερο από την πεποίθηση ότι η εγκατάλειψη συνιστά την ύστατη μορφή βίας.
Το Ραγισμένη καρδιά είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη. Και η μνήμη μπορεί να είναι μια παρηγοριά. Εδώ όμως περιγράφεται ως βάρος. Οι χαρακτήρες κουβαλούν αναμνήσεις χωρίς δυνατότητα επαλήθευσης, στιγμές που ίσως στερηθούν οριστικά το νόημά τους. Η εξαφάνιση διαρρηγνύει τη συνέχεια της ζωής και αφήνει ιστορίες χωρίς τέλος.
Σε αυτό το σημείο, το μυθιστόρημα αγγίζει έναν βαθύ υπαρξιακό πυρήνα. Η αφήγηση θέτει το ερώτημα της ζωής χωρίς απαντήσεις και της συνέχισης της καθημερινότητας μέσα σε μια παρατεταμένη εκκρεμότητα. Ο Γουίβερ αποφεύγει τις εύκολες λύσεις και αφήνει τον αναγνώστη να κινηθεί εντός αυτής της αβεβαιότητας.
Η γραφή του Γουίβερ χαρακτηρίζεται από λιτότητα και έλεγχο, χωρίς υπερβολικές εξάρσεις. Η ένταση αναπτύσσεται αργά, σχεδόν υπόγεια. Η αφήγηση στηρίζεται σε μια σταθερή ψυχική πίεση που γεννιέται από την επανάληψη της απώλειας και όχι από την εξωτερική δράση.
Η μετάφραση του Κυριάκου Γιαλένιου αποδίδει αυτή τη συγκρατημένη ένταση με καθαρότητα και ροή, αποφεύγοντας την περιττή δραματοποίηση, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο για ένα μυθιστόρημα που στηρίζεται εξίσου στη σιωπή και στη δράση.
Το Ραγισμένη καρδιά υπερβαίνει τα όρια ενός καλογραμμένου crime novel. Συνιστά ένα σκοτεινό, ανθρώπινο βιβλίο για την απουσία, για τα χάσματα που αφήνει πίσω της, για ζωές που συνεχίζονται μετέωρες. Ο Γουίβερ αξιοποιεί τη φόρμα του αστυνομικού για να φέρει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με το ενδεχόμενο ιστοριών που σπάνια κλείνουν οριστικά.
Ένα μυθιστόρημα που προσφέρει αφηγηματική ένταση και ταυτόχρονα υποχρεώνει σε μια παύση, έστω στιγμιαία, απέναντι σε όσα συνήθως επιλέγεται να μείνουν στο περιθώριο της μνήμης.
Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας
