Οι αναμνήσεις ενός (όχι και τόσο) τέλειου γάμου
Shutterstock
Shutterstock

Οι αναμνήσεις ενός (όχι και τόσο) τέλειου γάμου

Τις πληγές των διαζυγίων τους μετρούν, στις σελίδες των  αυτοβιογραφικών αφηγημάτων τους, συγγραφείς όπως η Χάνα Πίταρντ, η Λέσλι Τζέιμισον, η ποιήτρια Μάγκι Σμιθ και η Μπελ Μπέρντεν.

Αναμειγνύοντας γεγονός και μυθοπλασία, αυτές οι δημιουργοί αναμετρώνται όχι μόνο με το δικό τους παρελθόν και μέλλον, αλλά και με  μεγαλύτερες, πιο οικουμενικές εμπειρίες - από τα βάθη της γυναικείας οργής μέχρι τους σπαρακτικούς τρόπους, με τους οποίους, αναπόφευκτα, ξεπερνάμε κάποιους ανθρώπους. Προηγήθηκε το «Heartburn» (1983) της Νόρα Έφρον όπου μιλάει για το τέλος του γάμου της με τον δημοσιογράφο του Γουότεργκεϊτ, Καρλ Μπέρνστιν. Γλυκόπικρα, με κάμποσο θυμό, πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμό, η Έφρον εξιστορεί τα του γάμου της και κυρίως το διαζύγιο της με τον Μπέρνστιν, όταν εκείνος συνήψε ερωτική σχέση με το ταίρι ενός κοινού γνωστού τους, που στην πραγματική ζωή ήταν η σύζυγος- μετέπειτα βαρόνη - του τότε Βρετανού πρέσβη στις ΗΠΑ. Εκείνη τη χρονική στιγμή η δημοσιογράφος, συγγραφέας και σεναριογράφος, που άφησε εποχή, ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

Το «Heartburn» θεωρείται ένα ντοκουμέντο ανάμειξης προσωπικής εμπειρίας με μυθοπλασία (roman à clef), δηλαδή «μυθιστόρημα με κλειδί»-γράφει δηλαδή για πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα με ελαφρά αλλαγή ονομάτων και λεπτομερειών. Όλοι όσοι τους γνώριζαν και διάβασαν το μυθιστόρημα αναγνώρισαν αμέσως τη Νόρα, που έφυγε από τη ζωή το 2012, τον Καρλ και το τέλος του γάμου τους.

Ξένοι μεταξύ τους

«Μυθιστόρημα με κλειδί» σε ένα σκηνικό πλούτου, πολυτέλειας και προνομίων της ελίτ της Νέας Υόρκης, είναι το πολύ πρόσφατο «Strangers» ( Penguin Random House, Ιανουάριος 2026) της  Μπελ Μπέρντεν. Ο σύζυγος βγάζει λεφτά με το τσουβάλι. Η σύζυγος, παρά το επιβλητικό εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, μένει στο σπίτι για να μεγαλώσει τα παιδιά, εγκαταλείποντας την πολλά υποσχόμενη καριέρα της και κατά τα λοιπά περνάει τον χρόνο της σε σχολικά συμβούλια και εθελοντικές δράσεις. Ο σύζυγος κάνει σχέση και εγκαταλείπει σύζυγο και παιδιά. Ο γάμος καταρρέει μέσα σε λίγα λεπτά. 

Τι κάνει η σύζυγος; Γράφει βιβλίο για τον άπιστο και τον χωρισμό τους και σαρώνει. Τα απομνημονεύματα της Μπέρντεν εστιάζουν στον αξιοζήλευτα σταθερό και ευτυχισμένο εικοσαετή γάμο τους. Ο κόσμος του ζευγαριού είναι ένας κόσμος απίστευτων προνομιών. Ζουν σε σπίτια εκατομμυρίων στη Νέα Υόρκη και στο Μάρθας Βίνγιαρντ, έχουν κλειδιά για ιδιωτικές παραλίες, ανήκουν σε ιδιωτικές λέσχες υπερπλουσίων, τα παιδιά τους φοιτούν σε πανάκριβα σχολεία, ζωή χαρισάμενη. Ένας παράδεισος πλούτου, ησυχίας και επιτυχίας. 

Το τέλος του γάμου, όταν έρχεται, είναι γρήγορο και αποφασιστικό: ο Τζέιμς - ο σύζυγος - ζητάει διαζύγιο τα χαράματα, την επομένη της αποκάλυψης μιας εξωσυζυγικής σχέσης. Τη μια μέρα είναι ο άντρας που αγαπά τη γυναίκα του και μόλις αγόρασε ένα εξωφρενικά ακριβό στρώμα για το κρεβάτι τους και την επόμενη, της λέει -με τα μάτια του να στενεύουν σε ένα σχήμα που εκείνη δεν είχε ξαναδεί ποτέ: «Νόμιζα ότι ήμουν ευτυχισμένος αλλά δεν είμαι. Νόμιζα ότι ήθελα τη ζωή μας αλλά δεν τη θέλω». Της λέει ότι εκείνη μπορεί να κρατήσει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της επιμέλειας των παιδιών. «Δεν θέλω τίποτα από αυτά». Ο σύζυγος είναι αποφασισμένος για το απόλυτο ghosting μετά τον χωρισμό. Νοικιάζει ένα δυάρι. Υπνοδωμάτιο και γραφείο. Δεν ενδιαφέρεται καν να διαμορφώσει δωμάτιο για υποδέχεται τα παιδιά. Το σπίτι του είναι αυστηρά εργένικο. 

Η συγγραφέας Μπελ Μπέρντεν δικηγόρος με πτυχίο από το Χάρβαρντ έζησε το τέλος του γάμου της-που φάνταζε ειδυλλιακός-μέσα στο πανικόβλητο φόντο των πρώτων εβδομάδων της πανδημίας. Η Μπελ δεν είναι όποια και όποια. Προέρχεται από οικογένεια με βαθιές ρίζες στην αμερικανική κοινωνία.  Ο πατέρας της, ο Κάρτερ Μπέρντεν, ο πρεσβύτερος, ήταν ένας ευπαρουσίαστος κληρονόμος της δυναστείας των Βάντερμπιλτ. Η μητέρα της, η Αμάντα Μπέρντεν, απόγονος των Μόρτιμερ και των Πέιλι, επιφανών αμερικανικών οικογενειών . Η γιαγιά της ήταν η Μπέιμπ Πέιλι, ένας από τους «κύκνους» του Τρούμαν Καπότε και μία από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της αμερικανικής υψηλής κοινωνίας στα μέσα του 20ού αιώνα.

Κάποιοι είπαν ότι με το βιβλίο παίρνει την εκδίκησή της. Αλλά μάλλον ήταν ένας τρόπος, αν αναλογιστεί κανείς την ηρεμία πριν την καταιγίδα στον γάμο της, να ακουστεί η φωνή της έστω και με τη μορφή θρήνου για μια αγάπη που κομματιάστηκε, τη δύναμη να ξεπεράσει την «προδοσία» και να ξαναβρεί τον εαυτό της. Σήμερα η Μπέρντεν επέστρεψε στην δικηγορία αναλαμβάνοντας pro bono, χωρίς αμοιβή, υποθέσεις μεταναστών.

 Η κορυφαία Αμερικανίδα συγγραφέας Τζόις Κάρολ Όουτς χαρακτήρισε το βιβλίο «μια όμορφα γραμμένη ελεγεία, μια επιμνημόσυνη ωδή, για την απώλεια μιας σχέσης που υπήρξε γεμάτη αγάπη, εμπιστοσύνη και πραγματικά ‘παραδοσιακή’-με την καλύτερη, καθόλου ειρωνική έννοια της λέξης».

Γίναμε πολλοί

Το διαζύγιο πόνεσε πολύ τη συγγραφέα Χάνα Πίταρντ. Όταν έμαθε ότι ο  πρώην σύζυγος της, επίσης συγγραφέας, ετοιμάζει ένα βιβλίο για την ιστορία του διαζυγίου τους, τον πρόλαβε με το δικό της μυθιστόρημα «We Are Too Many». Υπήρχε συνωστισμός... Μόλις το βιβλίο του Άντριου Γιούελ, με τίτλο «Set for Life» κυκλοφόρησε, ένα χρόνο μετά από το δικό της, εκείνη ενοχλήθηκε διότι την παρουσίαζε σαν μια καρικατούρα που την ενδιέφεραν μόνο οι πωλήσεις των βιβλίων της και η εμφάνιση της.

Στην δική της ματιά σε έναν γάμο που πήγε στραβά, η Χάνα Πίταρντ ανακαλεί δέκα χρόνια συνομιλιών, ξεκινώντας από εκείνη στην οποία ανακαλύπτει ότι ο σύζυγός της έκανε σεξ με την χαρισματική καλύτερή της φίλη, την Τρις και στη συνέχεια ξαναπαντρεύτηκε. Το «We Are Too Many» (Henry Holt & Co,2023) εξερευνά τα άσχημα, ακατέργαστα κομμάτια της γυναικείας εμπειρίας, αλλά και τις πολλές, πιο ευχάριστες, δυνατότητες που υπάρχουν όταν ξαναρχίζεις μια ζωή μετά από μια προσωπική καταστροφή.

Η Πίταρντ θέλησε να ξεπεράσει τον χωρισμό ξαναγράφοντας για αυτόν. Αποτέλεσμα είναι το « If You Love It, Let It Kill You» (Henry Holt & Co, 2025) ένα σκοτεινά κωμικό έργο αυτομυθοπλασίας, φυσικά. Το μυθιστόρημα της Πίταρντ δεν είναι αυστηρά αυτοβιογραφικό (μεταξύ άλλων, υπάρχει και μια γάτα που μιλάει), αλλά μεγάλο μέρος του έχει αντληθεί  απροκάλυπτα από τη ζωή της. Στις πρώτες σελίδες, η ηρωίδα- μια συγγραφέας που, όπως η Πίταρντ, ζει στο Λέξινγκτον του Κεντάκι και διδάσκει δημιουργική γραφή -ανακαλύπτει ότι ο πρώην σύζυγός της έχει ενσωματώσει μια μη κολακευτική εκδοχή της στο πρώτο του μυθιστόρημα, και ότι το βιβλίο του περιγράφει τη σχέση του με την καλύτερή της φίλη. Το έπος του γάμου και του διαζυγίου των Γιούελ και Πίταρντ έχει πλέον ξετυλιχθεί στις σελίδες τριών βιβλίων. Δύο της Πίταρντ και ένα του Γιούελ μαζί με μερικά δοκίμια και ένα διήγημα.

Μπορείς να κάνεις αυτό το μέρος όμορφο

Το «You Could Make This Place Beautiful»(Atria/One Signal Publisher, 2024) της Μάγκι Σμιθ είναι μια εξερεύνηση του τι συνέβη στον γάμο της αφού καταξιώθηκε ως ποιήτρια και έγινε ευρέως γνωστή. Ήταν το 2018 και ο σύζυγος της είχε επιστρέψει από ένα επαγγελματικό ταξίδι. Εκείνη αισθάνθηκε μια αλλαγή θερμοκρασίας ανάμεσα τους. Κάτι σαν ψύχρα. Μόλις τον πήρε ο ύπνος  άνοιξε την τσάντα του, ήλπιζε να μην βρει τίποτα, όπου βρήκε μια καρτ ποστάλ. Το όνομα μιας γυναίκας ήταν σημειωμένο στην κάρτα μαζί  με δυο κουβέντες για μια όμορφη βόλτα κι ένα κουκουνάρι. Το κουκουνάρι που είχε δώσει στο παιδί τους. Όπως σχολιάζει ο Guardian «το κουκουνάρι ήταν χειροβομβίδα». 

Μετά την έκρηξη η Σμιθ κατέρρευσε, αλλά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λειτούργησε και άρχισε να γράφει. Το 2020 δημοσίευσε το «Keep Moving: Notes on Loss, Creativity and Change», ένα βιβλίο εμπνευσμένο από τα καθημερινά «σημειώματα προς τον εαυτό της» που μοιραζόταν στα social media κατά τη διάρκεια του διαζυγίου της. Ακολούθησε, το 2021, το «Keep Moving: The Journal», μια πρόσκληση να «χρησιμοποιήσουμε τη θεραπευτική δύναμη της γραφής» για να δούμε την αλλαγή ως «ευκαιρία για μεταμόρφωση». Και το 2024 οι αυτοβιογραφικές εμπειρίες «You Could Make This Place Beautiful» . Το συγκεκριμένο βιβλίο κόστισε αφάνταστα στη Σμιθ. Με την τόση ειλικρίνεια και τρωτότητα. Την στράγγιξε!

Θραύσματα

Η Λέσλι Τζέιμισον είναι η συγγραφέας του αυτοβιογραφικού αφηγήματος με τίτλο «Splinters» (Little Brown, 2024). Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία του διαζυγίου της και των πρώτων χρόνων της ως μητέρα που μεγαλώνει μόνη την κόρη της. Στα προηγούμενα βιβλία της- ανάμεσά τους το «The Empathy Exams» (2014) - η Τζέιμισον χρησιμοποιούσε συχνά υβριδικές φόρμες, συνδυάζοντας αυτοβιογραφία με δημοσιογραφία και δοκίμιο. Στο «Splinters», όμως, αφηγείται την ιστορία της ευθέως.

Στην αρχή του βιβλίου η Τζέιμισον και ο σύζυγός της, ο «C», βρίσκονται στα πρώτα στάδια του χωρισμού τους και παραδίδει ο ένας στον άλλον το παιδί. «Καθώς στεκόμουν με το μωρό στο καρότσι δίπλα μου, εκείνος φώναζε από το χολ: Γιατί δεν τρως τίποτα, ανορεξική σκύλα. Ή έλεγε: Μην τολμήσεις να μου μιλήσεις, [βρισιά]. Όταν του έλεγα, Σε παρακαλώ, μη μου μιλάς έτσι, έσκυβε πιο κοντά για να πει: Μπορώ να σου μιλάω όπως [βρισιά] θέλω.» Σε μια άλλη σκηνή παράδοσης του παιδιού, τη φτύνει στο πρόσωπο. Στην κριτική του «Harvard Review» η αφήγηση της Τζέιμισον χαρακτηρίζεται μονόπλευρη. «Παρουσιάζει τον εαυτό της ως δακρύβρεχτο θύμα, που λουφάζει απέναντι στις προσβολές του C, που πηγάζουν από το πένθος του (είχε χηρεύσει πρόσφατα προ του γάμου με τη συγγραφέα). Όταν η Τζέιμισον αναλύει τα λάθη του C -σε μια στιγμή εκείνος την αποκαλεί «ανορεξική σκύλα», ο αναγνώστης δυσκολεύεται να εμπιστευθεί τα κίνητρά της, αφού δεν αναφέρεται τίποτα για τη δική της συμβολή στη διάλυση του γάμου».

Ωστόσο, η βάναυση συμπεριφορά του είναι η πικρή απόδειξη του πόσο τερατώδης μπορεί να γίνει η αγάπη όταν διαστραφεί. Αλλά η Τζέιμισον  εναπόθεσε μια  τεράστια ελπίδα στο νεογέννητο κοριτσάκι της και αυτό λειτούργησε ως αντίβαρο. «Μερικές φορές ένιωθα πως το μωρό μού ανήκε ολοκληρωτικά», γράφει. «Μερικές φορές, όταν κοιμόταν δίπλα μου στην καλαθούνα της, περνούσα τα δάχτυλά μου πάνω από την ουλή μου στο σκοτάδι: τις χοντρές ραφές, το κομμάτι δέρματος από πάνω σαν προεξοχή βράχου. Ήταν απλώς μια σχισμή που οδηγούσε στα σωθικά μου, αλλά ένιωθα σαν πύλη σε έναν άλλο κόσμο. Το μέρος από όπου είχε έρθει».

O συγγραφέας Τσαρλς Φιντς  γράφει στους ΝΥΤ : «Για πολύ καιρό, ο όρος «γυναίκα συγγραφέας» λειτουργούσε ως μειωτικός χαρακτηρισμός στη λογοτεχνική κουλτούρα. Η Τζέιμισον και οι σύγχρονές της της αποτελούν κάτι πολύ πιο λεπτό και σύνθετο: συγγραφείς που ερευνούν τη γυναικεία υπόσταση ως κατηγορία μέσα στον κόσμο, ως έναν τρόπο με τον οποίο σε αντιλαμβάνονται, ως ένα σύνολο προκλήσεων και φόβων. Εν μέρει, το θέμα αυτού του όμορφου, γλυκόπικρου απομνημονεύματος είναι η πίεση αυτής ακριβώς της αποστολής».

Το «Splinters» αφορά το πως η ίδια η συγγραφέας κομματιάστηκε σε διαφορετικούς εαυτούς και πως κάθε γυναίκα κομματιάζεται σε διαφορετικούς εαυτούς και ρόλους. «Ένα κομμάτι μου λαχταρούσε την κόρη μου», γράφει. 

Αλλά ένα άλλο κομμάτι ήθελε μόνο να είναι μια γυναίκα σε έναν ανοιχτό αυτοκινητόδρομο - με τα πόδια πάνω στο ταμπλό και το χέρι ενός άντρα στον μηρό της.