Κατά πλειοψηφία ψηφίσθηκε επί της Αρχής το σχέδιο νόμου του υπουργείου Πολιτισμού «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων - Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων - Ποινικές διατάξεις - Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων - Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού» από την Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων.
Θετική ψήφο, επί της Αρχής του σχεδίου νόμου παρείχε η ΝΔ, με το «παρών» τοποθετήθηκε το ΚΚΕ, ενώ όλα τα άλλα κόμματα επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν στην συζήτηση της Ολομέλειας. Η δεύτερη ανάγνωση του νομοσχεδίου στην Επιτροπή θα γίνει την ερχόμενη Δευτέρα.
«Το νομοσχέδιο αυτό είναι καινοτόμο για την προστασία των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων από πράξεις που έως σήμερα ήταν ανεξέλεγκτες και ατιμώρητες» τόνισε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, ολοκληρώνοντας και την συζήτηση επί των άρθρων του νομοσχεδίου στην Επιτροπή.
Η κυρία Μενδώνη, απαντώντας σε αιτιάσεις της Αντιπολίτευσης διευκρίνισε ότι κανένας ισχύον Νόμος δεν ακυρώνεται από άλλο νεότερο εάν αυτό δεν αναφέρεται ρητά σε αυτό. Οι Νόμοι 4858/ 2002 ή όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με τον 3028/2021 που αφορά την προστασία των αρχαιοτήτων ή όσων κηρύσσονται μνημεία δεν ξηλώνονται, αντίθετα με το παρόν νομοσχέδιο επέρχεται η προστασία των έργων τέχνης που μέχρι σήμερα δεν καλυπτόταν από αυτούς του Νόμους. Ο «κοινός» Νόμος, σήμερα αντιμετωπίζει το έργο τέχνης ως κοινό εμπόρευμα, όπως πολλά άλλα αντικείμενα, αλλά το έργο τέχνης, εκτός της υλικής του υπόστασης, εμπεριέχει πνευματική δημιουργία και ακριβώς έτσι αντιμετωπίζεται στο νομοσχέδιο.
Η υπουργός παρατήρησε πως η ακρόαση φορέων απέδειξε ότι «όλοι είναι θετικοί με τη νομοθετική αυτή παρέμβαση» και ο καθένας, μπορεί να έκανε κάποιες επιμέρους παρατηρήσεις, αλλά επί του συνόλου του νομοσχεδίου ήταν όλοι απόλυτα θετικοί.
Σχετικά με τις αναφορές που έγιναν ότι το νομοσχέδιο προβλέπει την έκδοση πολλών δευτερογενών υπουργικών Αποφάσεων, η Λίνα Μενδώνη είπε ότι οι εξουσιοδοτικές αυτές πρόνοιες που παρέχονται είναι απολύτως δεσμευτικές και με πληρότητα περιγραφόμενες των ζητημάτων που θα ρυθμίζουν αυτές τις Κανονιστικές διοικητικές πράξεις και αφορούν διοικητικές ή ρυθμιστικής φύσεως αποφάσεις (όπως Αιτήσεις, δικαιολογητικά που θα πρέπει να κατατεθούν κ.λ.π)
Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης του ΥΠΠΟ
Για τη σύσταση του Αυτοτελούς Τμήματος Έργων Τέχνης στο υπουργείο Πολιτισμού που δημιουργείται είπε η υπουργός ότι οι αρμοδιότητές, η στελέχωσή του θα γίνει με τροποποίηση του Οργανισμού του υπουργείου Πολιτισμού με όλες τις πρόνοιες των Νόμων.
Ο βασικός στόχος του νομοσχεδίου, υπογράμμισε η Λίνα Μενδώνη, είναι να μην έχουμε την ποινική τιμωρία μόνο στην πώληση- συναλλαγή ενός παραποιημένου ή πλαστού έργου, που έχουμε σήμερα, αλλά να τιμωρούνται και όλες οι προηγηθείσες ενέργειες- πράξεις της πώλησης. Οι πραγματογνώμονες, πρόσθεσε η υπουργός, δεν είναι δέσμιοι κάποιου, αλλά έχουν την απόλυτη ελευθερία να κάνει την πολύπλευρη έρευνα που χρειάζεται για ένα έργο ή αντικείμενο. Ο εμπειρογνώμονας δεν αρκεί μόνο να έχει κάνει σπουδές, αλλά θα πρέπει να έχει εμπειρία τουλάχιστον 10 ετών, όπως του παρέχεται η δυνατότητα με άρθρο του νομοσχέδιου να απευθύνεται και σε άλλους ειδικούς για την θεμελίωση του πορίσματός του.
Απαντώντας στο ερώτημα γιατί δημιουργείται ένα νέο Μητρώο Εμπειρογνωμόνων στο υπουργείο Πολιτισμού και δεν χρησιμοποιείται ή δεν ενσωματώνεται στο Μητρώο των Ορκωτών Πιστοποιημένων Εκτιμητών του υπουργείου Οικονομικών, η Λίνα Μενδώνη είπε το έργο τους δεν είναι το ίδιο, οι Πραγματογνώμονες του ΥΠΟ έχουν την εκτίμηση της γνησιότητας ή μη ενός έργου ή συλλεκτικού αντικειμένου και όχι η οικονομική τους αξία. Πρόκειται για δυο διακριτά πράγματα μεταξύ τους που το κάνουν διαφορετικού είδους επιστήμονες, γιατί άλλο είναι η οικονομική αξία και άλλο η γνησιότητα ενός έργου τέχνης.
Για την διάταξη του άρθρου 11 του νομοσχεδίου που προβλέπει την ποινική τιμωρία εκείνου που έχει προβεί στην παραμόρφωση ενός έργου τέχνης που μπορεί μετά να έχει αποκατασταθεί, εξήγησε η υπουργός είναι σημαντική, καθώς «δεν σημαίνει ότι ένα έργο που αποκαταστάθηκε σε όποιο μέτρο έγινε αυτό, επανέρχεται και αποκαθιστά την πνευματική του αξία που είχε εκ της δημιουργίας του».
Γενικά στην κριτική ότι με το νομοσχέδιο αυτό επέρχεται νέα τροποποίηση του Ποινικά Κώδικα, η υπουργός είπε ότι αυτά που θεσπίζονται δεν τροποποιούν ή καταργούν άρθρα του Π.Κ., αλλά προθέτονται αυτοτελείς διατάξεις αδικημάτων.
Ιστορικοί Κινηματογράφοι
Ο υφυπουργός Πολιτισμού, Ιάσων Φωτήλας, παρεμβαίνοντας σχετικά με την διάταξη του νομοσχεδίου που αφορά το υπό σύσταση Μητρώο για τους ιστορικούς Κινηματογράφους επισήμανε ότι «η προστασία της χρήσης των χώρων αυτών ως κινηματογράφων γίνεται τώρα για πρώτη φορά επί κυβέρνησης ΝΔ» και πρόσθεσε ότι «για εμάς, τόσο οι θερινοί όσο περισσότερο και οι χειμερινοί κινηματογράφοι αποτελούν μέρος της πολιτιστική μας κληρονομίας και ως τέτοια προσπαθούμε να προστατέψουμε την χρήση αυτών των χώρων.
Δημιουργούμε μια πλατφόρμα και θέτουμε πλέον και το υπουργείο Πολιτισμού που θεσμικά θα εκφράζει άποψη - γνώμη και θέση για την προστασία των χώρων αυτών ως κινηματογράφους. Όσοι λοιπόν έχουν τα κριτήρια να σπεύσουν να εγγραφούν στο Μητρώο αυτό, να λάβουν όλα τα κίνητρα που παρέχονται» Ο κ. Φωτήλας, ξεκαθάρισε ότι αυτό που προστατεύεται είναι «η χρήση» του χώρου όχι προσωπικά τον «μισθωτή». Η πρόνοια αυτή θέλει ένας χώρος κινηματογράφου να μην γίνει αύριο πολυκατοικία ή να αλλάξει χρήση και να γίνει σούπερ-μάρκετ. Ο υφυπουργός, είπε ότι η διατηρητέα χρήση ενός χώρου μπορεί να ζητηθεί ακόμα και εάν σήμερα είναι κλειστός ο κινηματογράφος που λειτουργούσε ακόμη και από μια Ένωση που έχει έννομο συμφέρον.
Οι θέσεις των φορέων
Νωρίτερα, κατά την συνεδρίαση της ακρόασης των φορέων οι εκπρόσωποί τους χαρακτήρισαν σημαντική τη νομοθετική πρωτοβουλία για την ύπαρξη θεσμικού πλαισίου για την προστασία των έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και προχώρησαν σε προτάσεις βελτίωσής του. Ειδικότερα:
Η Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Συραγώ Τσιάρα, συμπερασματικά στην εισηγητική της τοποθέτηση ανέφερε ότι το νομοσχέδιο «είναι ένα νομοθέτημα, το οποίο έχει χαρακτήρα καινοτόμο, πάρα πολύ αποτελεσματικό, κατά τη γνώμη μου, σε σχέση με την προστασία της ίδιας της καλλιτεχνικής αξίας του έργου τέχνης και όχι μόνο της εμπορικής, γιατί τα πλαστά κάποια στιγμή μπαίνουν στον κανόνα της ιστορίας της τέχνης και παραποιούν και την ίδια την επιστήμη. Άρα, θα έλεγα ότι είναι πολύπλευρα ωφέλιμο και για την οικονομία της τέχνης, φυσικά για τους συλλέκτες τους ίδιους, για τα μουσεία και για το ίδιο το έργο τέχνης».
Ειδικά, για το αδίκημα που θεσπίζεται, σημείωσε ότι έτσι όπως αυτό «διατυπώνεται είναι πάρα πολύ σημαντικό και ολοκληρωμένο».
Αναφορικά με τα πλαστά έργα τέχνης, είπε ότι «θα έλεγα καθημερινά στην Εθνική Πινακοθήκη έρχονται τέτοια έργα και μάλιστα τα τελευταία χρόνια μπορώ να σας πω ότι αυτά ανέρχονται σε πάνω από δυόμισι χιλιάδες τα έργα τέχνης που περιήλθαν στην κρίση των υπαλλήλων, των συνεργατών, των συναδέλφων της Εθνικής Πινακοθήκης ιστορικών τέχνης και συντηρητών, ώστε να διαγνώσουν την πλαστότητα ή τη γνησιότητά τους. Αυτό όπως καταλαβαίνετε είναι ένα μεγάλο βάρος που σε ένα βαθμό εκτρέπει και τους συναδέλφους από τα καθήκοντά τους και από τον σκοπό της Εθνικής Πινακοθήκης».
Χαρακτήρισε πολύ σημαντικό ότι στο νομοσχέδιο εισάγεται στοιχείο ότι δεν τιμωρείται απλώς η οικονομική συναλλαγή, αλλά και η απλή έκθεση ενός πλαστού έργου. Για το Σώμα των Ορκωτών Πραγματογνωμόνων σχολίασε πως «συγκροτείται με βάση τις επιστημονικές αρχές» και είναι ένα Σώμα «που μας έλειπε και νομίζω ότι μπαίνει μια τάξη». Θεωρώ, κατέληξε η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, πως «το συγκεκριμένο νομοθέτημα είναι ευεργετικό απόλυτα και δείχνει και την άμεση ευαισθησία του υπουργείου Πολιτισμού και την έμπρακτη αντιμετώπιση των φαινομένων που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια».
Από πλευράς της, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), Αικατερίνη Γρέγου, ανέφερε ότι ο νόμος αυτός «είναι απαραίτητος», καθώς «η προστασία των έργων τέχνης μέχρι τώρα ήταν ελλιπής και ανεπαρκής». Παρατήρησε, μεταξύ άλλων, ότι «για πρώτη φορά εισάγεται με τρόπο συστηματικό και ρητό στην ελληνική νομοθεσία ένα συνεκτικό πλαίσιο προστασίας των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, απαντώντας σε χρόνιες παθογένειες του πεδίου της σύγχρονης τέχνης και της αγοράς της».
Για τις ρυθμίσεις που αφορούν την ποινικοποίηση της πλαστογραφίας και της απάτης, τη φθορά των έργων τέχνης και τη σύσταση μητρώου ορκωτών πραγματογνωμόνων είπε ότι «συνιστούν ένα ουσιαστικό βήμα ενίσχυσης της θεσμικής θωράκισης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της πολιτιστικής κληρονομιάς και των εμπλεκόμενων φορέων».
Συμπερασματικά, κατέληξε πως «το προτεινόμενο νομοσχέδιο δημιουργεί ένα πιο ασφαλές, διαφανές και θεσμικά ώριμο περιβάλλον για τη σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα. Αντιμετωπίζει βασικά ζητήματα καθώς η πολιτιστική κληρονομιά όλων των εποχών δεν είναι μόνο κάτι που πρέπει να θαυμάζουμε, αλλά είναι κάτι που πρέπει να φροντίζουμε, να ρυθμίζουμε, να προστατεύουμε και να υπερασπιζόμαστε ενεργά».
Η Αντιπρόεδρος της Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας - Μουσείου Γ.Ι. Κατσίγρα (ΔΠΛΜΓΚ) Άννυ -Φανή- Αρχιμαδρίτου, από την πλευρά της χαρκακτήρισε θετικό το νομοσχέδιο και παρατήρησε πως για τις δημοτικές πινακοθήκες που διαφέρουν ουσιαστικά από τα μεγάλα κρατικά μουσεία «για έναν δήμο, το νομοσχέδιο μειώνει τον κίνδυνο πολιτικού κόστους, προστατεύει δημόσια περιουσία και προσδίδει θεσμική σοβαρότητα στη διαχείριση πολιτισμού. Για μια δημοτική πινακοθήκη το νομοσχέδιο δεν είναι απλώς ένα ποινικό μέτρο. Είναι εργαλείο πρόληψης, ασπίδα νομιμότητας και μοχλός ποιοτικής αναβάθμισης»
Η Πρόεδρος του Δ.Σ. της Πινακοθήκης Ε. Αβέρωφ, Τατάνια Αβέρωφ- Ιωάννου, είπε ότι το νομοσχέδιο «έρχεται να απαντήσει σε μια πραγματική ανάγκη και μια σοβαρή έλλειψη που υπήρχε από καιρό, από πάντα θα έλεγα». Ως μουσείο, πρόσθεσε «είμαστε πολύ θετικοί που δημιουργείται, επιτέλους, ένα τέτοιο νομοσχέδιο, που πρώτη φορά μάλιστα θεσπίζει ως ξεχωριστό αδίκημα την κατασκευή, παραποίηση και διακίνηση πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, που μέχρι τώρα όλα αυτά ανήκαν στη γενική κατηγορία ''απάτη''.
»Θεωρώ, επίσης, πολύ σημαντικό ότι το νομοσχέδιο προβλέπει τη θέσπιση ενός ειδικού Σώματος Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, με τα ανάλογα σοβαρά επιστημονικά προσόντα και επαγγελματική εμπειρία, που θα επιλέγονται κατόπιν εξετάσεων και θα υποβάλλονται σε τακτική μετεκπαίδευση με ετήσια υποχρέωση παρακολούθησης σεμιναρίων, ώστε να ενημερώνονται διαρκώς για τις νέες εξελίξεις που δεν παύουν ποτέ».
Όσο για τις ποινικές ευθύνες σχετικά με βανδαλισμούς έργων τέχνης η πρόεδρος πρότεινε μια νομοθετική βελτίωση όταν έχουμε «ιδεολογικούς βανδαλισμούς ενός ή περισσότερων ατόμων, να προβλέπεται η ποινή να είναι η μέγιστη και να είναι άσχετη με την εκτιμώμενη οικονομική αξία του έργου»
Η Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος ΝΑΣΟΣ ΧΑΛΚΙΔΗΣ, Νασώ Χαλκίδη, ανέφερε πως «φυσικά υπόμνημα. Επισήμανε πάντως πως εάν και «η αρχιτεκτονική είναι μια σπουδαία τέχνη, αλλά είναι τελείως διαφορετική από τις εικαστικές τέχνες και θα πρέπει να διαχωριστεί στο νομοσχέδιο». Για την προστασία των έργων τέχνης από παρεμβάσεις, καταστροφές και πλαστογραφία ότι θα πρέπει να υπάρχει μια ειδική μνεία σε εκδηλώσεις που γίνονται «στα πλαίσια μιας κινηματικής δράσης ή ακόμη και καλλιτεχνικής, καθώς πολλές φορές, οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούμε παλιότερα ή και σύγχρονα έργα για να κάνουμε μια δράση, ένα συμβάν κλπ., αυτό θα πρέπει σαφέστατα να μη θεωρείτε ότι είναι βανδαλισμός».
Η πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Αιθουσών Τέχνης, Γάννα Γραμματοπούλου, είπε ότι αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία είναι «αναγκαία και καλύπτει ένα διαχρονικό αίτημα του χώρου τέχνης όχι μόνο για λόγους ποινικής θωράκισης, αλλά κυρίως για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην αγορά». Οι γκαλερί στη χώρα μας, σημείωσε, λειτουργούν κατά κύριο λόγο ως πρωτογενής αγορά, με αντικείμενο την εκπροσώπηση και προώθηση σύγχρονων καλλιτεχνών, όχι τη δευτερογενή διακίνηση ή μεταπώληση έργων τέχνης. Η ιδιαιτερότητα αυτή περιορίζει εκ των πραγμάτων τα περιθώρια διακίνησης πλαστών έργων μέσω των γκαλερί, καθώς αυτά προέρχονται απευθείας από τους ίδιους τους δημιουργούς.
Επισήμανε πάντως ότι ο ορισμός του έργου τέχνης στο νομοσχέδιο φαίνεται λίγο περιοριστικός, καθώς δεν καλύπτει όλες τις μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας, κατασκευές, εγκαταστάσεις, βίντεο. Επιπλέον, η αναγνωρισμένη αξία δημιουργεί μια μικρή σύγχυση για να διευκολυνθεί η αναγνώριση των έργων. Θα ήταν χρήσιμο, είπε, να προβλεφθεί μια δημιουργία τράπεζας πληροφοριών για την ελληνική τέχνη, η οποία θα συγκεντρώνει τα δεδομένα, τα στοιχεία, έργα και καλλιτέχνες. Για την δημιουργία του Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, εκτίμησε πως θα έχει θετική επίδραση, υπό τον όρο, ότι διασφαλίζεται η επιστημονική πολυφωνία και θα αποφεύγεται η μονοπώληση της κρίσης για την αυθεντικότητα από μία μόνο ειδικότητα. Το Μητρώο δεν μπορεί να είναι ενιαίο, αλλά πρέπει να συγκροτείται με πραγματογνώμονες για κάθε διαφορετική κατηγορία έργων τέχνης ή συλλογών.
Στα προσόντα των αιτούντων στο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων θα πρέπει να προβλέπεται και η απόδειξη εξειδικευμένης γνώσης σε συγκεκριμένη κατηγορία έργων και καλλιτεχνών και θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται και οι συντηρητές έργων τέχνης πανεπιστημιακού επιπέδου, καθώς και επιστήμονες θετικών επιστημών με εξειδίκευση σε σύγχρονες μεθόδους ταυτοποίησης και διαβούλευσης έργων τέχνης.
Η Πρόεδρος του Σωματείου Αρχαιοπωλών και Εμπόρων Έργων Τέχνης της Ελλάδος Πέγκυ Λούτου είπε πως εμείς ασχολούμαστε ουσιαστικά με τη δευτερογενή αγορά της τέχνης, από την αρχαιότητα μέχρι και τη σύγχρονη τέχνη. Άρα, αυτό το νομοσχέδιο μας αφορά άμεσα όλους τους εμπόρους έργων τέχνης που ανήκουν στον φορέα μας. Επισήμανε πως η διατύπωσης της διάταξης του νομοσχεδίου περί του αδικήματος των πλαστών εγγράφων είναι προβληματική. Πρότεινε η θέσπιση αυτοτελούς αδικήματος της πλαστογραφίας, νόθευσης έργου τέχνης πρέπει να ενσωματωθεί στον Ποινικό Κώδικα, όπως προβλέπεται και για το αδίκημα της φθοράς έργου τέχνης, μετά τη διάταξη του άρθρου 11.
Για το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων είπε ότι δε μπορεί να είναι ενιαίο, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει πραγματογνώμονες για κάθε επιμέρους κατηγορία έργων τέχνης και συλλόγων και στα προσόντα πέραν της βασικής εκπαίδευσης στην ιστορία της τέχνης και της γενικότερης επαγγελματικής εμπειρίας στη διαχείριση, επιμέλεια και άλλων έργων τέχνης - συλλογών, να προστεθεί και η απόδειξη της ειδικότερης γνώσης επί συγκεκριμένης κατηγορίας έργων τέχνης - συλλογής, η οποία αποκτάται συνήθως μετά από πολυετή ενασχόληση με το συγκεκριμένο αντικείμενο, δηλαδή, παραδείγματος χάρη, στο εξωτερικό και αλλού.
Ο Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης Άρης Σαραφινός ανέφερε ότι η Εταιρεία έχει καταθέσει στο υπουργείο την αναλυτική εκδοχή των παρατηρήσεών της για το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου. Σημείωσε πως κατανοούμε πλήρως την ανάγκη μέριμνας και προστασίας των έργων τέχνης και των άλλων αντικειμένων αξίας εκ μέρους της πολιτείας. Υποδεχόμαστε επίσης με ικανοποίηση το συγκροτημένο ενδιαφέρον προς αυτή την κατεύθυνση που επιδεικνύεται με τον συγκεκριμένο νομοσχέδιο και φυσικά την τακτοποίηση της αγοράς και του εμπορίου τέχνης. Επίσης, είδαμε με μεγάλη ικανοποίηση, ότι το τελικό νομοσχέδιο απευθύνεται σε κάποιες από τις επαγγελματικές μας έγνοιες και ενσωματώνει σε ουσιαστικά σημεία μερικές από τις προτάσεις μας. Εστίασε την διαφωνία του στις προβλεπόμενες ποινικές ευθύνες λέγοντας πως « παράγει έναν προσδιορισμό αδικημάτων Πολιτισμού, που εκτιμούμε ότι συμπιέζει επικίνδυνα κρίσιμες λειτουργίες της κοινωνίας της τέχνης και των επιστημών που την μελετούμε. Είμαστε βέβαιοι, ότι κάτι τέτοιο δεν βρίσκεται μέσα στις προθέσεις του Υπουργείου, αλλά αποτελεί ένα δευτερεύον εφέ των σημαντικών προστατευτικών προβλέψεων του νόμου που έρχεται προς ψήφιση».
Και θα πρέπει το Υπουργείο να επανεξετάσει «από τη δική μας επιστημονική και κριτική σκοπιά, όπως τις εκθέτουμε, εκείνες τις ευκαιρίες που παρέχονται για καταχρηστικές ή μισαλλόδοξες ερμηνείες σε οποιονδήποτε πολιτικό εχθρό της παρούσας φιλελεύθερης συναίνεσης για τον Πολιτισμό».
Η Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Συλλόγου Συντηρητών Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης Κανέλλη Κολυβοδιάκου σημείωσε πως «θεωρούμε πολύ σημαντικό ότι συμπεριλαμβάνεται και η ειδικότητα των Συντηρητών μέσα στο καινούργιο Μητρώο που θα δημιουργηθεί. Θεωρούμε σημαντικό να διευκρινιστεί η διάρθρωση του ΑΤΕΤ. Πιστεύουμε ότι οι υπάλληλοι που θα το τηρούν θα πρέπει να έχουν παρόμοιες ειδικότητες, ιστορικοί τέχνης, συντηρητές, επιστήμονες συντήρησης, έτσι ώστε να μπορούν να ρυθμίζουν τη λειτουργία του Μητρώου και είναι σημαντικό να γίνει διαχωρισμός της εξειδίκευσης σε υλικά όσον αφορά τους Συντηρητές. Σχετικά με την προστασία των έργων από φθορά και βανδαλισμού, επισήμανε ότι τα νεότερα έργα τέχνης ως προς την συντήρησή τους δεν προστατεύονται με τον ίδιο τρόπο όπως προστατεύονται τα μνημεία από τον αρχαιολογικό νόμο και θα πρέπει και σε αυτά τα νεότερα έργα η συντήρησή τους να γίνει από αναγνωρισμένους συντηρητές που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Επαγγελματιών Συντηρητών.
