Μετά τη σύζυγο του δημάρχου της Νέας Υόρκης, η οποία πρωταγωνίστησε σε πολλά αφιερώματα, σειρά έχει η μητέρα του, η διάσημη σκηνοθέτρια Μίρα Ναΐρ. Το στερεοτυπικό κλισέ, αν και όχι πολιτικά ορθό, θέλει πίσω από κάθε επιτυχημένο άνδρα να «κρύβεται» μια δυνατή γυναίκα. Στην περίπτωση του Ζόραν Μαμντάνι, που να δείτε τη μάνα. Με χιούμορ, στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, δήλωνε η «παραγωγός του σκηνοθέτη» και στην ορκωμοσία του ότι θα γίνει η μητέρα της Νέας Υόρκης.
Εχοντας ζήσει μεταξύ τριών ηπείρων, η Ναΐρ είναι σταρ με δική της ακτινοβολία και έως πρόσφατα πολύ πιο διάσημη από τον γιο της. Πολλά έχουν γραφτεί για εκείνη κι αυτό που επανέρχεται σταθερά είναι η εικόνα μιας γυναίκας με ισχυρή προσωπικότητα που καλλιέργησε από φοιτήτρια ένα δίκτυο ισχυρών γνωριμιών.
Αυτό που δεν της συγχωρούν οι υποστηρικτές του γιου της, τον οποίο δηλώνει ότι θαυμάζει για την εργατικότητά του, είναι ότι γέννησε τον Ζόραν Μαμντάνι στην Κάμπαλα, πρωτεύουσα της Ουγκάντα, θρυμματίζοντας έτσι τις φιλοδοξίες του για τον Λευκό Οίκο. Ο εκάστοτε Πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει να είναι Αμερικανός εκ γενετής. Και ο Μαμντάνι δεν είναι.
Γεννημένη το 1957 στη Ρουρκέλα της Ινδίας, σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον, παίρνει υποτροφία για το Χάρβαρντ το 1976 και μεταναστεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Μίρα ερωτεύεται και παντρεύεται τον Μιτς Επστίν, βοηθό του καθηγητή φωτογραφίας στο Χάρβαρντ. Αν και σκεφτόταν να γίνει ηθοποιός κατάφερε να διακριθεί ως σκηνοθέτρια με πρώτη μεγάλη επιτυχία της το «Salaam Bombay!» (1988), την πρώτη ινδική ταινία που τιμήθηκε με το βραβείο Camera d’Or στο Φεστιβάλ Καννών και μόλις τη δεύτερη που προτάθηκε για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Το «Mississippi Masala» (1991), με έναν νεαρό Ντένζελ Ουάσινγκτον και τη Σαρίτα Τσούντχουρι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, αποτελεί μια πλούσια κινηματογραφική μελέτη πάνω στην αγάπη και τον εκτοπισμό, που απέσπασε εξαιρετικές κριτικές. Η μεγαλύτερη εμπορική της επιτυχία, το «Monsoon Wedding» (2001), συγκαταλεγόταν στις ξενόγλωσσες ταινίες με τα υψηλότερα έσοδα στις ΗΠΑ εκείνη την περίοδο και οδήγησε τη Ναΐρ να γίνει η πρώτη Ινδή σκηνοθέτρια που κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα της Βενετίας.
Οι πόρτες του Χόλιγουντ άνοιξαν διάπλατα. Το 2004 σκηνοθετεί την ταινία «Vanity Fair», προϋπολογισμού 50 εκατομμυρίων δολαρίων, και με πρωταγωνίστρια την Ρις Γουίδερσπουν στον ρόλο της Μπέκι Σαρπ. Είναι γνωστό ότι δεν ανέλαβε την σκηνοθεσία σε μια από τις ταινίες του Χάρι Πότερ, διότι ο γιός της την αποθάρρυνε.
Προηγήθηκε η γνωριμία της, το 1990, με τον «σταρ» καθηγητή του Κολούμπια, Μαχμούντ Μαμντάνι στην Ουγκάντα. Εκείνος διοργάνωνε ένα συνέδριο για την ακαδημαϊκή ελευθερία εκείνη βρισκόταν στην Κάμπαλα για τα γυρίσματα μιας ταινίας. Ερωτεύονται και η Μίρα παίρνει διαζύγιο από τον Επστίν. Παντρεύονται αμέσως, μένει έγκυος και παίρνουν την απόφαση να γεννηθεί το παιδί στην Ουγκάντα.
Η Μίρα Ναΐρ είναι αναμφίβολα μια έντονη προσωπικότητα, η οποία όπου σταθεί και όπου βρεθεί λέει πως δεν μεγάλωσε ένα νάρκισσο αλλά έναν άνθρωπο στέρεο, που πατά γερά στη γη. Ο Μαμντάνι εξοικειώθηκε με την έκθεση και τη δημοσιότητα χάρη στη δουλειά της μητέρας του, τον έπαιρνε μαζί της σε γυρίσματα και βραβεύσεις, μαζί με το «καραβάνι» της φροντίδας του, τη μητέρα της και τα πεθερικά της. Αυτός ήταν και ο λόγος που τον γέννησε στην Ουγκάντα, σε ένα λιτό σπίτι με θέα τη λίμνη Βικτόρια, για να έχει τη βοήθεια των συγγενών της. Ο μικρός Μαμντάνι ταξίδευε μεταξύ Ινδίας, Νέας Υόρκης, Ουγκάντας και Ευρώπης. Και μάλιστα πρώτη θέση, μιας και τα εισιτήρια τα πλήρωναν τα κινηματογραφικά στούντιο. Φωτογραφιζόταν μαζί με τη μητέρα του, βάδιζε μαζί της στο κόκκινο χαλί και σε κάποιες περιπτώσεις έκανε και δηλώσεις. Εκείνη πίστευε ότι κάποια μέρα θα γίνει πολιτικός.
«Δεν μεγαλώσαμε τον Ζόραν για να είναι αόρατος, ξεχασμένος από όλους»
Το «Vulture», στο οποίο η Μίρα Ναΐρ έδωσε συνέντευξη, γράφει ότι σύμφωνα με τη συνήθη αφήγηση για τη δυναμική της οικογένειάς του, ο Μαμντάνι κληρονόμησε την αριστερή πολιτική του ιδεολογία από τον πατέρα του, αντι-αποικιοκράτη καθηγητή του Κολούμπια, και τη γοητεία με τα λακκάκια και τη θεατρική φλέβα από τη σκηνοθέτρια μητέρα του. Όμως η σύνδεση ανάμεσα στην καριέρα της Ναΐρ καλλιτέχνιδας και σε εκείνη του γιου της ως πολιτικού είναι πολύ πιο ουσιαστική από το απλό γεγονός ότι μοιράζονται λίγη από τη χολιγουντιανή λάμψη. Το ότι ο Ζόραν Μαμντάνι γεννήθηκε σε προνομιούχο περιβάλλον δεν αποτελεί μυστικό. Ήταν, μάλιστα, ένα από τα πιο παράδοξα χαρακτηριστικά της «απρόβλεπτης» δημαρχιακής του εκστρατείας, κατά την οποία οι επικριτές του τον παρουσίαζαν συχνά ως προϊόν νεποτισμού-ένα «nepo baby» των πιο εκλεπτυσμένων κύκλων της πόλης.
Εννοείται ότι η Μίρα Ναΐρ, η οποία δούλεψε σκληρά στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του νέου δημάρχου, έχει λόγο και για τη σύζυγο, την εικαστικό Ράμα Ντουάτζι χαρακτηρίζοντας εξαιρετική την επιλογή του γιού της. Και της αρέσει και η τέχνη της, καθώς ως καλλιτέχνις και η ίδια θα «πέθαινε» στην ιδέα να βρίσκει κακή τη δουλειά της νύφης της.
Στο προφίλ του New York Mag για τη ζωή της Ναΐρ ως δημιουργού και μητέρας, η αρθρογράφος Ρεμπέκα Τρέιστερ δείχνει πώς η Ναΐρ ουσιαστικά «διαμόρφωσε» τον μοναχογιό της ώστε να γίνει ο πολιτικός αστέρας που είναι σήμερα -από το να τον εμποτίσει με αταλάντευτη αυτοπεποίθηση έως το να του μάθει πώς να διεκδικεί τη θέση του στον κόσμο.
«Βλέπω τον κόσμο μέσα στον οποίο τον έβαλα να αντικατοπτρίζεται έντονα στην πολλαπλότητα όσων κάνει. Υπάρχει μια αληθινή ενότητα που μπορεί να προκύψει μέσα από την πολλαπλότητα. Και νομίζω ότι αυτό το αξιοποίησε τόσο στην προεκλογική του εκστρατεία, όσο και στον τρόπο που σκέφτεται. Προέρχεται από ένα ύφασμα που κόψαμε μαζί». Κατά μάνα, κατά κύρη.
