Η ώρα, τα αστέρια, τα ρολόγια και η Αθήνα. Πώς έρχονται όλα αυτά και δημιουργούν όλα μαζί μια ιστορία;
Είναι 1840. Είναι πρωί στην Αθήνα και ένας άνδρας με κοστούμι βιάζεται να πάει στην δουλειά του. Κοιτάζει το ρολόι τσέπης του. Ούτε σε αυτό, όμως, μπορεί να βασιστεί. Οι καμπάνες της Μητρόπολης δεν έχουν χτυπήσει ακόμα…
Σε ένα άλλο μέρος, καταμεσής της Μεσογείου, πλέει ένα πλοίο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Ταξιδεύει στις νοητές γραμμές του πλανήτη, τους μεσημβρινούς και τους παράλληλους. Η θάλασσα, όμως, δεν είναι σαν την στεριά.
Δεν μπορείς να περπατήσεις στο νερό. Δύσκολα το ονομάζεις. Πώς να το ορίσεις; Πώς θα ξέρεις από πού ήρθες, πού πας και πού βρίσκεσαι κάθε στιγμή;
Από αρχαιοτάτων χρόνων, οι ναυτικοί βασίζονταν σε συγκεκριμένα αστέρια και στους αστερισμούς για να βρίσκουν τον δρόμο τους. Οι κυβερνήτες των πλοίων πάντα έπρεπε να τον ξέρουν και να κρατούν την πορεία τους σταθερή.
Η σωστή ναυσιπλοΐα, στηρίζεται στον ακριβή υπολογισμό της ώρας, ο οποίος οδηγεί στον επίσης ακριβή υπολογισμό των γεωγραφικών συντεταγμένων. Δηλαδή, τη θέση του πλοίου στην θάλασσα.
Την ίδια εποχή, ένας Έλληνας ζούσε στην Βιέννη. Δραστηριοποιούνταν εκεί ως γενικός πρόξενος. Αυτός, ήταν ο Γεώργιος Σίνας. Μετέπειτα ευεργέτης της χώρας, χρηματοδότησε πάρα πολλά έργα που την εξέλιξαν, σε μια περίοδο που το νέο ελληνικό κράτος προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια του και να «φτάσει» τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, καθώς είχε μόλις απελευθερωθεί.
Η Ελλάδα ήταν πάντα γνωστή για την ναυτική της δύναμη, ως χώρα περιτριγυρισμένη από θάλασσα. Εκείνη την εποχή, είχε μεγάλη σημασία η δύναμη του Εθνικού Στόλου και αν βρισκόταν ένας τρόπος να ξεχωρίσει ο ελληνικός απ’ όλους τους άλλους, η χώρα θα μπορούσε να εξελιχθεί ραγδαία.
Η Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα, ήταν ένα άγνωστο όνειρο για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Κάτι άπιαστο. Μέχρι που ένας θεσμός, ένα κτήριο που επιβιώνει μέχρι σήμερα στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας, το έκανε χειροπιαστό.
Πώς οι Αθηναίοι και αργότερα οι υπόλοιποι Έλληνες θα έφταναν στο σημείο να «συγχρονιστούν»; Να έχουν το πλεονέκτημα να γνωρίζουν την ακριβή ώρα κάθε στιγμή της ημέρας;
Το 1840, ο Γεώργιος Σίνας αποφάσισε να χρηματοδοτήσει ένα έργο που θα υπηρετούσε τόσο την χώρα όσο και τον κάθε πολίτη της ξεχωριστά. Δυτικά του Βράχου της Ακρόπολης, στην κορυφή του αρχαίου Λόφου των Νυμφών, υψώθηκε ένα νεοκλασικό κτήριο. Ως επίστεψη, είχε έναν γκριζωπό θόλο, που γυάλιζε έντονα όταν έπεφτε πάνω του ο ήλιος.
Σήμερα, το κτήριο ξεπροβάλλει δειλά πίσω από τα ψηλά δέντρα του λόφου. Πριν από δύο περίπου αιώνες, όμως, ξεχώριζε από μακριά. Όχι για επίδειξη, αλλά για πρακτικούς σκοπούς. Έπρεπε να βρίσκεται ψηλά και το πεδίο γύρω του να είναι ελεύθερο, αλλιώς πώς θα μπορούσε να παρατηρεί τις κινήσεις των αστεριών, του ήλιου και της σελήνης; Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει το Εθνικό Αστεροσκοπείο των Αθηνών;
Ο Γεώργιος Σίνας έδωσε 60.000 δραχμές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για να ιδρυθεί το Αστεροσκοπείο. Κατά την διάρκεια ολικής έκλειψης ηλίου, στις 8 Ιουλίου 1842, έγινε η τελετή κατάθεσης του θεμέλιου λίθου του. Μέσα στο προσωρινό σκοτάδι εκείνης της μέρας, έγινε η αρχή για την λαμπρή πορεία ενός από τους θεμελιώδεις πυλώνες της ιστορικής, κοινωνικής και επιστημονικής εξέλιξης της νεότερης Ελλάδας.
Η γνώση της ακριβούς θέσης ενός πλοίου, σαφώς κάνει το ταξίδι στην θάλασσα ευκολότερο, ασφαλέστερο και ταχύτερο. Εκείνη την εποχή, αυτό αποτελούσε τεράστιο πλεονέκτημα. Πλεονέκτημα που πρόσφερε απλόχερα το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, αυξάνοντας έτσι την δύναμη και την υπεροχή του έναντι των υπόλοιπων ευρωπαϊκών στόλων.
Από το 1855, στην Αθήνα βρισκόταν ένας Γερμανός αστρονόμος. Ο Julius Schmidt (Ιούλιος Σμιτ), ήταν διευθυντής του Αστεροσκοπείου και από την στιγμή που ήρθε εδώ, αφιερώθηκε σε ένα σημαντικότατο έργο.
Μία φορά τον μήνα, ξόδευε μια ολόκληρη νύχτα στην αίθουσα με το τηλεσκόπιο, μέσα στον γκριζωπό θόλο και παρατηρούσε την Πανσέληνο. Μετά από κάθε παρατήρηση, ο Γερμανός αστρονόμος ζωγράφιζε με το χέρι όλο και περισσότερα σημεία της σε χαρτί. Ζωγράφιζε τους κρατήρες της (υπολογίζοντας το μέγεθος και το βάθος τους με βάση τις σκιές τους), τους λόφους και τις χαράδρες της.
Με απίστευτη υπομονή, επαναλάμβανε αυτήν την διαδικασία παρατήρησης και καταγραφής για 34 ολόκληρα χρόνια. Το αποτέλεσμα; Η πρώτη ολοκληρωμένη χαρτογράφηση του μοναδικού δορυφόρου του πλανήτη. Η δημιουργία του πρώτου πληρέστερου και ακριβέστερου χάρτη της Σελήνης.
Χάρη στην δημιουργία αυτού του χάρτη, δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουν οι υπόλοιποι επιστήμονες την επιφάνεια του φεγγαριού. Κομβικό γεγονός, το οποίο πολύ αργότερα επέτρεψε την πραγμάτωση της αποστολής και της προσσελήνωσης του διαστημικού σκάφους «Apollo 11». Μετά από τον χάρτη του Schmidt ο κόσμος είδε το φεγγάρι, όταν ανακαλύφθηκε η ειδική κάμερα που θα την έβγαζε για πρώτη φορά φωτογραφία.
Από την αρχή της ίδρυσης του Αστεροσκοπείου, οι επιστήμονες που δραστηριοποιούνταν σε αυτό, παρατηρούσαν τα αστέρια κάθε βράδυ. Μετά από υπολογισμούς, μπορούσαν να ανακοινώσουν στον κόσμο την ακριβή ώρα. Όποιος έτρεχε για να προλάβει να φτάσει στην δουλειά του εγκαίρως, μπορούσε από το 1846 και μετά να ξέρει ακριβώς τι ώρα ήταν. Ακόμα και μια μικρή διαφορά λεπτών, θα προκαλούσε ή θα απέτρεπε - στην προκειμένη περίπτωση - έναν πιθανό διαπληκτισμό με το αφεντικό…
Σε ένα ρολόι με εκκρεμές, έθεταν οι επιστήμονες την ώρα ανάλογα με τα αστέρια. Στον θόλο του κτηρίου, υπήρχε μία μπρούτζινη σφαίρα. Όταν το ρολόι με το εκκρεμές έδειχνε 12 (το μεσημέρι), η μπρούτζινη σφαίρα αφηνόταν ελεύθερη και κρεμιόταν από τον θόλο. Αυτό ήταν το σήμα, που περίμενε κάθε μέρα η Μητρόπολη Αθηνών, όπου εκείνη ακριβώς την στιγμή σήμαιναν οι καμπάνες.
Με αυτόν τον χτύπο, διορθώνονταν και ορίζονταν όλα τα ρολόγια των Ελλήνων. Το Αστεροσκοπείο, ήταν υπεύθυνο για τον υπολογισμό και την μετάδοση της ώρας στην πόλη της Αθήνας μέχρι και το 1903.
Το ρολόι με το εκκρεμές βρίσκεται ακόμα στην αίθουσα με το τηλεσκόπιο που υπολόγιζε την ώρα Ελλάδος. Μπορεί οι δείκτες του να είναι ακίνητοι πλέον, το ίδιο όμως συνεχίζει να συμβολίζει την αέναη κίνηση του Χρόνου και την εξέλιξη της χώρας, η οποία οφείλει πολλά στην ύπαρξη του ιδρύματος που το φιλοξενεί.
Σήμερα στο Αστεροσκοπείο, φιλοξενείται επίσης ένα από τα ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, ως δείγμα και πρότυπο της αρχαίας μηχανικής και της αρχαιοαστρονομίας. Μετά από τις τόσες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί, στο Αστεροσκοπείο μαθαίνουμε ότι ο Μηχανισμός αποτελούνταν από γρανάζια, τα οποία καθώς κινούνταν γύρω από συγκεκριμένους άξονες, εκτελούσαν μαθηματικές πράξεις και έδιναν κίνηση σε δείκτες οι οποίοι έδειχναν τη θέση διαφόρων ουρανίων σωμάτων (όπως του ηλίου, της σελήνης και πιθανώς των πλανητών), το καθένα από τα οποία μάλλον εκπροσωπούνταν από σφαιρίδια πολύτιμων λίθων (τα οποία δεν σώζονται).
Ο Μηχανισμός προέβλεπε τις κινητές εορτές των αρχαίων Ελλήνων (Ολυμπιακοί Αγώνες, Ίσθμια, Νέμεα, Πύθια), τις εκλείψεις του ήλιου και της σελήνης, με βάση τις παρατηρήσεις του Αρχιμήδη και των αστρονόμων της Βαβυλώνας. Οι δείκτες αυτοί, έτρεχαν πάνω από ομόκεντρους κύκλους στους οποίους καταγράφονταν οι μήνες του αρχαίου ελληνικού, αλλά και αρχαίου αιγυπτιακού έτους, ο ζωδιακός κύκλος (με βάση την κίνηση των αστερισμών σημειωνόταν η αλλαγή των εποχών), υπολογίζοντας τα πάντα με την ακρίβεια ημέρας και ώρας.
