Θ. Σκυλακάκης: Απάτη και παντελώς εξωπραγματικό το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ
EUROKINISSI / ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
EUROKINISSI / ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Θ. Σκυλακάκης: Απάτη και παντελώς εξωπραγματικό το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

Με δήλωσή του την Τρίτη (09/05) ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Θ. Σκυλακάκης, προχωρά σε μια αναλυτική αντιπαραβολή του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας με το αντίστοιχο «νέο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ, επισημαίνοντας ότι κινείται εκτός λογικής αλλά και εκτός των δημοσιονομικών ορίων που θέτει το Πρόγραμμα Σταθερότητας, με τον συνολικό προϋπολογισμό του να ανέρχεται σε πάνω από 20 δισ. ευρώ ετησίως.

«Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι παντελώς εξωπραγματικό και αποτελεί όχι «αυταπάτη», όπως το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης (που προέβλεπε δώρα Χριστουγέννων, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ κ.λπ.), αλλά προεκλογική απάτη, στην οποία συμμετέχουν αμέσως όσοι το συνέταξαν και όσοι το υποστηρίζουν προεκλογικά και εμμέσως και όλοι εκείνοι που ασκούν δημόσια κριτική για τη δική μας ποσοτικοποίηση και δεν κάνουν τις απλές αριθμητικές πράξεις που απαιτούνται για τη στοιχειώδη ποσοτικοποίησή του», υπογραμμίζει – μεταξύ άλλων – ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών.

 «Για να αφαιρέσω οποιαδήποτε δικαιολογία και να αποκαλυφθεί ποιοι συμμετέχουν στην απάτη, παραθέτω ενδεικτικά αναλυτική ποσοτικοποίηση 8 μέτρων (από τα δεκάδες του προγράμματος), που οδηγούν σε πολλαπλάσιο αριθμό από τα 5,5 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση που ισχυρίζεται ο κ. Τσίπρας ότι είναι η σχετική ποσοτικοποίηση και προφανώς δεν έχει καμία σχέση με τον δημοσιονομικό χώρο που είναι διαθέσιμος», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον κ. Σκυλακάκη «το συνολικό κόστος του Προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ ανέρχεται σε πάνω από 20 δισ. ευρώ ετησίως, κόστος μόνιμο που βαίνει αυξανόμενο τα επόμενα έτη, τη στιγμή που ο δημοσιονομικός χώρος προβλέπεται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας της τάξης του 1,3 δισ. ευρώ για το επόμενο έτος και 2 δισ. ευρώ το 2025».

Αναλυτικά στοιχεία για το κόστος των μέτρων του Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ

Πρώτο μέτρο (σελ. 4 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Θεσμοθετούμε την ετήσια τιμαριθμική αναπροσαρμογή στο ύψος του πληθωρισμού του προηγούμενου έτους, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Στον δημόσιο τομέα οι μισθοί θα αυξηθούν άμεσα κατά 10%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Προϋπολογισμού, το κόστος των βασικών μισθών της Γενικής Κυβέρνησης ανέρχεται σε 13,1 δισ. ευρώ ετησίως. Συνεπώς, το ανωτέρω μέτρο στον δημόσιο τομέα κοστίζει 1,31 δισ. ευρώ τον πρώτο χρόνο εφαρμογής και, σύμφωνα με τις προβλέψεις του πληθωρισμού που συμπεριλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας, αυξάνεται λόγω της τιμαριθμικής προσαρμογής σε 2 δισ. ευρώ για το 2ο έτος, 2,3 δισ. ευρώ για το 3ο έτος και 2,6 δισ. ευρώ για το 4ο έτος εφαρμογής.

Δεύτερο μέτρο (σελ. 4 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Επαναφέρουμε τη 13η σύνταξη του 2019 (πλήρης για συντάξεις έως 500 ευρώ και ποσοστιαία για τα ανώτερα κλιμάκια)

Το ετήσιο κόστος, σύμφωνα με τα απολογιστικά στοιχεία του 2019, ανέρχεται σε 982 εκατ. ευρώ ετησίως.

Τρίτο μέτρο (σελ. 4 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Χορηγούμε την αύξηση του 7,5% για το 2023 σε όλους τους συνταξιούχους, ανεξαρτήτως της ύπαρξης προσωπικής διαφοράς.

Καταρχάς, η αύξηση που εφαρμόστηκε την 1η/1/2023 ήταν 7,75%, για να είμαστε ακριβείς. Το κόστος των κυρίων συντάξεων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εισηγητικής Έκθεσης του Προϋπολογισμού (σελ. 168), ανήλθε σε 26 δισ. ευρώ το 2022. Συνεπώς, μια αύξηση χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσωπική διαφορά θα κόστιζε 2 δισ. ευρώ, αντί 900 εκατ. ευρώ που ήταν το κόστος την υφιστάμενης αύξησης, καθώς καταλαμβάνει και όλες τις υψηλές συντάξεις. Συνεπώς, το κόστος αυτού του μέτρου ανέρχεται σε 1,1 δισ. ευρώ ετησίως.

Τέταρτο μέτρο (σελ. 4 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Μειώνουμε τον ΕΦΚ στα καύσιμα (πετρέλαιο κίνησης, θέρμανσης, βενζίνη, φυσικό αέριο) στον χαμηλότερο συντελεστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το κόστος ανέρχεται σε 2 δισ. ευρώ ετησίως. Παραθέτουμε στον ακόλουθο πίνακα τη ποσοτικοποίηση με βάση τα στοιχεία του Προϋπολογισμού (βλέπε σελ. 9-11 των αναλυτικών πινάκων του Προϋπολογισμού 2023):

Πέμπτο μέτρο (σελ. 4 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Μειώνουμε τον ΦΠΑ στα τρόφιμα στο 6%

Στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού (σελ. 95), προβλέπονται συνολικά έσοδα από ΦΠΑ 22,2 δισ. ευρώ το 2023, ενώ σύμφωνα με την κατανομή των εσόδων από τα φορολογικά στοιχεία, τα έσοδα ΦΠΑ από τα τρόφιμα υπολογίζονται σε 2,8 δισ. ευρώ. Συνεπώς, μια μείωση από το 13% στο 6%, κοστίζει 1,5 δισ. ευρώ ετησίως.

Έκτο μέτρο (σελ. 7 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Αύξηση του αφορολόγητου ορίου στα 10.000 ευρώ και θέσπιση αφορολόγητου στα 10.000 ευρώ για όλα τα φυσικά πρόσωπα, για εισοδήματα από την εργασία τους. Ένταξη στην ενιαία κλίμακα φορολόγησης όλων των φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως μορφής απασχόλησης.

Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων εκτιμώνται για το έτος 2023 σε 11,3 δισ. ευρώ (σελ. 95 εισηγητικής έκθεσης προϋπολογισμού). Σύμφωνα, με την κατανομή των φορολογικών στοιχείων εισοδήματος, η αύξηση του αφορολόγητου σε 10.000 ευρώ για όλους, συνεπάγεται απώλεια εσόδων 455 εκατ. ευρώ ετησίως.

Έβδομο μέτρο (σελ. 7 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Κατάργηση τέλους επιτηδεύματος

Τα κόστος ανέρχεται σε 443 εκατ. ευρώ ετησίως (σελ. 22 αναλυτικών πινάκων Προϋπολογισμού 2023).

Όγδοο μέτρο (σελ. 31 προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ): Επιστροφή αναδρομικών 2,4 δισ. ευρώ σε 3 ετήσιες δόσεις

Το κόστος, όπως άλλωστε αποδέχεται και ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέρχεται σε περίπου 830 εκατ. ευρώ ετησίως.

Συνολικό κόστος μόνο των 8 αυτών μέτρων: 8,6 δισ. ευρώ ετησίως το πρώτο έτος εφαρμογής, που βαίνει αυξανόμενο ετησίως.

Επιπλέον στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει σειρά άλλων μέτρων [επίδομα μητέρας, αύξηση αναπηρικών επιδομάτων, επιδομάτων στέγασης, μείωση ρυθμιζόμενων χρεώσεων (ΕΤΜΕΑΡ, ΥΚΩ), επιδοτήσεις στις ζωοτροφές και λιπάσματα και άλλα μέτρα] που ανεβάζει το ετήσιο κόστος των δημοσιονομικών μέτρων στη περιοχή των 12 δισ. ευρώ ετησίως.

Επιπλέον των ανωτέρω, στις σελίδες 25 και 26 αντίστοιχα του Προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ αναφέρονται τα ακόλουθα:

  • Ενίσχυση των προϋπολογισμών του ΕΣΥ και του ΕΟΠΥΥ, με τελικό στόχο τη σύγκλιση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο στις δημόσιες δαπάνες υγείας (7,5% του ΑΕΠ).
  • Αύξηση της χρηματοδότησης για την εκπαίδευση στο 5% του ΑΕΠ.

Σημειώνεται ότι στη τηλεοπτική παρουσίαση του Προγράμματος ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ανέφερε ότι τελικά οι δαπάνες Υγείας θα αυξηθούν στο 7% του ΑΕΠ (και όχι 7,5% που αναφέρει το Πρόγραμμα).

Με δεδομένο ότι το ΑΕΠ του 2023 υπολογίζεται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας, σε 221,4 δισ. ευρώ το 2023 και οι δαπάνες Υγείας, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού (σελ. 89) ανέρχονται σε 11,9 δισ. ευρώ, αυτό σηματοδοτεί μια αύξηση των ετήσιων δαπανών Υγείας κατά 3,6 δισ. ευρώ, εάν προσεγγίσουν το 7% του ΑΕΠ, και 4,7 δισ. ευρώ, εάν προσεγγίσουν το 7,5% του ΑΕΠ.

Αντίστοιχα, οι δαπάνες εκπαίδευσης υπολογίζονται σε 6,7 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού (σελ. 89), συνεπώς μια αύξηση στο 5% του ΑΕΠ σηματοδοτεί επιπλέον δαπάνες 4,3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, οι ανωτέρω δύο προβλέψεις του Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ κοστίζουν επιπλέον 8 έως 9 δισ. ευρώ επιπλέον ετησίως (αναλόγως εάν υπολογίζονται οι δαπάνες Υγείας στο 7% ή 7,5% του ΑΕΠ).

Το κόστος του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας

Σε διαμετρικά αντίθετη λογική από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ κινείται, σύμφωνα με τον Θ. Σκυλακάκη, το αντίστοιχο πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας.

«Το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας είναι σε απόλυτη συμφωνία με τους στόχους που έχουν τεθεί στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που υποβλήθηκε πριν από μερικές ημέρες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Συγκεκριμένα, το Πρόγραμμα Σταθερότητας περιλαμβάνει στο βασικό σενάριο, το κόστος της αύξησης των συντάξεων κάθε έτος με βάση το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό (που υπολογίζεται σε 450 εκατ. το πρώτο έτος και βαίνει αυξανόμενο, ώστε να φτάσει σωρευτικά τα 800 εκατ. ευρώ το 2025, το 1,1 δισ. ευρώ το 2026 και 1,5 δισ. ευρώ το 2027), καθώς και την εξαγγελθείσα από τη ΔΕΘ, αύξηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων από 1/1/2024 (κατά 500 εκατ. ευρώ), όπως και την αύξηση των αναπηρικών επιδομάτων (κατά 95 εκατ. ευρώ) που ισχύει από αυτόν τον μήνα.

Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας επίσης γίνεται η αναφορά για τα επιπλέον δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ανακοινωθεί μετά την προκήρυξη των εκλογών, ύψους 0,1% του ΑΕΠ το 2024 και 0,3% του ΑΕΠ το 2025 και το 2026, που καλύπτονται από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Αυτά περιλαμβάνουν την αύξηση του αφορολόγητου κατά 1.000 ευρώ για οικογένειες με παιδιά (κόστος 77 εκατ. ευρώ ετησίως), την αύξηση κατά 8% του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (κόστος 49 εκατ. ευρώ ετησίως), τη σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος (κόστος 89 εκατ. ευρώ το 2025, 222 εκατ. ευρώ το 2026 και 443 εκατ. ευρώ το 2027), τη σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών (με κόστος 230 εκατ. ευρώ το 2025 και 2026 και 509 εκατ. το 2027), την αύξηση του επιδόματος μητρότητας στους ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες (με κόστος 40 εκατ. ευρώ ετησίως), τη μονιμοποίηση της απαλλαγής των πρώην δικαιούχων Ε.Κ.Α.Σ. από τη συμμετοχή τους στη φαρμακευτική δαπάνη (με κόστος 38 εκατ. ευρώ ετησίως), το youth pass για τους νέους που ενηλικιώνονται (με κόστος 30 εκατ. ευρώ ετησίως) και τη μείωση ΕΝΦΙΑ 10% για σπίτια που ασφαλίζονται για φυσικές καταστροφές (με κόστος περί τα 40 εκατ. ευρώ ετησίως).

Το συνολικό κόστος των ανωτέρω μέτρων ανέρχεται σε 1,3 δισ. ευρώ το 2024, 2 δισ. ευρώ το 2025, 2,5 δισ. ευρώ το 2026 και 3,3 δισ. ευρώ το 2027. Αυτός είναι και ο υπολογιζόμενος δημοσιονομικός χώρος που έχουμε σύμφωνα με τις προβλέψεις του Προγράμματος Σταθερότητας.

Δύο βασικές επισημάνσεις

Αρχικά, στη δήλωσή του, ο Θ. Σκυλακάκης προβαίνει σε δύο βασικές επισημάνσεις σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία:

  1. Σε σχέση με τη γενική κατάσταση των δημοσίων οικονομικών, η επίτευξη καλύτερου συνολικού ελλείματος σε σχέση με τον προϋπολογισμό (βελτίωση ύψους 3,8 δισ. ευρώ) και ενός μικρού πρωτογενούς πλεονάσματος, αντί για πρωτογενές έλλειμμα 1,6% του ΑΕΠ (βελτίωση 3,7 δισ. ευρώ), είναι συγκεκριμένο και απτό επίτευγμα. Τώρα αν σε κάποιους φαίνεται βελτίωση 3,7 δισ. ασήμαντη, ευτυχώς η γνώμη τους δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε από τους θεσμούς (12 θετικές αξιολογήσεις), ούτε από τις αγορές (σήμερα έχουμε επιτόκια δανεισμού αντίστοιχα ή και χαμηλότερα από την Ιταλία), ούτε από τους οίκους αξιολόγησης που επαινούν την ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική.
  2. Σε σχέση με το δημόσιο χρέος, η πολύ μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ του 2022 και τα εξαιρετικά δημοσιονομικά αποτελέσματα είχαν ως αποτέλεσμα να πετύχουμε αποτελέσματα για το δημόσιο χρέος το 2022 που η Επιτροπή μόλις πριν ένα χρόνο (στην Έκθεση ενισχυμένης εποπτείας του Μαΐου του 2022 – βασικό σενάριο), προέβλεπε ότι δεν θα επιτύχουμε πριν το 2024.

«Σημειώνω εδώ ότι τα μόνα στοιχεία που έχουν σημασία για το χρέος αφορούν τη γενική κυβέρνηση. Αυτά λαμβάνουν υπόψη τους οι θεσμοί, οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης. Χρήση άλλων στοιχείων που αγνοούν ότι το ενδοκυβερνητικό χρέος είναι δημοσιονομικά ουδέτερο και δημοσιονομικά αδιάφορο, είναι εκτός δημοσιονομικής πραγματικότητας», επισημαίνει ο Θ. Σκυλακάκης.