Τα νέα που έρχονται μετά τον καθορισμό της ρητής ημερομηνίας για το τέλος των εχθροπραξιών στο Ιράν και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, προσδιορίζουν χρονικά την διεξαγωγή των εκλογών στη χώρα μας. Υπολογίζοντας λοιπόν ότι η παγκόσμια και η εγχώρια οικονομία θα χρειαστούν περίπου ένα εξάμηνο για την επαναφορά τους στην κανονικότητα και για τη αποκλιμάκωση του «σκληρού ενεργειακού πληθωρισμού», οι εκλογές πάνε για μέσα στο 2027.
Και είναι λογικό. Με τον πληθωρισμό να κτυπάει στο ταβάνι της κρίσης με 5,0% οποιαδήποτε διαδικασία εξισορρόπησης προς τα δεδομένα πριν τον πόλεμο, θα είναι ευεργετική. Αφού ο πυρήνας της βασικής αιτίας της ακρίβειας, που είναι το ενεργειακό κόστος θα υποχωρήσει. Ίσως όχι τόσο γρήγορα όσο θα θέλαμε, ή όσο επιθυμούν οι αγορές, αλλά θα υποχωρήσει.
Η κυβέρνηση επέλεξε να μην κινηθεί στον αστερισμό των πρόωρων εκλογών τον περασμένο Φεβρουάριο όταν δεν υπήρχε ούτε το κόμμα Τσίπρα, ούτε το κόμμα Καρυστιανού. Που αρκετοί το θεωρούσαν ευκαιρία. Αντιθέτως, ο πρωθυπουργός επέλεξε να κινηθεί θεσμικά. Το ίδιο πράττει και σήμερα. Δηλώνοντας δηλαδή πως οι εκλογές θα γίνουν προγραμματισμένα μέσα στο 2027.
Με τη διαφορά ότι μέχρι τις εκλογές υπάρχουν αρκετοί μήνες μπροστά μας. Ώστε αφενός να δοθεί στην οικονομία η δυνατότητα να ισορροπήσει τις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών σε χαμηλότερα επίπεδα και αφετέρου να δοθεί στην κυβέρνηση η ευκαιρία να αναλύσει την πλήρη εικόνα από την «οικονομική ζημιά», ώστε να αποκατασταθούν στα πλαίσια του δυναμικά διαμορφούμενου δημοσιονομικού χώρου, τα τραύματα που άφησε το ενεργειακό σοκ πάνω στην κοινωνία.
Πώς έχει όμως η μεγάλη εικόνα; Ήδη οι αγορές, οι κυβερνήσεις και οι πολίτες που διψούν για καλά νέα, παραμερίζουν προς το παρόν το γεγονός ότι ο αρχικός οδικός χάρτης συμφωνίας που δεν μας δίνει βεβαιότητες ότι τα πράγματα έχουν πλήρως διευθετηθεί.
Αλλά ακόμα και να επιστρέψουμε αύριο κιόλας στο καθεστώς της ελεύθερης διέλευσης από τα Στενά, παράλληλα με την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού η κανονικότητα θα αργήσει να επιστρέψει, κυρίως λόγω της ναρκοθέτησης της θαλάσσιας περιοχής ανάμεσα στο Ιράν και στο Ομάν. Διότι δεν αρκεί να ανοίξουν οι δρόμοι. Πρέπει να επαναλειτουργήσουν οι υποδομές, τα διυλιστήρια, καθώς και οι εγκαταστάσεις εξαγωγής των υδρογονανθράκων. Για παράδειγμα, περισσότερα από 10 εκατ. βαρέλια ημερησίας παραγωγής της Μέσης Ανατολής έχουν διακοπεί να παράγονται και ορισμένα κοιτάσματα ενδέχεται να χρειαστούν μήνες για να επαναλειτουργήσουν πλήρως.
Αν δεν υπάρξει λοιπόν κάποιο απρόσμενο πισωγύρισμα, αναμένεται το επόμενο χρονικό διάστημα αποκλιμάκωση του «σκληρού πληθωρισμού» που προκαλείται από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου και των υδρογονανθράκων. Βέβαια, αποφασιστικό παράγοντα στην υποχώρηση των τιμών θα παίξει και η ταχύτητα με την οποία θα εξομαλυνθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες και θα ανακάμψουν οι εξαγωγικές ροές, που θα καθορίσουν τους ναύλους και τα ασφάλιστρα κινδύνου για τη ναυσιπλοΐα. Μέχρι να φτάσουμε στα 20 εκατ. βαρέλια που περνούσαν πριν από τον πόλεμο από τα Στενά του Ορμούζ, φορτωμένα πάνω σε 120 με 140 δεξαμενόπλοια, ημερησίως.
Πάντως, με το Brent κοντά στα $83 και με το WTI στα $80, τα συμβόλαια έχουν επιστρέψει ήδη στα προ τριμήνου επίπεδα, εμφανίζοντας ισχυρά σημάδια αισιοδοξίας.
Δεν είναι όμως τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (ΣΜΕ) των υδρογονανθράκων, τα μοναδικά που υποχώρησαν. Κατά 4% με 5% υποχώρησαν άμεσα τα ΣΜΕ του σιταριού, του καλαμποκιού και της σόγιας. Σαν επακόλουθο της πτώσης των τιμών του πετρελαίου και των καυσίμων (diesel) που μειώνει άμεσα το κόστος καλλιέργειας, συγκομιδής και μεταφοράς των αγροτικών προϊόντων.
Το σύνολο της αγροτικής παραγωγής θα ευνοηθεί και από την επαναλειτουργία της παραγωγής αζωτούχων λιπασμάτων, όπως είναι η ουρία, που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο ως πρώτη ύλη και πηγή ενέργειας. Η ομαλοποίηση της κατάστασης στον Περσικό Κόλπο θα μειώσει το κόστος ενέργειας και θα επιτρέψει την απρόσκοπτη μεταφορά πρώτων υλών όπως του θείου και της αμμωνίας, που είχαν μπλοκαριστεί στον Περσικό κόλπο. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η αγορά λιπασμάτων δεν θα ανακάμψει γρήγορα. Υπάρχουν βέβαια τεράστια αποθέματα που θα πρέπει να διακινηθούν ώστε να καλύψουν τη ζήτηση, ενώ η παραγωγή σε πολλές μονάδες έχει υποστεί ζημιές και θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος για να αποκατασταθεί το σύνολο της συγκεκριμένης εφοδιαστικής αλυσίδας.
Πιο θετικά είναι τα νέα από χώρο των πλαστικών και των πετροχημικών, των ενεργοβόρων βιομηχανιών και των μεταφορών. Διότι τα πλαστικά είναι τα πρώτα βιομηχανικά προϊόντα που θα επηρεαστούν άμεσα από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, καθώς το πετρέλαιο είναι η κύρια πρώτη ύλη τους. Κλάδοι όπως η χαλυβουργία, η τσιμεντοβιομηχανία και η παραγωγή χαρτιού, που έχουν υψηλή εξάρτηση από την ενέργεια, θα δουν βελτίωση στα περιθώρια κέρδους τους, κάτι που σταδιακά μπορεί να μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές για τον καταναλωτή. Το κόστος μεταφοράς όλων των πρώτων υλών, όπως είναι τα μέταλλα, τα χημικά, τα εξαρτήματα κα αναμένεται να μειωθεί, καθώς το κόστος των καυσίμων των πλοίων και των φορτηγών θα αποκλιμακωθεί. Και αυτό θα μειώσει το τελικό κόστος για τη βαριά βιομηχανία.
Και αν αυτή περίπου είναι η ευρύτερη εικόνα για όλον τον κόσμο, κάπως ανάλογα θα κινηθούν τα πράγματα και στην Ελλάδα.
Η ομαλοποίηση της ροής αργού πετρελαίου και LNG θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας. Αυτό θα μειώσει το κόστος παραγωγής στη βιομηχανία και το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς θα είναι και πάλι πιο εύκολα να υπογραφούν μακροχρόνια συμβόλαια, μακριά από τις απότομες διακυμάνσεις της spot αγοράς.
Η υποχώρηση των τιμών της ενέργειας θα λειτουργήσει «αποπληθωριστικά», αυξάνοντας και πάλι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και βελτιώνοντας το επιχειρηματικό κλίμα. Θα υπάρξει βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών λόγω της μείωσης του κόστους από την εισαγωγή των καυσίμων και θα ομαλοποιηθεί η μεταποίηση λόγω της μείωσης των τιμών των πρώτων υλών.
Δηλαδή θα διαμορφωθεί ένα κλίμα κανονικότητας μετά από πολύ καιρό. Όπου οι αποφάσεις, οι πράξεις και οι εξαγγελίες θα πρέπει να έχουν πραγματικό νόημα και να αφήνουν ένα πραγματικά θετικό αποτύπωμα. Μπορεί οι τρέχουσες οικονομικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ και του Νέου Σύριζα να θυμίζουν το πιο λαϊκίστικο παρελθόν τους, να προκαλούν τον γέλωτα, ωστόσο δεν είναι ικανές να διαγράψουν από το μυαλό μας, την εικόνα της κυβέρνησης «παρατηρητή», οποία έμεινε σχεδόν αδρανής μπροστά στην έκρηξη της ακρίβειας. Και αυτό είναι κάτι που οι πολίτες, της το χρεώνουν.
Οπότε υπάρχει μπροστά μας ένα ικανό χρονικό διάστημα, ώστε η κυβέρνηση και κερδίσει και εδώ τη μάχη. Τη μάχη της ουσίας, τη μάχη της καθημερινότητας και της μεταφοράς της μεγάλης εικόνας της οικονομίας στην μικρή εικόνα του νοικοκυριού. Μια μάχη όμως που θέλει υπουργούς – μαχητές και όχι υπουργούς – θεατές. Υπουργούς που να φέρνουν αποτελέσματα και όχι μόνο να παρατηρούν και να διαπιστώνουν. Υπουργούς που να δρουν. Έχουμε οκτώ περίπου μήνες μπροστά μας, για τις εκλογές του 2027. Αρκούν;
