Τα ζητούμενα και τα ερωτήματα της συνταγματικής αναθεώρησης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Τα ζητούμενα και τα ερωτήματα της συνταγματικής αναθεώρησης

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν αποτέλεσε σχεδόν ποτέ στο παρελθόν ένα θέμα που κέντρισε το ενδιαφέρον των πολιτών, με εξαίρεση, ίσως, την απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ περί διαχωρισμού κράτους-Εκκλησίας. Από τότε έως σήμερα, όμως, μεσολάβησαν γεγονότα που έθεσαν σειρά ζητημάτων στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και προκάλεσαν το κοινό αίσθημα, όπως για παράδειγμα το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών.

Ταυτόχρονα, σε μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας και «θολής» πολιτικής εικόνας και εν τη απουσία, πλέον, των «μνημονιακών» και μη πολιτικών γραμμών, οι προθέσεις των πολιτικών δυνάμεων για το πως «βλέπουν» τη λειτουργία του κράτους, μπαίνουν στην πολιτική ατζέντα με ευρύτερες διαστάσεις. Γι’ αυτό η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, που ουσιαστικά «άνοιξε» ο Κυριάκος Μητσοτάκης, θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης, δημιουργώντας νέες «διαχωριστικές» γραμμές, παρότι βασική επιδίωξή της είναι η συναίνεση.

Για την κυβέρνηση, οι προτάσεις που θα διατυπώσει ουσιαστικά θα σηματοδοτούν το περιεχόμενο αυτού που ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προσδιορίσει ως «πολυδιάστατο εκσυγχρονισμό», σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» και «Ελλάδα 2030», έννοιες, που θα συμπληρώσουν το κυβερνητικό αφήγημα και τον στόχο για την ενίσχυση των εισοδημάτων και διάχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στους πολίτες, την δημοσιονομικής ισορροπίας και της τήρησης των δεσμεύσεων, που η κυβέρνηση ανέλαβε τις προηγούμενες δυο τετραετίες. Με τηλεοπτικό του μήνυμα ο πρωθυπουργός έθεσε ουσιαστικά το περίγραμμα των άρθρων που θα θέσει στην πρότασή του προς τη Βουλή. Έχοντας δηλώσει ότι «το Σύνταγμα του 1975 εξασφάλισε ομαλότητα και πολιτική σταθερότητα», σημείωσε ότι «είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές που θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, εισάγοντας ρυθμίσεις για την καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής και συμβαδίζοντας με νέα δεδομένα όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η Κλιματική Κρίση», υποδεικνύοντας την αναθεώρηση ως το μέσο για να περάσει η χώρα σε μια νέα εποχή. 

Στην αιχμή των προτάσεων του κ. Μητσοτάκη, ο οποίος ζήτησε μια αναθεώρηση «γενναία και τολμηρή», η αναθεώρηση του άρθρου 86, η αξιολόγηση στο Δημόσιο -έχοντας θέσει στο παρελθόν ζήτημα κατάργησης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων- η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, η θεσμική αλλαγή στην προεδρική θητεία, με την καθιέρωση μιας εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η αλλαγή στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης με την συμμετοχή των ίδιων των δικαστών. Ταυτόχρονα με την ανάγκη το νέο Σύνταγμα να απαντά στις ανάγκες των εξελίξεων, ο κ. Μητσοτάκης προανήγγειλε την πρότασή του για «ύπαρξη δικλείδων που θα εγγυώνται την δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση, αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων», όπως είπε, «ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού», σημειώνοντας ότι αυτά κρύβουν ολέθριες συνέπειες που η χώρα έχει πληρώσει ακριβά.

Ο κ. Μητσοτάκης έδωσε εξαρχής το στίγμα των προθέσεών του. Για το νόμο περί ευθύνης υπουργών, μίλησε για «αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις τυχόν ποινικής ευθύνης Υπουργών ενώ αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους», επισημαίνοντας ότι ο ίδιος υπερασπίζεται την αλλαγή του άρθρου 86, εδώ και 20 χρόνια. Για την «μάχη», όπως την χαρακτήρισε, με το «βαθύ κράτος», έκανε λόγο για «μία δημόσια διοίκηση φιλική και αποτελεσματική» που πρέπει «να έχει ως κινητήρια δύναμη τη διαρκή αξιολόγηση και να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση». Για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξέφρασε την στήριξή του στην άρση του «αναχρονιστικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την ίδρυση και μη κρατικών πανεπιστημίων», όπως υπογράμμισε. Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε «προστασία του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας» την καθιέρωση μιας μόνο εξαετούς θητείας και “θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης” την πιο ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των Ανώτατων Δικαστηρίων, που προτείνει.

Με την κίνησή του αυτή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ουσιαστικά την ατζέντα και αντέτεινε την αναζήτηση συναινέσεων σε μια τεταμένη πολιτική περίοδο, καλώντας «κόμματα και πολίτες σε έναν εποικοδομητικό προβληματισμό», όπως είπε. Κάνοντας λόγο για «αίτημα της ίδιας της κοινωνίας, που αναζητά ευρύτερες συναινέσεις», υπέδειξε έναν διάλογο «με επιχειρήματα ουσίας πέρα από κομματικές σκοπιμότητες». Κι επειδή είναι βέβαιο ότι μια ενδεχόμενη αποτυχία στην εξεύρεση συναινέσεων θα αποτελέσει και πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, ο κ. Μητσοτάκης επεδίωξε να θέσει την διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, όπως ο ίδιος είπε, ως «απάντηση στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική περιχαράκωση που διακρίνει το πολιτικό μας σύστημα».

Ο πρωθυπουργός βάζει στη διαδικασία και την κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, καθώς με επιστολή του προς τους βουλευτές τους καλεί να υποβάλλουν τις δικές τους προτάσεις. «Ο κόσμος του 2026 είναι διαφορετικός και θέτει νέες προκλήσεις» γράφει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας την «περιορισμένη συμμετοχή της δικαστικής λειτουργίας στη διαδικασία διερεύνησης της ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης», τις «μεγάλες αδράνειες στη λειτουργία του κράτους», την αξιολόγηση και τον «επανακαθορισμό της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων» ως κεντρικά σημεία, που θα πρέπει να επανεξεταστούν. Ταυτόχρονα, στην επιστολή του εξηγεί ότι «η δυνατότητα δεύτερης θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας θέτει ενίοτε τον αρχηγό του κράτους στο επίκεντρο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων που δύνανται να αλλοιώσουν τον οφειλόμενο υπερκομματικό χαρακτήρα του», σημειώνοντας ότι το σημερινό Σύνταγμα «ασχολείται επισταμένα με προβλήματα του παρελθόντος» και «αγνοεί την τεχνητή νοημοσύνη ενώ υποεκτιμά επιτακτικές προκλήσεις όπως η αναζήτηση προσιτής στέγης ή η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα τη νεότερη γενιά, ενώ δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις επόμενες γενεές. δεν δίνει τη δυνατότητα έγκαιρης δικαστικής κρίσης [...], δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα, δεν κατοχυρώνει μια σειρά από απαραίτητους κανόνες κυβερνητικής λειτουργίας».  

Με βάση την αιτιολογική βάση, καλεί τους βουλευτές να συμβάλλουν, προαναγγέλλοντας ότι η πρόταση της κυβέρνησης θα ολοκληρωθεί μέσα στον Μάρτιο και η κοινοβουλευτική διαδικασία θα ξεκινήσει τον Απρίλιο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι επιδιώκει την συναίνεση. Το ερωτηματικό είναι αν για την αντιπολίτευση, μπορεί να συναινέσει στις κυβερνητικές προτάσεις σε μια κομβική στιγμή και για την ίδια και κυρίως, την στιγμή που τα δημοσκοπικά δεδομένα εντείνουν μια συζήτηση περί μετεκλογικών συνεργασιών.