Αφορμής δοθείσης (ενεργός συμμετοχή πρώην πρωθυπουργών της χώρας μας στον πολιτικό διάλογο -ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό-) και αιτίας υπάρχουσας (κρίση αξιών -και όχι μόνο- και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ)), έκλεισα ένα ταξίδι με τη «μηχανή του χρόνου» με προορισμό τη Γερμανία εν έτει 2011.
Πιο συγκεκριμένα για το Βερολίνο, όπου στις 4 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς και στο πλαίσιο του συνεδρίου του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), ο, σήμερα αείμνηστος, πρώην καγκελάριος (1974 – 1982) της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ, λίγο πριν τα 93α γενέθλιά του, εκφώνησε μια ομιλία, η οποία, αν και «έγραψε», δεν είναι ευρέως γνωστή.
Η ομιλία με τίτλο «Η Γερμανία στην Ευρώπη, μαζί με την Ευρώπη» αποτελεί το απόσταγμα της πείρας που «έχτισε» ο, εβραϊκής -από τον παππού του- καταγωγής, Σμιτ μέσα από τη μακρά πολιτική του σταδιοδρομία, σε συνδυασμό με την εις βάθος γνώση της Ιστορίας, παράλληλα μ’ αυτήν της Οικονομίας και της Φιλοσοφίας.
Το υπόστρωμα, όμως, των προαναφερθέντων σφυρηλατήθηκε από τα βιώματά του -και- ως κατώτερος αξιωματικός του γερμανικού στρατού στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Β’ ΠΠ), όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ίδιος σχετικά με το κίνητρό του να ασχοληθεί με την πολιτική: «Η πραγματική κινητήρια δύναμη της γενιάς που βγήκαμε από τον πόλεμο, έχοντας βιώσει τη φρίκη του, ήταν, ότι ήμασταν όλοι αποφασισμένοι να συμβάλουμε ώστε όλα αυτά τα φρικτά πράγματα να μην επαναληφθούν ποτέ ξανά στη Γερμανία.»
Και αν τα προαναφερθέντα καθόρισαν τον πολιτικό του βίο, ο Σμιτ «απογειώθηκε» στη συνέχεια και καθιερώθηκε ως υπερκομματική αξία στη συνείδηση των Γερμανών, συμμετέχοντας ενεργά στα κοινά, όχι όμως στην πολιτική, ως συγγραφέας, εκδότης, ομιλητής σε εκδηλώσεις και επίτιμος πρόεδρος πολλών ομίλων. Με κύριο χαρακτηριστικό την, υπεράνω κομματικών σκοπιμοτήτων, κατασταλαγμένη άποψή του, φιλοσοφημένη, πάντα τεκμηριωμένη και με αφοπλιστική σαφήνεια διατυπωμένη. Και όλα αυτά παράλληλα με την ενασχόλησή του με τα αγαπημένα του χόμπι, όπως μουσική (πιανίστας), ζωγραφική, ιδιαίτερα, όμως, με τη φιλοσοφία, έχοντας «συνοδό» μέχρι την τελευταία του στιγμή (2015 – 97 ετών) τη διαύγεια του πνεύματός του και την επιθυμία του να προσφέρει.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η ομιλία του αυτή, παρ’ ότι εκφωνήθηκε στο πλαίσιο ενός κομματικού συνεδρίου, μεσούσης της ευρωπαϊκής, αλλά και ελληνικής κρίσης (ο Ντράγκι ανακοίνωσε το «θα κάνουμε ό,τι απαιτείται…» μισό χρόνο αργότερα), ξεπερνάει τόσο τα στενά κομματικά, όσο όμως και τα ευρύτερα εθνικά όρια, ενώ, παράλληλα, χαρακτηρίζεται από τη διαχρονική της αξία. Σε πολλά σημεία, μάλιστα, παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Μεταφρασμένα αποσπάσματα αυτής της ιστορικής ομιλίας, όπως την εκφώνησε ο ίδιος, παρατίθενται κάτωθι.
«Όσον αφορά όλη την κομματική πολιτική, λόγω ηλικίας έχω ήδη φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Εδώ και πολύ καιρό με απασχολούν πρωτίστως και δευτερευόντως τα καθήκοντα και ο ρόλος του έθνους μας μέσα στο απαραίτητο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Ως πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος πλέον, είναι φυσικό να σκέφτεται κανείς σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα - τόσο αναδρομικά μέσα στην ιστορία, όσο και προς τα εμπρός, στο προσδοκώμενο και επιθυμητό μέλλον. Ο Βόφγκανγκ Τίρζε (σ.σ. πολιτικός της SPD) με ρώτησε: «Πότε η Γερμανία θα γίνει επιτέλους μια κανονική χώρα;». Κι εγώ απάντησα: Στο ορατό μέλλον, η Γερμανία δεν θα είναι μια «κανονική» χώρα. Διότι το τεράστιο, αλλά ξεχωριστό ιστορικό μας φορτίο έρχεται σε αντίθεση με αυτό. Και, επιπλέον, απέναντι σε αυτό στέκεται η δημογραφικά και οικονομικά υπέρμετρη κεντρική θέση μας μέσα στην πολύ μικρή, αλλά ποικιλόμορφη και με κρατικές εθνότητες διαρθρωμένη, ήπειρό μας.
Και μ’ αυτό έρχομαι κατ’ ευθείαν στο σύνθετο θέμα της ομιλίας μου: η Γερμανία μέσα στην Ευρώπη, για την Ευρώπη.
Μπορεί κανείς να αντιληφθεί την ευρωπαϊκή ιστορία – αν τη δει από τη σκοπιά της Κεντρικής Ευρώπης – και ως μια σχεδόν ατελείωτη σειρά μαχών μεταξύ περιφέρειας και κέντρου και αντιστρόφως μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Από τον πρώτο Τριακονταετή Πόλεμο, 1618 έως 1648, που διεξήχθη κυρίως σε γερμανικό έδαφος, έως τον δεύτερο τριακονταετή πόλεμο, από το 1914 έως το 1945. Στη νεότερη εποχή, αυτό ίσχυσε για τον πόλεμο κατά του Ναπολέοντα - και ίσχυσε για τους τρεις πολέμους του Μπίσμαρκ: 1864, 1866 και 1870/71.
Η καταστροφή της Ευρώπης, που προκλήθηκε από τη Γερμανία, συμπεριέλαβε την καταστροφή των ευρωπαίων Εβραίων και την καταστροφή του γερμανικού εθνικού κράτους. Με άλλα λόγια, εμείς οι Γερμανοί επανειλημμένα αφήσαμε άλλους να υποφέρουν εξαιτίας της ισχύος μας, απόρροια της κεντρικής μας θέσης.
Εμείς οι Γερμανοί δεν έχουμε κατανοήσει επαρκώς ότι σχεδόν σε όλους τους γείτονές μας υπάρχει, πιθανότατα για πολλές ακόμη γενιές, μια λανθάνουσα καχυποψία απέναντι στους Γερμανούς. Οι μεταγενέστερες γερμανικές γενιές θα πρέπει, επίσης, να ζουν με αυτό το ιστορικό βάρος. Και οι σημερινοί δεν πρέπει να ξεχνούν: ήταν η καχυποψία απέναντι σε μια μελλοντική ανάπτυξη της Γερμανίας που οδήγησε το 1950 στην απαρχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Όλα αυτά συνέβησαν από ρεαλιστική συνειδητοποίηση μιας πιθανής μελλοντικής ανάπτυξης της γερμανικής ισχύος που, όμως, θα προκαλούσε φόβο. Δεν ήταν ο ιδεαλισμός του Βίκτωρος Ουγκώ, ο οποίος επιζητούσε την ενοποίηση της Ευρώπης από το 1849, ούτε οποιοσδήποτε άλλος ιδεαλισμός βρέθηκε στην αφετηρία της τότε, περιορισμένης στη Δυτική Ευρώπη, ευρωπαϊκής ενοποίησης το 1950/52.
Οι, τότε, ηγέτες στην Ευρώπη και την Αμερική έδρασαν από μια ρεαλιστική αντίληψη της ανάγκης να αποφευχθεί η συνέχιση του αγώνα μεταξύ της περιφέρειας και του γερμανικού κέντρου. Όποιος δεν έχει κατανοήσει αυτό το αρχικό κίνητρο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το οποίο εξακολουθεί να παραμένει θεμελιώδες στοιχείο, δεν συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επίλυση της σημερινής, εξαιρετικά επικίνδυνης, κρίσης της Ευρώπης.
Η αρχική αντίσταση, π.χ. της Μάργκαρετ Θάτσερ, του Μιτεράν ή του Αντρεότι το 1989/90 απέναντι στην ενοποίηση των δύο μεταπολεμικών γερμανικών κρατών, βασιζόταν σαφώς στο φόβο μιας ισχυρής Γερμανίας στο κέντρο αυτής της μικρής ευρωπαϊκής ηπείρου. Έκτοτε, από επίγνωση του στρατηγικού συμφέροντος του γερμανικού έθνους – όχι από ιδεαλισμό – έχω γίνει και παραμένω υποστηρικτής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και υποστηρικτής της ενσωμάτωσης της Γερμανίας.
Εν κατακλείδι: η, μέχρι σήμερα, ενοποίηση της Ευρώπης βασίστηκε στη γαλλική ανησυχία για μια υπερβολικά ισχυρή Γερμανία, ή ακριβέστερα: για ένα υπερβολικά ισχυρό γερμανικό μάρκο.
Ταυτόχρονα όμως - και σχεδόν απαρατήρητα - η ανθρωπότητα αυξήθηκε εκρηκτικά σε 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Όταν γεννήθηκα εγώ, ήταν μόλις 2 δισεκατομμύρια. Όλες αυτές οι τεράστιες αλλαγές έχουν ισχυρότατες επιπτώσεις στους λαούς της Ευρώπης, στα κράτη τους και στην ευημερία τους! Από την άλλη, όλα τα ευρωπαϊκά έθνη γερνούν - και ο αριθμός των πολιτών τους μειώνεται παντού.
Στα μέσα του 21ου αιώνα θα ζουν πιθανότατα 9 δισεκατομμύρια άνθρωποι στη Γη, ενώ τότε τα ευρωπαϊκά έθνη όλα μαζί θα αποτελούν μόνο το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού. 7% από 9 δισεκατομμύρια! Μέχρι το 1950, οι Ευρωπαίοι αποτελούσαν για περισσότερο από δύο αιώνες πάνω από το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αλλά εδώ και 50 χρόνια, ο πληθυσμός της Ευρώπης μειώνεται - όχι μόνο σε απόλυτους αριθμούς, αλλά κυρίως σε σχέση με την Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Εξίσου συρρικνώνεται και το μερίδιο των Ευρωπαίων στο παγκόσμιο κοινωνικό προϊόν, δηλαδή στην προστιθέμενη αξία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μέχρι το 2050 θα πέσει περίπου στο 10%. Το 1950 ήταν ακόμη στο 30%.
Μέχρι το 2050, κάθε ένα από τα ευρωπαϊκά έθνη θα αντιπροσωπεύει μόνο ένα κλάσμα του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτό σημαίνει, ότι αν εμείς οι Ευρωπαίοι θα έχουμε κάποια σημασία για τον κόσμο, τότε αυτό μπορεί να γίνει μόνο από κοινού. Διότι ως μεμονωμένα κράτη - είτε πρόκειται για τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Πολωνία, την Ολλανδία, τη Δανία ή την Ελλάδα – στο τέλος δεν θα μπορούμε να μετρηθούμε σε ποσοστά, αλλά μόνο σε χιλιοστά.
Ούτε μπορεί να αποκλειστεί σε μια τέτοια περίπτωση η αναζωπύρωση του ανταγωνισμού και των μαχών γοήτρου μεταξύ των κρατών της Ευρώπης. Σε μια τέτοια περίπτωση, το παλιό παιχνίδι μεταξύ κέντρου και περιφέρειας θα μπορούσε και πάλι να γίνει πραγματικότητα.
Η οικονομία μας έχει εξελιχθεί, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970, τότε ακόμη διχοτομημένη, στη μεγαλύτερη της Ευρώπης. Σήμερα είναι τεχνολογικά, δημοσιονομικά και κοινωνικά μία από τις πιο αποδοτικές οικονομίες στον κόσμο. Η οικονομική μας ισχύς και η, επί δεκαετίες, συγκριτικά πολύ σταθερή κοινωνική ειρήνη μας έχουν, επίσης, προκαλέσει φθόνο, παράλληλα με τα πολύ χαμηλά ποσοστά ανεργίας μας και χρέους. Ωστόσο, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει επαρκώς, ότι η οικονομία μας είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ενταγμένη στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και ταυτόχρονα ιδιαίτερα παγκοσμιοποιημένη και, ως εκ τούτου, εξαρτημένη από τη διεθνή οικονομική συγκυρία.
Αν εμείς οι Γερμανοί μπαίναμε στον πειρασμό, βασιζόμενοι στην οικονομική μας ισχύ, να διεκδικήσουμε έναν ηγετικό πολιτικό ρόλο στην Ευρώπη ή έστω να παίξουμε τον ρόλο του πρώτου μεταξύ ίσων, όλο και περισσότεροι γείτονές μας θα αντιδρούσαν αποτελεσματικά σε αυτό. Η ανησυχία της περιφέρειας για ένα υπερβολικά ισχυρό κέντρο της Ευρώπης θα επέστρεφε πολύ γρήγορα.
Οι πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν παραλυτικές για την ΕΕ. Και η Γερμανία θα κατέληγε σε απομόνωση. Η πολύ μεγάλη και πολύ ισχυρή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χρειάζεται – και για προστασία από τον ίδιο τον εαυτό της! – την ένταξη και ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Εξάλλου, εμείς οι Γερμανοί δεν έχουμε καταφέρει το μεγάλο μας επίτευγμα της ανοικοδόμησης των τελευταίων έξι δεκαετιών μόνοι μας. Δεν θα ήταν εφικτό χωρίς τη βοήθεια των δυτικών νικητριών δυνάμεων, χωρίς την ενσωμάτωσή μας στην ευρωπαϊκή κοινότητα και στην Ατλαντική Συμμαχία, χωρίς τη βοήθεια των γειτόνων μας, χωρίς την πολιτική αναγέννηση της ανατολικής Κεντρικής Ευρώπης και χωρίς το τέλος της κομμουνιστικής δικτατορίας.
Εμείς οι Γερμανοί έχουμε λόγους να είμαστε ευγνώμονες. Και, ταυτόχρονα, την υποχρέωση να σταθούμε αντάξιοι της αλληλεγγύης που λάβαμε, δείχνοντας τη δική μας αλληλεγγύη στους γείτονές μας!
Κατά την πεποίθησή μου, το θεμελιώδες, μακροπρόθεσμο στρατηγικό συμφέρον της Γερμανίας είναι να μην απομονωθεί και να μην επιτρέψει να απομονωθεί. Μια απομόνωση εντός της Δύσης θα ήταν επικίνδυνη. Μια απομόνωση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωζώνης θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Για μένα, αυτό το συμφέρον της Γερμανίας βρίσκεται σαφώς υψηλότερα από οποιοδήποτε τακτικό συμφέρον των πολιτικών κομμάτων.
Και όντως, η Γερμανία υπήρξε για πολλές δεκαετίες καθαρός πληρωτής - συνεισφέρων στην ΕΕ! Μπορούσαμε να το αντέξουμε οικονομικά και το κάναμε από την εποχή του Αντενάουερ (σ.σ. πρώτος καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας). Και φυσικά η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία ήταν πάντα καθαροί αποδέκτες. Αυτή η αλληλεγγύη ίσως σήμερα να μην γίνεται επαρκώς αντιληπτή από την πολιτική τάξη της Γερμανίας.
Ωστόσο, μέχρι τώρα ήταν κάτι το αυτονόητο. Εξίσου αυτονόητη – και επιπλέον, μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, νομικά κατοχυρωμένη – είναι η αρχή της επικουρικότητας: ό,τι δεν μπορεί να ρυθμίσει ή να αντιμετωπίσει ένα κράτος από μόνο του, οφείλει να το αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν υπάρχει μαγική συνταγή για να ξεπεραστεί η σημερινή κρίση ηγεσίας της ΕΕ. Εμείς οι Γερμανοί δεν πρέπει να παρουσιάζουμε στους Ευρωπαίους εταίρους μας ούτε την οικονομική ή την κοινωνική μας τάξη, ούτε το ομοσπονδιακό μας σύστημα, ούτε το δημοσιονομικό και οικονομικό μας σύστημα ως πρότυπο ή ως μέτρο σύγκρισης, αλλά μόνο ως παραδείγματα μεταξύ πολλών διαφορετικών δυνατοτήτων. Για αυτό χρειαζόμαστε ευρωπαϊκή λογική. Δεν χρειαζόμαστε όμως μόνο λογική, αλλά και συμπόνια για τους γείτονές μας και τους εταίρους μας. Σ’ ένα σημαντικό σημείο συμφωνώ με τον Γιούργκεν Χάμπερμας (σ.σ. Γερμανός φιλόσοφος), ο οποίος πρόσφατα δήλωσε ότι: «...πραγματικά βιώνουμε τώρα για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ μια υποβάθμιση της δημοκρατίας!!»
Για το άμεσο μέλλον της ζώνης του ευρώ παραμένουν ασφαλώς αναγκαία όλα τα μέτρα που ήδη έχουν ανακοινωθεί ή σχεδιαστεί. Αυτά περιλαμβάνουν τα ταμεία διάσωσης, τα ανώτατα όρια χρέους και τον έλεγχό τους, μια κοινή οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, καθώς και μια σειρά από εθνικές μεταρρυθμίσεις στους τομείς της φορολογίας, των δαπανών, της κοινωνικής πολιτικής και της αγοράς εργασίας. Ωστόσο, αναπόφευκτα θα καταστεί απαραίτητος κι ένας κοινός δανεισμός. Εμείς οι Γερμανοί δεν πρέπει να αρνούμαστε εγωιστικά να το αποδεχθούμε.
Ωστόσο, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να προωθούμε μια ακραία πολιτική αποπληθωρισμού για ολόκληρη την Ευρώπη. Αντίθετα, ο Ζακ Ντελόρ έχει δίκιο όταν απαιτεί, παράλληλα με την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, την έναρξη και χρηματοδότηση έργων που προάγουν την ανάπτυξη. Χωρίς ανάπτυξη, χωρίς νέες θέσεις εργασίας, κανένα κράτος δεν μπορεί να εξυγιάνει τον προϋπολογισμό του.
Όποιος πιστεύει ότι η Ευρώπη μπορεί να εξυγιανθεί μόνο με δημοσιονομικές περικοπές, ας μελετήσει τις μοιραίες συνέπειες της αποπληθωριστικής πολιτικής του Χάϊνριχ Μπρούνινγκ (σ.σ. Γερμανός καγκελάριος) το 1930/32. Αυτή προκάλεσε μια ύφεση και ένα αφόρητο επίπεδο ανεργίας, οδηγώντας έτσι στην κατάρρευση της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας.
Βεβαίως, η Ευρώπη θα εξακολουθήσει και στον 21ο αιώνα να αποτελείται από εθνικά κράτη, το καθένα με τη δική του γλώσσα και τη δική του ιστορία. Γι' αυτό και η Ευρώπη σίγουρα δεν θα γίνει ένα ομοσπονδιακό κράτος. Αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιτρέπεται να εκφυλιστεί σε μια απλή συνομοσπονδία κρατών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να παραμείνει ένας δυναμικά αναπτυσσόμενος σχηματισμός.
Αν σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης απολαμβάνει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ειρήνη, είναι κάτι που δεν θα μπορούσαμε να το φανταστούμε αυτό το 1918, το 1933 ή το 1945. Ας εργαστούμε και ας αγωνιστούμε, λοιπόν, ώστε η ιστορικά μοναδική Ευρωπαϊκή Ένωση να εξέλθει από τη σημερινή της αδυναμία σταθερή και με αυτοπεποίθηση!»
Τάδε έφη ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ, αναφερόμενος σε θέματα, όπως:
- Ανταγωνισμοί και πόλεμοι μεταξύ ευρωπαϊκού κέντρου (Γερμανία) και περιφέρειας
- Βασική αιτία ενοποίησης της Ευρώπης: μελλοντική ανάπτυξη της γερμανικής ισχύος
- Ιστορικό βάρος των Γερμανών και της Γερμανίας μετά τον Β’ ΠΠ
- Ζητούμενο: ενοποίηση Γερμανίας και Ευρώπης
- Πρόβλημα: συνεχής συρρίκνωση της Ευρώπης
- Λύση: η ισχύς εν τη ενώσει
- Κίνδυνος: το διαίρει και βασίλευε οδηγεί σε αναζωπύρωση ανταγωνισμού των κρατών
- Στρατηγικό συμφέρον της Γερμανίας: ενσωματωμένη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση
- Ηθική υποχρέωση των Γερμανών: αλληλεγγύη προς τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη
- Οικονομική συμμετοχή Γερμανίας στην ΕΕ: καθαρός πληρωτής – συνεισφέρων
- Γερμανία και ΕΕ: ευρωπαϊκή Γερμανία και όχι γερμανική Ευρώπη
- Κίνδυνος για ΕΕ: υποβάθμιση της δημοκρατίας
- Οικονομική πολιτική ΕΕ, Ι: κοινή οικονομική / δημοσιονομική πολιτική, κοινός δανεισμός
- Οικονομική πολιτική ΕΕ, ΙΙ: ανάπτυξη και εξυγίανση των προϋπολογισμών
- Όραμα για ΕΕ: μια δυναμικά αναπτυσσόμενη ένωση, όχι ομοσπονδιακό κράτος
Και όλα αυτά τα σύνθετα θέματα μέσα σε, μόλις, μια ώρα, ενώπιον κομματικού ακροατηρίου. Ο Σμιτ, σε ηλικία 93 ετών και με την ιδιότητα του ζωγράφου «ζωγράφισε έναν πίνακα τέχνης», ενσωματώνοντας κόμμα – Γερμανία – Ευρώπη μέσα σ’ έναν πολύπλοκο κόσμο με «πινελιές» από Ιστορία, Οικονομία, Φιλοσοφία και Πολιτική. Ακόμη κι αν κάποιος διαφωνεί με τις απόψεις του, μάλλον θα συμφωνήσει, ότι ο Σμιτ κατάφερε να μετατρέψει τη βιωμένη εμπειρία του σε σοφία και να τη μεταφέρει με κατανοητό τρόπο στο ακροατήριο. Ή, όπως το έθεσε ένας παριστάμενος μετά την ομιλία: «ήταν ένα εξαιρετικό μάθημα ιστορίας.»
Μιλώντας για ιστορία! «Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Δείχνει απλώς πώς μια κοινωνία μπορεί να αποφύγει τα λάθη του παρελθόντος στο μέλλον», όπως, πολύ χαρακτηριστικά, εξηγεί ο αείμνηστος Έλληνας στοχαστής και ιστορικός Γιώργος Δερτιλής. Και όπως, επίσης, περιγράφει ο Σμιτ στην ομιλία του, ανεξάρτητα του αν και κατά πόσον οι διάδοχοί του και οι συνεργάτες τους «συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις».
Ωραίο και διδακτικό το ταξίδι με τη «μηχανή του χρόνου» στο Βερολίνο και την ομιλία του, τότε, πρώην καγκελαρίου, αλλά όλα τα ωραία κάποτε φθάνουν στο τέλος τους. Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην πεζή, σημερινή, πραγματικότητα της Ελλάδας, δεν μας προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση, ότι όπως κι ο Σμιτ τότε, έτσι κι οι δικοί μας πρώην πρωθυπουργοί τώρα, ομιλούν.
Και τι λένε; Αυτήν τη σύγκριση με τον Σμιτ, την αφήνω στην κρίση σας.
Τι άλλο συνδέει τον Σμιτ με την Ελλάδα; Μια συνάντηση στις 31 Ιανουαρίου 1978 με τον τότε Έλληνα πρωθυπουργό, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος, με στόχο την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), έπρεπε να πείσει και τον Γερμανό καγκελάριο. Ας έχουμε υπ’ όψιν ότι ο Σμιτ φέρεται να είχε δηλώσει εξ αρχής, ότι «μόνο πάνω από το πτώμα μου» θα μπει η Ελλάδα στην ΕΟΚ». Τη συνέχεια τη διηγείται η ιστορικός Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ (LIFO, 5/10/15).
Πάει λοιπόν ο Καραμανλής να συναντήσει τον Schmidt- τον Καγκελάριο της Γερμανίας- και αυτός του λέει: «Ξέρετε, κύριε Καραμανλή, δεν έχετε τις οικονομικές προϋποθέσεις...». Και ο Καραμανλής –όπως μου είπε- του απάντησε: «Εσείς που έχετε αιματοκυλήσει την Ευρώπη δύο φορές, έχετε το δικαίωμα να είστε μέσα στην Κοινότητα και εμείς που δώσαμε τα φώτα σε όλους εσάς, θα είμαστε εκτός; Να ξέρετε, αυτό που σας λέω μεταξύ μας, τώρα που θα σταθούμε μπροστά στους δημοσιογράφους που μας περιμένουν έξω, θα το πω δημοσίως!».
Βγήκανε έξω, σταθήκανε μπροστά στους δημοσιογράφους –μου λέει ο Καραμανλής- και, πρώτος, δηλώνει ο Schmidt: «Είμαστε υπέρ της Ελλάδας, πρέπει να μπει στην Κοινότητα».
Παρεμπιπτόντως κι ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής, από ένα σημείο και μετά, πρώην πρωθυπουργός ήταν.
Υ.Γ.: «Εμείς Ευρώπη κι εσείς στο Νευροκόπι!» Σύνθημα που ακουγόταν στα γήπεδα ποδοσφαίρου της δεκαετίας του 80, όταν οι οπαδοί της μίας ομάδας ήθελαν να πικάρουν τους αντιπάλους τους, υπογραμμίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την ανωτερότητα της δικής τους ομάδας.
