Pluribus, φιλελεύθερα ερωτήματα σε έναν συλλογικό παράδεισο
Shutterstock
Shutterstock

Pluribus, φιλελεύθερα ερωτήματα σε έναν συλλογικό παράδεισο

Η σειρά Pluribus - Apple TV+, 2025, συνιστά μία παραβολή ενός κόσμου που φαινομενικά έχει λυτρωθεί από τις βασανιστικές αντιφάσεις της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά που κατ’ ουσίαν έχει αποστερηθεί από την πιο ευγενή του ικανότητα: την εμπειρία του πόνου. Στην ιδιότυπη αυτή κοινωνία, ο νους των ανθρώπων έχει υποβληθεί σε μία αινιγματική διαδικασία νοητικής συντήξεως, γνωστής ως Joining, η οποία καταργεί την ατομικότητα υπέρ μιας ομοούσιας, παγκόσμιας διάνοιας. Μέσα σε αυτή την απρόσωπη ευτυχία, η Carol, συγγραφέας ρομαντικών μυθιστορημάτων και ανεξήγητα απρόσβλητη στη διαδικασία, αναδεικνύεται σε ultima persona, την τελευταία διακριτή και αυτόνομη ύπαρξη σε μία ομοιόμορφη κοινωνία, παραμένοντας το μόνο πλάσμα που δεν προσυπογράφει την απόλυτη συνθηκολόγηση με την ευδαιμονία.

Ο κόσμος του Pluribus δεν μαστίζεται από το χάος, την τρομοκρατία ή την αποσύνθεση· αντίθετα, διέπεται από μία ψυχρή αρμονία σχεδόν ευλογημένη. Η ροή των συναισθημάτων, των σκέψεων και των αναμνήσεων έχει γίνει κοινός χυμός, αδιαφοροποίητος και απρόσωπος, αποπνέοντας την πιο ραφιναρισμένη παραίσθηση αρμονίας. Κι όμως, αυτή η επιλογή και η διαφωνία έχουν εκλείψει, είναι η ίδια η καρδιά της ανεστραμμένης ουτοπίας· μιάς τελειότητας καθολικά εχθρικής προς την ελευθερία του προσώπου.

Η Carol, διαφυλάσσοντας την εσωτερική της δυσανεξία, αποτελεί το αντιστικτικό είδωλο του αφομοιωμένου προσώπου. Δεν είναι ηρωίδα επαναστατική με την παραδοσιακή έννοια, δεν υψώνει λάβαρα, δεν ηγείται της αντίστασης. Αντιθέτως, η ελευθερία της είναι έρημη και απελπισμένη. Στην ουσία της, όμως, συνιστά το ύστατο επιχείρημα υπέρ του φιλελευθερισμού: η ικανότητα του ανθρώπου να υπάρχει ως διακριτό υποκείμενο, ακόμη κι όταν αυτό τον καταδικάζει σε απομόνωση. Δεν ενσαρκώνει την ελευθερία του πράττειν, αλλά την πιο βαθιά και μοναχική εκδοχή της: την ελευθερία του να απέχεις, να μη συγκατανεύεις, να αρνείσαι την ακύρωση του εαυτού μέσα στην καθολική ενσωμάτωση.

Στην κλασσική πολιτική θεωρία του φιλελευθερισμού, η αξία της εξαίρεσης είναι θεμελιώδης. Όπως θα υποστήριζε ο John Stuart Mill, δεν αρκεί να επιδιώκεις την ατομική ελευθερία ως μέσο ευημερίας· πρέπει να υπερασπίζεσαι τη δυνατότητα της διαφορετικότητας ακόμη κι όταν αυτή έρχεται σε ρήξη με το συλλογικό αίσθημα ή με το κοινώς αποδεκτό καλό. Η Carol είναι η ζωντανή επίρρωση αυτής της θέσης: μία φιγούρα που, ακόμη και καταδικασμένη στην ερημία, διασώζει την ελευθερία της ως άρνηση. Όπως υπογράμμιζε ο Isaiah Berlin, η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την απουσία εμποδίων, αλλά με την παρουσία εναλλακτικών. Ακόμη και άν η εναλλακτική είναι ο πόνος. Στον κόσμο του Pluribus, δεν υπάρχουν εναλλακτικές· υπάρχει μόνο η συγχώνευση, η σιγή, και η ευδαιμονία της ομοιογένειας.

Η σειρά δεν εκτυλίσσεται ως δυστοπική αφήγηση δράσης ή μετα-αποκαλυπτικό χρονικό. Αντιθέτως, στοχάζεται πάνω στα όρια της φιλελεύθερης συνείδησης. Η Carol δεν μάχεται τέρατα· πολεμά την εσωτερικευμένη παραίτηση της ανθρωπότητας, την οικειοθελή της παράδοση στην καθαγιασμένη ευδαιμονία. Και το Pluribus, με τον δηλωτικό του τίτλο, δεν υμνεί το πλήθος· εκθέτει την τυραννία της πλειοψηφίας.

Το θεμελιώδες ερώτημα που αιωρείται ανείπωτο μέχρι την τελική σκηνή της σεζόν δεν είναι τεχνικό, ούτε ηθικολογικό: είναι η οδύνη τόσο τρομακτική, ώστε να δικαιολογεί την αυτοχειρία της ελευθερίας; Η απάντηση της Carol, και της ίδιας της σειράς, είναι ένα πυρακτωμένο όχι. Ένα όχι που δεν εγγυάται τη λύτρωση, αλλά την ελευθερία.

Η επιλογή του τίτλου Pluribus για μιά σειρά που αφηγείται την εξαφάνιση της διαφορετικότητας είναι εσκεμμένα οξύμωρη, ενταγμένη στο θεσμικό παλίμψηστο ενός κόσμου που προσποιείται ότι είναι πλουραλιστικός, ενώ έχει παραδώσει τον εαυτό του στην ομοιομορφία. Η λατινική ρήση E pluribus unum - «εκ των πολλών, Ένα», θεμελιώδες μόττο του αμερικανικού έθνους, υπαινισσόταν εξαρχής μία εύθραυστη σύνθεση, έναν ικανό να ενοποιεί χωρίς να εξαλείφει τους «πολλούς». Στο Pluribus, ωστόσο, αυτή η μονάδα καθίσταται καταβροχθιστικη· δεν συνθέτει, αλλά απορροφά· χωρίς ν' αφήνει ούτε ίχνος ετερότητας.

Στον πυρήνα της σειράς εδράζεται ένα σημειολογικό παράδοξο: οι λέξεις διατηρούνται, όμως οι έννοιες έχουν μετατοπιστεί ριζικά. Η «ευτυχία» παύει να είναι καρπός εσωτερικής διεργασίας και μετατρέπεται σε συστημική έκκριση· το «εμείς» δεν δηλώνει την κοινότητα, αλλά την άνευ όρων συγχώνευση.

Πρωτίστως, ο ίδιος ο «πληθυντικός» - pluribus, έχει χάσει την εννοιολογική του ένταση· τη σημασιολογική του ικανότητα να στεγάζει το ασύμβατο. Δεν υποδηλώνει πλέον την πολυτροπία φωνών και συνειδήσεων, αλλά ένα άθροισμα· μιά συναρμογή, όπου η σύγκλιση είναι τόσο απόλυτη, ώστε η διαφορά καθίσταται αδιανόητη. Ένα είδος εκκοσμικευμένης μονάδας, όπου το πλήθος έχει χάσει την οντολογική του ετερότητα.

Αυτό το σημασιολογικό ολίσθημα συνιστά στην πραγματικότητα ριζική επίθεση στη φιλελεύθερη έννοια του προσώπου. Αν ο φιλελευθερισμός, από τον Locke και τον Kant έως τον Rawls, θεμελιώνεται στο αξίωμα του αυτόνομου υποκειμένου, τότε το Pluribus αποτελεί την πλήρη αποδόμησή του. Εδώ δεν υπάρχουν πρόσωπα· υπάρχουν μόνο συγχρονισμένες προσομοιώσεις εναρμονισμένες στον ίδιο παλμό. Η διαφωνία παύει να θεωρείται αρετή· η απόκλιση καθίσταται παθολογία. Η συμφωνία μετατρέπεται σε καθήκον, η ένταξη σε ήθος, η συγχώνευση σε νέο "δικαίωμα". Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Carol, ακριβώς επειδή διατηρεί τη δυνατότητα να διακρίνει, να υποφέρει, να μην συμμετέχει, γίνεται αρνητικό σύμβολο: τόσο της ίδιας της σειράς όσο και, κατ’ αναλογίαν, της κλασσικής φιλελεύθερης ανθρωπολογίας, η οποία θεμελιώνεται στην αδιαπραγμάτευτη αξία της διαφορετικότητας.

Τι απομένει από τον δημοκρατικό πλουραλισμό, όταν ο πολίτης παύει να νοείται ως αυτόνομο υποκείμενο με δικές του πεποιθήσεις και καθίσταται απλός αγωγός ενός πανομοιότυπου, ενιαίου νοητικού κέντρου; Το Pluribus δεν προβαίνει σε ρητές καταγγελίες· εκφράζεται μέσω σιωπών κοφτών και απροσπέλαστων, απολιθωμένων βλεμμάτων, και της τοπιογραφίας της υπαρξιακής ερήμωσης. Εκεί όπου ο πλουραλισμός άλλοτε εγγυάτο την ευεργετική τριβή των απόψεων ως κινητήρια δύναμη προόδου, πλέον η εξαφάνισή του προβάλλεται ως πρόοδος αυτή καθαυτή. Στην κοινωνία της πλήρους συναίνεσης, ο αντιφρονών δεν λογίζεται ως πολιτικό υποκείμενο με αξιοπρέπεια, αλλά ως ανωμαλία· ως υπολειμματική εκτροπή του συστήματος ομοφωνίας.

Η δημόσια σφαίρα υφίσταται μόνο εκεί όπου ο πλουραλισμός γίνεται ορατός, όπου οι άνθρωποι δρουν μαζί, όχι ως μιά μάζα, αλλά ως διακριτά υποκείμενα. Η σειρά ανατρέπει αυτό το αξίωμα: η πολυφωνία είναι αθέατη, η κοινή δράση έχει εκλείψει, και τη θέση της έχει καταλάβει ένας διαχεόμενος, ομοιογενής εσωτερικός χώρος, στον οποίο τα υποκείμενα έχουν συγχωνευθεί σε μία μεταπολιτική ευφορική απονέκρωση.

Ο φιλελευθερισμός, ως πολιτική-οντολογική θεωρία, συνέδεσε τη διαφορετικότητα με την πρόοδο και τη σύγκρουση με τη δημοκρατική ευτοπία της συνύπαρξης. Το Pluribus προτείνει μιά καλειδοσκοπική δυστοπία, στην οποία η συμφωνία έχει υποκαταστήσει όχι μόνο την πολιτική, αλλά και την ίδια τη συνθήκη της ηθικής επιλογής. Ο τίτλος της σειράς λειτουργεί ως επιτύμβια επιγραφή αυτής της αξίας.

Η Carol, μορφή κεντρική και ενορατική στο κοσμοείδωλο του Pluribus, ενσαρκώνει τη ζώσα αντίφαση ενός σύμπαντος που επιδιώκει την οριστική εξομοίωση. Ακόμη και στο εσχατολογικό λυκαυγές της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας, η ύπαρξή της συνιστά τεκμήριο ότι η συνείδηση δεν δύναται να αναχθεί σε αρχείο, ούτε η ψυχή να αναδιπλωθεί σε μονάδα αλγοριθμικής επεξεργασίας. Η Carol παραμένει, κατά τρόπο ανεξήγητο, σχεδόν εξωλογικό, εκτός της διαδικασίας του Joining. Η αντίστασή της δεν ερείδεται επί βιολογικών ή τεχνικών παραμέτρων· είναι αντοχή οντολογική, μία άρνηση που δεν κραυγάζει, αλλά υπάρχει. Δεν διαθέτει απλώς ανοσία· η υπόστασή της αποτελεί ένα είδος ηθικής απόσχισης που δεν διεκδικεί προνόμια αλλά αξιώνει τη στοιχειώδη διαφορετικότητα, το δικαίωμα στο διαρκές αλλότριο.

Σε ένα σύστημα που έχει εδραιώσει την απόλυτη και ανέφελη συναίνεση, καθολική και απρόσβλητη, η Carol αναδύεται ως το ηθικό αντίσωμα· ως η ήσυχη ένταση, που η ίδια η ύπαρξή της, μέσα από τη βουβή της εμμονή, υπενθυμίζει ότι η ευτυχία δεν συνιστά κατ’ ανάγκην τεκμήριο αλήθειας. Η στάση της δεν οσμίζεται ηθικολογικές επιταγές· αντιθέτως, διαπνέεται από μιά πένθιμη εσωστρέφεια, μιά ήπια αποδοχή του εξοστρακισμού της. Η μοναξιά που βιώνει ενέχει έτσι τον χαρακτήρα ενός ανώδυνου μαρτυρίου, όπου η απόσυρση παραπέμπει σε μία σπάνιας φύσεως ενόραση.

Η σιωπηρή της επιμονή ανακαλεί τη μορφή του Meursault στον Camus: ενός ανθρώπου που δεν επαναστατεί ενσυνείδητα, αλλά επειδή απλώς αδυνατεί να προσαρμοστεί. Το Pluribus την αντικρίζει με εκείνη την αυτάρεσκη συγκατάβαση που η ισχύς επιφυλάσσει στους λίγους ανένταχτους· και όμως, η ίδια η ύπαρξή της δημιουργεί ένα βαθύ ρήγμα στη φαινομενικά αδιατάρακτη συνέχεια της ομοιομορφίας.

Τι σημαίνει να αποποιείσαι την ευτυχία όταν αυτή προσφέρεται υπό το πρόταγμα της ολικής ένταξης, όταν το αντίτιμο είναι η απώλεια του "εγώ".

Στο σημείο αυτό, η έννοια της αρνητικής ελευθερίας, όπως την έχει ορίσει ο Isaiah Berlin, επιστρέφει αποφασιστικά. Στο εμβληματικό του δοκίμιο Two Concepts of Liberty, ο Berlin διαχωρίζει την ελευθερία από παρεμβολές - negative liberty, από την ελευθερία να επιτελέσεις ή να πραγματώσεις κάτι - positive liberty. Η Carol ενσαρκώνει την πιό ακραία μορφή αρνητικής ελευθερίας. Όταν ο κόσμος γύρω της έχει εκχωρήσει άνευ όρων την ενδότερη πατρίδα της συνείδησης έναντι της υπόσχεσης για θετική ελευθερία, της ελευθερίας της ολοκληρωτικής ενσωμάτωσης, η Carol εμμένει στη δυνατότητα αποχής. Η ελευθερία της είναι αρνητική, όχι ως ελάττωμα ή παθητικότητα, αλλά ως συνειδητή επιμονή σε μιά εγγενή ακαταχώρητη ζώνη, την ιδιοκτησία της εσωτερικότητας. Αυτή η άρνηση, σε ένα κόσμο που έχει καταστήσει την ένταξη συνώνυμη της ευτυχίας, είναι πράξη έσχατης αυτονομίας. Διότι, δεν νοείται φιλελεύθερη ελευθερία όπου απουσιάζει η δυνατότητα να απορρίψεις ακόμη και τη λύτρωσή σου.

Η Carol, ενσαρκώνοντας αυτή τη δυνατότητα, γίνεται το ηθικό μέτρο, ακόμη και αθελά της. Η ελευθερία της είναι σιωπηλή, αλλά παραλυτική για το σύστημα. Η ίδια δεν ελπίζει να το αλλάξει· απλώς δεν το ενστερνίζεται. Κι αυτό αρκεί. Διότι υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει, όχι ως μεταβλητή ενός τεχνο-οντολογικού οικοδομήματος, αλλά ως δυνατότητα ρήξης.

Η ταυτότητα του υποκειμένου δεν συγκροτείται εν κενώ· ερείδεται στην αναγνώριση ή στην έλλειψή της. Η Carol καθαιρείται από κάθε μηχανισμό επιβεβαίωσης· δεν αναγνωρίζεται από κανέναν, και ακριβώς μέσα σ’ αυτή την απουσία κατοχύρωσης έγκειται η διττή της ιδιότητα: ριζικά ελεύθερη και ριζικά μόνη. Ο φιλελευθερισμός της είναι αδιαπραγμάτευτος και ασύμβατος με κάθε συλλογικότητα· συνιστώντας ένα ερημικό ήθος.

Στο χρονικό του Pluribus, η ανθρωπότητα έχει ορίσει την ομοιομορφία ως το ηγεμονικό πρόταγμα κάθε ορθότητας. Η Carol παρεκκλίνει. Δεν εισακούεται· δεν προκαλεί φόβο· και όμως η σιγή της εξακολουθεί να αντηχεί. Ίσως, τελικώς, το μοναδικό αποτύπωμα που επιβιώνει να είναι αυτό το άρρητο ίχνος· η ησυχία που δεν μπορεί να αφομοιωθεί.

Δυστοπικές Συγγένειες, Από το 1984 στο Brave New World, και Πέρα από αυτά

Το Pluribus εντάσσεται σε μιά μακρά και στιβαρή παράδοση δυστοπικών αφηγημάτων που ανατέμνουν τη σταδιακή αποψίλωση της ανθρώπινης αυτονομίας· εντούτοις, η προσέγγισή του αποκλίνει από τις επιταγές των προκατόχων του, τόσο ως προς την αισθητική υφή όσο και ως προς τη φιλοσοφική στόχευση. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στην υφέρπουσα μελαγχολία με την οποία απεικονίζει την ενσωμάτωση ως ηδονιστική εξαφάνιση του υποκειμένου.

Για να κατανοήσουμε την ιδιοσυγκρασιακή του τοποθέτηση, αξίζει να το τοποθετήσουμε σε διάλογο με τρία κορυφαία έργα της δυστοπικής φαντασίας, τα οποία συνιστούν αρχέτυπα του είδους: το "1984" του George Orwell, το «Brave New World» του Aldous Huxley, και το «The Giver» της Lois Lowry.

Η Αυταρχική Εξουσία του Big Brother

Στο 1984 του Orwell, η απολυταρχία ασκείται μέσω του τρόμου, της πανοπτικής επιτήρησης και της συστηματικής καταστολής. Ο Winston Smith αναγκάζεται να αγαπήσει τον Big Brother μόνο αφού έχει υποστεί φυσικό και ψυχολογικό βασανισμό στο περιώνυμο Δωμάτιο 101. Η συναίνεσή του είναι καταναγκαστική, η ενοχή του επιβεβλημένη. Η τυραννία της Ωκεανίας είναι ορατή, θορυβώδης, ανελέητα παρούσα.

Αντιθέτως, στο Pluribus, δεν υπάρχει καμία βία. Το Joining συμβαίνει σαν φυσικό φαινόμενο, σαν εξέλιξη, σαν βελτίωση. Δεν υπάρχει Δωμάτιο 101, δεν υπάρχει αστυνομία σκέψης, δεν υπάρχει φόβος· υπάρχει μόνο η λαγαρή υπόσχεση της ανακούφισης: η απαλλαγή από τον πόνο, η κατανόηση, η κατάργηση των υπαρξιακών κραδασμών. Ακριβώς αυτή η απουσία βίας καθιστά το Pluribus τόσο σκοτεινά διαβρωτικό: είναι μία ευγενής τυραννία, στην οποία επιθυμείς να ενταχθείς, αρκεί να σου προσφέρει το όνειρο της απόλυτης αρμονίας. Εκεί έγκειται και η ουσιώδης διαφοροποίηση από το 1984: δεν πρόκειται για καθεστώς καταστολής, αλλά για σύστημα οικειοθελούς διάλυσης του εγώ, με τη συνενοχή των πολλών.

Η Carol δεν βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με ένα καταπιεστικό καθεστώς, όπως ο Winston. Αντιθέτως, βρίσκεται σε μία πολύ πιο μοναχική θέση: είναι η μοναδική που αρνείται αυτό που όλοι οι άλλοι έχουν ασμένως αποδεχθεί. Η μοναξιά της προέρχεται από την αδυναμία της να προσεγγίσει την επιθυμία των άλλων ως δική της. Σε μία κοινωνία όπου η ευτυχία έχει καταστεί αυτονόητη επιλογή, η Carol διασώζει το δικαίωμα να αμφιβάλλει.

Η somaτική Ευδαιμονία του Brave New World

Ο Aldous Huxley, στο Brave New World, περιγράφει ένα καθεστώς όπου η τυραννία ενσταλάζεται διά της ηδονής· είναι μία απολυταρχία ευμενής και φιλόφρων. Το soma, το ναρκωτικό της ακαριαίας ευτυχίας χωρίς παρενέργειες, εξουδετερώνει κάθε ίχνος οδύνης και, κατ’ επέκτασιν, κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης. Οι πολίτες του World State είναι γενετικά κατασκευασμένοι και κοινωνικά προγραμματισμένοι να αγαπούν τη θέση τους.

Ο Bernard Marx και ο John επιχειρούν να αντισταθούν στο σύστημα, αλλά αποτυγχάνουν με τρόπο τραγικό· ο πρώτος βυθίζεται σε έναν ατέρμονα εσωτερικό διχασμό· ο δεύτερος επιλέγει την έσχατη έξοδο, την αυτοκτονία. Στον κόσμο του Huxley, η ατομική συνείδηση, έστω υπό καταστολή, εξακολουθεί να υπολανθάνει· τα άτομα παραμένουν βιολογικά και ψυχολογικά ξεχωριστά. Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα της ατομικής συνείδησης, ακόμη κι άν είναι κατασταλμένη.

Στο Pluribus, τα ίδια τα πρόσωπα έχουν εξαϋλωθεί εντός του Joining. Δεν υπάρχει πιά ανάγκη για το soma· δεν υπάρχει κανένα υπαρξιακό ίχνος που να απαιτεί κατευνασμό. Η Carol, όπως ο John, απορρίπτει την ευδαιμονία που της προσφέρεται· αλλά η θέση της είναι απείρως σκληρότερη. Ο John μπορούσε ακόμη να ανακαλέσει τα λόγια του Σαίξπηρ, να ορίσει τη διαφορετικότητά του μέσα από την πολιτισμική κληρονομιά, είχε ακόμη μιά κοινότητα, τους Άγριους. Η Carol δεν έχει τίποτε· ούτε παράδοση, ούτε συνομιλητή, ούτε θραύσματα προνεωτερικής μνήμης για να σταθεί απέναντι στο παρόν. Δεν υπάρχει πολιτισμικό ανάχωμα· δεν υφίσταται αξιακός αντιπερισπασμός· η μοναξιά της είναι πλήρης.

Η Ομοιομορφία του The Giver

Το The Giver της Lois Lowry εικονογραφεί μιά κοινωνία στην οποία ο πόνος, η σύγκρουση και η ατομικότητα έχουν εξαλειφθεί από ένα καθεστώς όπου η συναισθηματική ισοπέδωση και η ουδετερότητα λογίζονται ως θεμέλιο της ευταξίας. Τα συναισθήματα έχουν απονεκρωθεί, οι αναμνήσεις έχουν εκχωρηθεί σε έναν θεματοφύλακα, τον Giver, και η ζωή εκτυλίσσεται σε ένα προβλέψιμο πλαίσιο.

Ο νεαρός Jonas ανακαλύπτει την αλήθεια, ότι η ομοιομορφία έχει κοστίσει στην ανθρωπότητα τη δυνατότητα να νιώθει πραγματικά, να επιλέγει, να ζει με πληρότητα. Το Pluribus συγγενεύει θεματικά με το The Giver στην απεικόνιση της προγραμματισμένης ομοιομορφίας, αλλά πάλι με μία σημαντική διαφορά: στο βιβλίο της Lowry, η ομοιομορφία επιτυγχάνεται μέσω του κοινωνικού ελέγχου και της φαρμακευτικής καταστολής των συναισθημάτων. Τα άτομα παραμένουν ξεχωριστά, απλώς έχουν εκπαιδευτεί να μην αισθάνονται. Αντίθετα, στο Pluribus, η ομοιομορφία δεν επιβάλλεται· η ενοποίηση δεν είναι εξωτερικός κατασταλτικός μηχανισμός· είναι ενδογενής διεργασία, πραγματοποιούμενη διά της νοητικής συγχώνευσης.

Η Carol, όπως και ο Jonas, φέρει το φορτίο της μνήμης και του αισθήματος. Είναι η τελευταία επιζήσασα μάρτυς μιάς εποχής όπου η ατομικότητα υφίστατο ως θεμέλιο της ελευθερίας. Όμως, σε αντίθεση με τον Jonas, η Carol δεν έχει έναν Giver· δεν υπάρχει καμμία διαγενεακή γέφυρα, καμμία δυνατότητα φυγής ή αναγέννησης. Είναι μοναδική και απροστάτευτη, φρουρός μιας αλήθειας που δεν αναγνωρίζεται και μιάς διαφορετικότητας που έχει καταστεί ανεπιθύμητη.

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των έργων, του 1984, του Brave New World, του The Giver, είναι η απειλή της απώλειας της ατομικότητας. Το Pluribus, ωστόσο, δεν παρουσιάζει την απώλεια του εαυτού ως επικείμενη τραγωδία που πρέπει να αποφευχθεί, αλλά ως τετελεσμένο ευτυχές γεγονός. Η Carol είναι το μελαγχολικό ίζημα της ετερότητας που δεν διεκδικεί ούτε αλλαγή ούτε εξιλέωση· απλώς υπενθυμίζει ότι κάποτε υπήρξε κάτι άλλο: η ατομικότητα ως κόσμος και, η απόκλιση ως προοπτική.

Ο Νούς χωρίς Εγώ

Το Joining, αυτή η εσχατολογική διεργασία συγχώνευσης των επιμέρους προσώπων σε έναν ενιαίο νοητικό ιστό, συνιστά την αλληγορική τομή ενός κόσμου που έχει υπερβεί όχι μόνο τη βιολογική συνθήκη του ανθρώπου, αλλά και την ψυχική του ιδιοπροσωπία: το δικαίωμα να είναι ατελής και διακριτός. Η εξέλιξη που περιγράφεται είναι η μηχανική εσωτερίκευση της κανονικότητας.

Η συλλογική συνείδηση, ανεξαρτήτως καταγωγής, είτε ως επινόηση, είτε ως παρενέργεια, είτε ως καταφύγιο από τον πόνο, οδηγεί σε ένα υβριδικό μετα-υποκείμενο χωρίς εγώ και χωρίς δυνατότητα αναστοχαστικής κριτικής σκέψης.

Η φιλελεύθερη παράδοση θεμελιώνεται στην ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε ενσυνείδητες επιλογές που απορρέουν από την εσωτερική του αυτοκυριαρχία. Στο Pluribus, η αυτενέργεια καταργείται. Η ατομική σκέψη διαλύεται αθόρυβα εντός του συλλογικού νου δίχως αντίσταση, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Η ελευθερία προϋπάρχει ως ενσωματωμένο λογισμικό, αλλά απονευρωμένη από κάθε συγκρουσιακή δυναμική. Η προσωπικότητα αδρανοποιείται πρός όφελος της λειτουργικότητας. Ο Νους, με κεφαλαίο Ν, είναι πανταχού παρών, αδιαμφισβήτητος, κρυστάλλινα απρόσωπος· και όμως, κανείς δεν σκέφτεται πια.

Μπορεί άραγε η συνείδηση να συγχωνευθεί; Το ερώτημα αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος της υποκειμενικής εμπειρίας, εκείνου του απροσδιόριστου, "τί σημαίνει να είμαι εγώ". Πώς και γιατί η υλικότητα των φυσικών λειτουργιών του εγκεφάλου, δημιουργεί το γεγονός της εμπειρίας; Γιατί υπάρχει κάτι σαν το "να είσαι κάποιος" αντί να επεξεργάζεσαι απλώς πληροφορίες;

Το Pluribus μοιάζει να εισηγείται μιά παραδοξολογική απάντηση: η συνείδηση εκχωρεί την ατομικότητά της υπέρ μιας συλλογικής, πολυκεντρικής υποκειμενικότητας. Το "τί σημαίνει να είμαι εγώ" μετατοπίζεται στο "τι σημαίνει να είμαστε εμείς" ως νέο ανθρωπολογικό αξίωμα.

Κι άν το υποκείμενο διαλύεται εντός της ολότητας, παραμένει άραγε υποκείμενο; Ή μήπως μεταστοιχειώνεται σε ένα μετα-εγώ χωρίς την προοπτική της βιωματικής του ιδιοπροσωπίας;

Η Carol, ως η μόνη φιγούρα που διατηρεί ακέραιη την υποκειμενικότητά της, αποδεικνύει ότι το "πρόβλημα" δεν έχει επιλυθεί· έχει παρακαμφθεί. Η ύπαρξή της λειτουργεί ως αρνητικό αξίωμα ενός κόσμου που δεν μπορεί να την ενσωματώσει. Η συνείδησή της παραμένει ανθεκτικά δική της. Αυτή η απρόσιτη εσωτερικότητα συνιστά συγχρόνως την ουσία της μοναξιάς της και το τεκμήριο της ελευθερίας της.

Η Θεωρία του "Extended Mind"

Η θεωρία του λεγόμενου διευρυμένου νου - extended mind, υποστηρίζει ότι η σκέψη δεν περιορίζεται στο ενδοκρανιακό πεδίο, αλλά εκτείνεται στον εξωτερικό κόσμο, μέσω των εργαλείων, της τεχνολογίας και των κοινωνικών δομών. Όταν χρησιμοποιούμε ένα σημειωματάριο, το σημειωματάριο γίνεται μέρος του γνωστικού μας συστήματος. Όταν χρησιμοποιούμε ένα smartphone, η μνήμη του γίνεται επέκταση της δικής μας μνήμης.

Το Pluribus ωθεί αυτή την ιδέα στην ακρότατή της εκδοχή: άν ο νούς δύναται να επεκτείνεται στα εργαλεία, γιατί να μην επεκτείνεται στους ίδιους τους άλλους ανθρώπους; Το Joining μπορεί να νοηθεί ως η απόλυτη εκδοχή του διευρυμένου νού, ένας νούς που έχει επεκταθεί τόσο πολύ ώστε να περιλαμβάνει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αλλά σε αυτή την υπερ-επέκταση, η ατομικότητα χάνεται. Ο νους γίνεται τόσο εκτεταμένος που παύει να ανήκει σε οποιονδήποτε.

Ενάντια σε αυτή την απρόσωπη διάχυση, η Carol ενσαρκώνει την ανένδοτη εντοπιότητα της συνείδησης. Ο νους της συγκρατείται ερμητικά εντός της, σαν σπάνιο απόθεμα της παρωχημένης ιδέας του προσώπου. Αυτή η ενδοστρέφεια, που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να θεωρηθεί αδυναμία, καθίσταται η πηγή της αυτενέργειάς της.

Η Βιολογική Αναλογία, Μυρμήγκια, Μέλισσες και η "Σοφία του Σμήνους"

Το Joining θυμίζει, σε επίπεδο λειτουργικής αρχιτεκτονικής, τα κοινωνικά έντομα, μυρμήγκια, μέλισσες, που εμφανίζουν αυτό που οι βιολόγοι αποκαλούν "swarm intelligence" ή "σοφία του σμήνους". Μια μυρμηγκοφωλιά λειτουργεί σαν ενιαίος οργανισμός, παρότι αποτελείται από χιλιάδες ξεχωριστά μυρμήγκια. Κάθε μυρμήγκι ακολουθεί απλούς κανόνες, αλλά συλλογικά δημιουργούν σύνθετες δομές και συμπεριφορές που κανένα μεμονωμένο μυρμήγκι δεν θα μπορούσε να σχεδιάσει.

Αυτή η βιολογική διαπίστωση προσφέρει στο Pluribus μία εύστοχη αναλογία: το Joining μεταμορφώνει την ανθρωπότητα σε έναν υπερ-οργανισμό, όπου τα άτομα λειτουργούν ως κύτταρα ενός μεγαλύτερου σώματος. Η αποτελεσματικότητα αυξάνεται, η σύγκρουση εξαλείφεται, η συντονισμένη δράση γίνεται άμεση. Αλλά το κόστος είναι η απώλεια της ατομικής συνείδησης, το μυρμήγκι δεν "επιλέγει" να υπηρετήσει τη φωλιά, απλώς το κάνει.

Η Carol, εν προκειμένω, ενσαρκώνει το μυρμήγκι που αποσπάται από τη φωλιά εξαιτίας της ανικανότητάς του να υποταχθεί αδιαμαρτύρητα. Η άρνησή της, σ’ ένα περιβάλλον καθολικού συγχρονισμού, είναι ασύλληπτη και ακατανόητη, μιά δυσλειτουργία στο σύστημα. Και όμως, αυτή η δυσλειτουργία είναι που την καθιστά ανθρώπινη.

Η φιλελεύθερη αντίληψη του υποκειμένου ως φορέα ευθύνης και αυτονομίας, εκπίπτει σ’ ένα σύστημα όπου η επιλογή παύει να είναι χρήσιμη. Το διακύβευμα δεν είναι πλέον η ύπαρξη της βούλησης, αλλά η λειτουργική της αχρηστία. Σε μιά κοινωνία όπου το προγραμματισμένο υπερ-σύνολο πραγματώνει κάθε βούληση προτού καν αυτή διατυπωθεί, η πολιτική ως πεδίο σύγκρουσης ιδεών καθίσταται περιττή.

Η ίδια η αίσθηση της υποκειμενικής εγρήγορσης, της εσωτερικής εντάσεως που προϋποθέτει η ενσυναίσθηση, έχει πλέον εξαφανιστεί. Η πρόσληψη του εαυτού ως τόπου σύγκλισης της ελεύθερης βούλησης και της εσωτερικής κρίσης, έχει παραδοθεί αθόρυβα στη θαλπωρή μιας αδιατάρακτης ομοιογένειας. Δεν υφίσταται πια ανάγκη αποφάσεων, διότι δεν υπάρχει ενδεχομενικότητα, δεν υφίσταται διακύβευμα. Κι εκεί ακριβώς, στην έκλειψη του ρίσκου, ελλοχεύει ο ενταφιασμός της ελευθερίας.

Η Carol, ως η μοναδική ανεπίδοτη στο Joining, φέρει ακόμη το υπαρξιακό ρίγος της απόκλισης, επειδή διασώζει κάτι το αναπαλλοτρίωτο: την επιθυμία να μην παραδοθεί. Από αυτή την οξύτητα απορρέει και η θλίψη της, η οποία είναι το συναισθηματικό θεμέλιο της ύπαρξής της: αυτή η θλίψη είναι το έσχατο διαχωριστικό ίχνος από την αβίαστη ευτυχία της μάζας.

Κι έτσι, εκεί όπου το Joining υποσχέθηκε την τελείωση του υποκειμένου, εμφανίστηκε ένα υποκατάστατο ανθρώπου, λειτουργικό αλλά κενό, ένας νούς που δεν διακρίνει τίποτε πέρα από τις ίδιες τις λειτουργίες του.

Το Ανθρώπινο Υπόλειμμα, Ατομικότητα, Αντίσταση και Δυσφορία στον Πολιτισμό της Αφομοίωσης

Άν η κοινωνία του Pluribus επιτυγχάνει κάτι πέρα από την υποβοηθούμενη εξουδετέρωση της σύγκρουσης, είναι ακριβώς τούτο: τη μετατροπή της αντίστασης σε ανωμαλία, της διαφωνίας σε αδυναμία και της θλίψης σε συμπτωματολογία προς θεραπεία. Η Carol, ως το έσχατο ανθρωπολογικό υπόλειμμα μέσα σε έναν κόσμο όπου το ανθρώπινο έχει εξισωθεί με το προβλέψιμο, αποτελεί ένα ηθικοπολιτικό απολίθωμα που υπενθυμίζει ότι η ελευθερία προϋποθέτει πόνο, και η ατομικότητα δεν είναι ποτέ ανέξοδη.

Εκεί όπου άλλοτε η συγκατάθεση συνιστούσε θεμέλιο της δημοκρατικής συνοχής, στο Pluribus έχει μετατραπεί σε οντολογική συνθήκη. Ο άνθρωπος δεν ερωτάται· δεν επιλέγει· ενσωματώνεται. Η επιθυμία προϋποθέτει εσωτερικό διχασμό· εδώ όμως δεν υπάρχει υποκείμενο να αντισταθεί. Όλοι έχουν ακυρώσει τον εαυτό τους εκ των προτέρων, στο όνομα μιας ευδαιμονίας που δεν είναι αποτέλεσμα εσωτερικής πληρότητας, αλλά επιβάλλεται εξωγενώς.

Η Τυραννία της Πλειοψηφίας

Ο Alexis de Tocqueville, στο De la Démocratie en Amérique, είχε ήδη διαγνώσει τον κίνδυνο της "τυραννίας της πλειοψηφίας": την εγγενή ροπή των δημοκρατικών κοινωνιών να επιβάλλουν την ισχύ της κυρίαρχης γνώμης με τέτοια ένταση, ώστε να καταπνίγεται, κάθε μειοφηφία και ατομική ιδιαιτερότητα. Ωστόσο, ο Tocqueville αντιλαμβανόταν αυτήν την τυραννία περισσότερο ως κοινωνική πίεση, και όχι ως οντολογική συγχώνευση των υποκειμένων. Στο Pluribus, η τυραννία αυτή έχει υπερβεί κάθε όριο: η διάκριση ανάμεσα στην πλειονότητα και τη μειονότητα έχει καταργηθεί πλήρως, διότι το πλήθος έχει απορροφηθεί σε μιά μονοσήμαντη και καθολική ενότητα.

Η Carol είναι η μειοψηφία του ενός. Η ακραία της αυτή απομόνωση συνιστά αποκαλυπτικό πρίσμα για ένα βαθύτερο αξίωμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας: ότι η ανθεκτικότητα και η νομιμοποίησή της δεν εδράζονται αποκλειστικά στο δικαίωμα της πλειοψηφίας να ασκεί εξουσία, αλλά, καίρια, στο απαράγραπτο δικαίωμα της μειοψηφίας, ακόμη και της μειοψηφίας του ενός, να υφίσταται.

Ο Carl Schmitt, στο Politische Theologie, διατύπωσε το περίφημο αξίωμά του ότι "κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει επί της εξαίρεσης". Η εξαίρεση, η συγκυρία όπου αναστέλλεται η ισχύς των θεσμικών κανόνων και αποκαλύπτεται το γυμνό πρόσωπο της εξουσίας, συγκροτεί, κατ’ αυτόν, το θεμέλιο της πολιτικής κυριαρχίας.

Η Carol είναι η ζώσα εξαίρεση: αυτή που δεν υπακούει στον καθολικό κανόνα του Joining. Η πολιτική, όπως την όριζε ο Schmitt, θεμελιώνεται στη διακριτική τομή ανάμεσα σε φίλο και εχθρό· όμως, στο Pluribus, η διάκριση αυτή έχει καταλυθεί. Δεν υφίσταται πλέον εχθρός, γιατί όλοι είναι φίλοι. Η Carol δεν είναι εχθρός· είναι αδιάφορη, και άνευ σημασίας. Η εξαίρεσή της δεν απειλεί το σύστημα, αλλά το στοιχειώνει.

Η Κοινοτοπία του Κακού

Η Hannah Arendt, στο Eichmann in Jerusalem, εισήγαγε τον όρο της "κοινοτοπίας του κακού" - "banality of evil". Ο Adolf Eichmann δεν ήταν ένα τέρας, αλλά ένας γραφειοκράτης που απλώς ακολουθούσε διαταγές, ένας άνθρωπος που απεμπόλησε την ικανότητά του να σκέφτεται ως πολίτης, παραδίδοντας την ηθική του αυτονομία στη ρουτίνα του συστήματος. Το κακό, υποστήριξε η Arendt, μπορεί να είναι απόλυτα συνηθισμένο, καθημερινό, ακόμη και ευγενικό.

Το Pluribus παραλαμβάνει αυτήν την ερμηνευτική πρόταση και να την εξωθεί σε μιά νέα κατεύθυνση: τί συμβαίνει όταν η κοινοτοπία του κακού μεταλλάσσεται σε κοινοτοπία της ομαλότητας; Το Joining, ως διαδικασία, δεν είναι κακό με την παραδοσιακή έννοια· δεν προξενεί πόνο, δεν ασκεί ωμή βία, δεν καταπιέζει θεαματικά. Αντιθέτως, υπόσχεται ομοψυχία, ευτυχία και μιά καθολική συναισθηματική θαλπωρή. Αλλά η απουσία κάθε τριβής, είναι ένα είδος κακού υπό την έννοια ότι εξαλείφει τη δυνατότητα της ηθικής επιλογής. Η Arendt θα μπορούσε να αναγνωρίσει στο Pluribus την απώλεια του "δικαιώματος να έχεις δικαιώματα", επειδή δεν χρειάζονται πιά. Όταν όλοι σκέφτονται το ίδιο, δεν υπάρχει ανάγκη να προστατευθεί η ελευθερία της σκέψης. Όταν όλοι θέλουν το ίδιο, δεν υπάρχει ανάγκη να προστατευθεί η ελευθερία της επιλογής. Η Carol, με την επίμονη άρνησή της να ενταχθεί, διασώζει εκείνο το θεμελιώδες που καθιστά τον άνθρωπο ηθικό υποκείμενο: τη ρήξη, την τριβή, τον εσωτερικό διχασμό.

Η απόλυτη ομαλότητα του Pluribus συνιστά, υπό αυτή την έννοια, μια ηθική καταστροφή, όχι επειδή είναι άγρια ή επιθετική, αλλά ακριβώς διότι είναι άψογη. Η τελειότητά της καθιστά την ηθική περιττή. Εδώ, το έργο του Albert Camus είναι ακριβές: η εξέγερση δεν είναι η θορυβώδης ανατροπή, αλλά η σιωπηλή επιμονή να υπάρξεις χωρίς αιτιολόγηση, χωρίς σκοπό, sans recours. Η Carol δεν κραυγάζει, δεν αντιμάχεται ενεργά, απλώς επιμένει να παραμένει διαφορετική. Αυτή η έμμονη παραμονή εκτός του κοινωνικά αυτονόητου συνιστά μια εξέγερση δίχως προσδοκία· κι όμως, ακριβώς εξαιτίας αυτής της ερημίας, ενέχει τη μέγιστη ηθική πυκνότητα. Η παρουσία της δεν αλλάζει τον κόσμο αλλά τον διαψεύδει.

Η έννοια της δυσφορίας, όρος που ιστορικά ανήκε στο λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης - Unbehagen, αποκτά εν προκειμένω πολιτική διάσταση. Η Carol δεν πάσχει από κάποια ψυχική νόσο, είναι η ίδια το σύμπτωμα ενός κόσμου που δεν μπορεί να ανεχθεί την ιδιαιτερότητα. Η παρουσία της καθιστά ορατή την υπόγεια, φαινομενολογική βία που δεν επιβάλλεται με καταναγκασμό, αλλά με την απονέκρωση κάθε δυνατότητας διαφωνίας. Εδώ δεν υφίσταται βούληση, δεν χωρεί έτερη γνώμη, δεν υπάρχει οδύνη. Αλλά ακριβώς επειδή δεν υπάρχει οδύνη, δεν υπάρχει πιά ατομικότητα.

Το φιλελεύθερο υποκείμενο είναι ένα ον προικισμένο με την ικανότητα να μη συμφωνεί, να αμφιβάλλει, να υποφέρει συνειδητά. Η Carol είναι το τελευταίο θραύσμα αυτού του υποκειμένου. Το ότι δεν έχει απομείνει κανείς άλλος να τη δεί, να την αναγνωρίσει, να την αντικρούσει, είναι η τραγική ειρωνεία ενός κόσμου που εξαφάνισε τη διαφωνία μέσω της ηδονής της ταύτισης.

Η Carol δεν αντιδρά, δεν συσπειρώνει, δεν αξιώνει· απλώς εμμένει σιωπηρά ανυπάκουη, διαφορετική, κι επομένως ανεξήγητα ανθρώπινη. Η ατομικότητά της δεν είναι χειρονομία υπεροχής· είναι απλώς η επιβίωση της διαφοράς, και μαζί της, η στερνή ανάμνηση της ελευθερίας.

Η Γλώσσα, Σκέψη και τα Όρια του Κόσμου

Στο Pluribus, η γλώσσα έχει υποστεί μετάλλαξη, όχι ως προς τη γραμματική της δομή ή το σημασιολογικό της οπλοστάσιο, αλλά ως προς τη λειτουργία της. Όταν οι σκέψεις ρέουν απρόσκοπτα, η γλώσσα δεν είναι πιά αναγκαία ως γέφυρα, είναι απλώς διακοσμητική, ένα ηχητικό υπόλειμμα παλαιότερων χρόνων. Σε έναν κόσμο όπου οι σκέψεις είναι κοινές, δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη για τον "εσωτερικό διάλογο", εκείνη τη σιωπηλή συνομιλία που διεξάγουμε με τον εαυτό μας, όπου δοκιμάζουμε ιδέες, αμφιβάλλουμε, ονειρευόμαστε, ενοχοποιούμαστε. Ο εσωτερικός διάλογος είναι το θεμέλιο της σκέψης ως ατομικής πράξης· η γλώσσα είναι η ίδια η συνθήκη του σκέπτεσθαι.

Εδώ, αυτή η διάσταση έχει αφανιστεί. Δεν υπάρχουν πλέον απόκρυφες σκέψεις, γιατί δεν υφίσταται ο διαχωρισμός που τις καθιστά τέτοιες. Δεν χρειάζεται πλέον να αρθρώσεις μία σκέψη που δεν γνωρίζουν οι άλλοι, διότι όλες οι σκέψεις είναι ήδη κοινό κτήμα.

Η Carol, αντιθέτως, είναι η τελευταία που χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να σκέφτετα. Όταν συνομιλεί με τον εαυτό της, όταν καταφεύγει στη γραφή, καθώς είναι συγγραφέας, ή όταν επεξεργάζεται μιά ιδέα προτού τη φανερώσει, επιτελεί πράξεις που, στον νέο αυτό κόσμο της άμεσης συνάφειας, μοιάζουν παρωχημένες. Η γλώσσα της Carol δεν στρέφεται προς έναν αποδέκτη· λειτουργεί ως μέσο ενδοσκόπησης. Κι αυτή η εγγενής αναστοχαστικότητα είναι που της επιτρέπει να παραμένει οντολογικά διακριτή.

Ο Ludwig Wittgenstein, στον Tractatus Logico-Philosophicus, διακήρυξε πως "τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου". Στη διατύπωση αυτή συναντάται η ιδέα ότι η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα, τη συγκροτεί. Αυτό που δεν μπορώ να διατυπώσω, δεν μπορώ να το σκεφτώ· αυτό που δεν μπορώ να σκεφτώ, δεν υπάρχει ως μέρος του κόσμου μου. Στο Pluribus, η συγχώνευση οδηγεί σε μία φαινομενική επέκταση του γνωσιακού σύμπαντος, επειδή όλη η γνώση είναι κοινή. Αλλά η καθολικότητα αυτή έχει ως τίμημα την εξάλειψη των προσωπικών ορίων. Ο κόσμος καθίσταται ενιαίος, αλλά το εγώ εξαϋλώνεται. Η γλώσσα καθίσταται περιττή, διότι δεν υπάρχει πιά κάτι να οριστεί ως ιδιοπροσωπικό, κάτι να αποσπαστεί από το κοινό σώμα.

Η Carol, εμμένοντας στη χρήση της γλώσσας ως αυτοαναφορικού μηχανισμού, διασώζει αυτό το τελευταίο προπύργιο της ατομικότητας. Η καθυστέρηση, αυτό το διάστημα μεταξύ σκέψης και έκφρασης, είναι ο μόνος ιδιωτικός χώρος που ορίζει τον κόσμο της: μικρός, μοναχικός, αλλά ακέραιος.

Πόνος, Πείνα, και η Υλικότητα της Ατομικότητας

Στην εποχή του Joining, όπου η συνείδηση κυκλοφορεί ως ρευστή, μεταβιβάσιμη ύλη εντός ενός κοινού νοητικού πεδίου, το σώμα παραμένει το τελευταίο αδιαπραγμάτευτο όριο της ατομικότητας. Το σώμα της Carol εξακολουθεί να πονά, να πεινά, να εξαντλείται, να φθείρεται, αυτές οι εμπειρίες, απροσπέλαστες από τον συλλογικό νού, τη διατηρούν αγκυροβολημένη στην διαφορετικότητα.

Τί απογίνεται το σώμα όταν ο νούς υφίσταται συγχώνευση; Διατηρεί άραγε τη μοναδικότητά του ή υποβάλλεται κι αυτό σε μιά ύπουλη μορφή ομογενοποίησης, όπου η βιολογική ιδιαιτερότητα διατηρείται αλλά η υποκειμενική της βαρύτητα εξανεμίζεται;

Η σειρά υπαινίσσεται ότι τα σώματα επιβιώνουν ως διακριτές φυσικές οντότητες, αλλά έχουν χάσει την ταυτότητά τους. Έχουν μεταβληθεί σε βιολογικούς υποδοχείς για έναν απρόσωπο συλλογικό νού· δεν κατοικούνται πλέον από κάποιον, αλλά διαχειρίζονται από το απρόσωπο όλον. Η ενσώματη εμπειρία, ο πόνος, η πείνα, η επιθυμία, εξακολουθεί μέν να συμβαίνει, όμως δεν ανήκει σε κανέναν συγκεκριμένο. Έχει καταστεί δεδομένο πρός επεξεργασία.

Η Carol, όμως, δεν αποδέχεται την αποϋλοποίηση της σωματικότητας. Κατοικεί το σώμα της ως μη διαπραγματεύσιμη ιδιοκτησία. Όταν πονά, ο πόνος είναι μιά ανεπανάληπτη εμπειρία. Όταν πεινά, η πείνα δεν διαχέεται. Αυτή η αδυνατότητα μεταβίβασης της ενσώματης εμπειρίας είναι εκείνη που τη ριζώνει πιο σταθερά στην ατομικότητα. Το σώμα, φθαρτό και αναντικατάστατο, καθίσταται το τελευταίο ανάχωμα απέναντι στην ολοκληρωτική απορρόφηση.

Ο πόνος αποτελεί την κατ’ εξοχήν ιδιωτική εμπειρία. Μπορώ να σε πληροφορήσω ότι πονάω, αλλά δεν μπορώ να μεταβιβάσω την ίδια την αίσθηση του πόνου. Η αδυναμία συμμετοχής τρίτου στην οδύνη, καθιστά τον πόνο συστατικό της ατομικότητας.

Στη σειρά, η Carol είναι η μόνη που βιώνει τον πόνο ως προσωπική εμπειρία. Για τους άλλους, ακόμη κι άν υπάρχει σωματικός πόνος, αυτός αφομοιώνεται από τον συλλογικό νού· γίνεται στατιστικό. Ο πόνος της Carol, όμως, παραμένει στεγανοποιημένος μέσα της.

Η πείνα, η εξάντληση, η ερωτική επιθυμία, όλες αυτές οι ενσώματες εντάσεις ανήκουν στην εσωτερική τάξη εμπειριών. Δεν μπορούν να εξωτερικευθούν πλήρως, δεν μπορούν να γίνουν αντικειμενικές. Η Carol, ζώντας αυτές τις εμπειρίες χωρίς τη δυνατότητα να τις μοιραστεί με κανέναν, γίνεται το τελευταίο σώμα που υποφέρει μόνο του.

Ένα από τα ενδιαφέροντα διλήμματα που θέτει το Pluribus αφορά το ίδιο το νόημα της επιθυμίας. Άν το Joining παρέχει πλήρη ψυχική και συναισθηματική πληρότητα, τι απομένει για την επιθυμία;

Η ψυχαναλυτική παράδοση ορίζει ότι η επιθυμία εδράζεται στην έλλειψη. Επιθυμούμε ακριβώς επειδή μας λείπει κάτι· επειδή κάτι μάς διαφεύγει. Η επιθυμία είναι το ίχνος μιάς απουσίας, το σχήμα ενός κενού. Αλλά σε έναν κόσμο όπου όλες οι ανάγκες ικανοποιούνται ακαριαία, η επιθυμία εξαφανίζεται επειδή δεν υπάρχει πλέον το κενό που τη δημιουργεί.

Η Carol, ως αυτεξούσιο και επιθυμούν υποκείμενο, διαφυλάσσει την ικανότητα να επιθυμεί και άρα, να στερείται. Η επιθυμία της δεν δύναται να ικανοποιηθεί μέσω του Joining, διότι δεν ερείδεται επί του συλλογικού· ριζώνει σε έναν ενδόμυχο πυρήνα, ενδεχομένως ανοίκειο ή ασύμμετρο προς τον περίγυρο κόσμο. Αυτή ακριβώς η άσβεστη επιθυμία, είτε ερωτική, είτε αισθητική, είτε υπαρξιακή, την κρατά ανθρώπινη.

Η ερωτική εμπειρία είναι θεμελιακά υπερβατική, μιά στιγμή όπου το υποκείμενο ξεπερνά τα όριά του μέσω της ένωσης με τον άλλο, αλλά ποτέ δεν χάνει εντελώς τον εαυτό του. Ο έρως, εν τη πράξει του, απαιτεί τη διατήρηση της ετερότητας ακόμη και εν τω μέσω της ένωσης. Στο Pluribus, η διαλεκτική αυτή έχει αποσυντεθεί· η ένωση έχει καταστεί τόσο ολοσχερής, ώστε καθίσταται ασύμβατη με τον έρωτα ως εμπειρία υπέρβασης. Η Carol, διατηρώντας τη δυνατότητα του έρωτα, παραμένει το τελευταίο ερωτικό υποκείμενο.

Το Pluribus ως Καθρέφτης της Εποχής μας, Social Media, Αλγόριθμοι και η Νέα Συλλογική Συνείδηση

Άν το Pluribus συνιστά δυστοπία, τότε πρόκειται για μιά δυστοπία ανατριχιαστικά εγγύς στην τρέχουσα πραγματικότητα. Η αφήγηση εκτυλίσσεται σ' ένα υποθετικό μέλλον όπου η νοητική συγχώνευση έχει ολοκληρωθεί, όμως τα προπλάσματά της είναι ήδη εμφατικώς παρόντα, στις πλατφόρμες της κοινωνικής δικτύωσης, στους αλγορίθμους που διαμορφώνουν τις σκέψεις μας, στην κουλτούρα της ομοφωνίας που επιβάλλει τη συμφωνία ως προϋπόθεση συμμετοχής.

Τα σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως εμβρυακή εκδοχή του Joining. Οι αλγόριθμοι δεν εισδύουν ακόμη στη σκέψη, μα διαμορφώνουν το φάσμα των ερεθισμάτων μας.

Η "filter bubble", τα "echo chamberς", αυτές οι μεταφορές περιγράφουν έναν κόσμο όπου οι σκέψεις μας καθρεφτίζονται συνεχώς πίσω σε εμάς, ενισχυμένες, επιβεβαιωμένες, αποστραγγισμένες από κάθε ετερότητα.

Το Joining αποτελεί μιά υπερβαλλόντως συνεπή εκβάθυνση της διαδικασίας. Τι θα συμβεί όταν οι αλγόριθμοι κατορθώσουν να προσεγγίσουν τις επιθυμίες μας με τόση ακρίβεια, ώστε η σκέψη καθαυτή να καταστεί περιττή; Όταν η πλατφόρμα υποβάλλει το επιθυμητό προτού ακόμη αρθρωθεί ως επιθυμία; Όταν το όριο ανάμεσα στο "σκέπτομαι" και στο "μου προσφέρεται" διαρρηγνύεται πλήρως; Τότε, η διαφορά, ως προϋπόθεση της σκέψης, εκλείπει· και, μαζί της, η ελευθερία.

Η Carol, εντός αυτού του πλαισίου, καθίσταται εκείνη που αποκηρύσσει το εξατομικευμένο φίλτρο, που αποσυνδέεται ηθελημένα από το πλέγμα της ευκολίας, που εμμένει στη σκέψη απαλλαγμένη από την υποβολή του αλγορίθμου. Ωστόσο, μέσα σε έναν κόσμο όπου η συντριπτική πλειονότητα έχει παραδοθεί αμαχητί στις σειρήνες της διευκόλυνσης, της άκοπης πρόσληψης και της ολοκληρωτικής βελτιστοποίησης της εμπειρίας, η επιμονή της Carol φαντάζει παρωχημένη, σχεδόν μαζοχιστική.

Διαφαίνεται, επιπλέον, μιά παράλληλη υποδόρια τροχιά: η λεγόμενη κουλτούρα της ακύρωσης και η υποχρεωτική ιδεολογική ομοφωνία εντός του ψηφιακού δημόσιου χώρου. Στο Pluribus, η διαφωνία δεν καταπνίγεται διά της βίας· απλώς έχει πάψει να υπάρχει. Όλοι σκέφτονται κατά τρόπο συμμετρικό. Ωστόσο, η ίδια λογική, σε έτερο επίπεδο, ελλοχεύει ήδη στον σύγχρονο ψηφιακό βίο διά της κοινωνικής πίεσης, τόσης, ώστε η διαφωνία να αποβαίνει πολυδάπανη και επισφαλής.

Η Carol, ως έσχατη διαφωνούσα συνείδηση, παραπέμπει σε εκείνους που επιλέγουν να μη συμμορφωθούν πρός την κυρίαρχη ιδεολογική ορθοδοξία, όχι κατ’ ανάγκην λόγω αντιλογίας, αλλά εξαιτίας μιάς ανυποχώρητης προσήλωσης στο δικαίωμα να σκέφτονται διαφορετικά. Κι όπως εκείνη, έτσι κι αυτοί οι άνθρωποι γίνονται ολοένα και περισσότερο περιθωριακοί, ολοένα και πιό σιωπηλοί, ολοένα και πιο αόρατοι, θύλακες αντίστασης σε ένα τοπίο εντεινόμενης ομοιομορφίας.

Το Pluribus, υπό το πρίσμα αυτό, είναι μία κριτική του παρόντος·

ένας καθρέφτης που αντανακλά, με υπερβολική καθαρότητα, τις τάσεις που ήδη ζούμε.

Πέραν της Συλλογικής Ευτυχίας

Καθώς το Pluribus ολοκληρώνει την πρώτη του σεζόν, δεν επαγγέλλεται καμμία λύτρωση, δεν παραχωρεί στον θεατή την παρηγορητική ψευδαίσθηση της κάθαρσης· δεν προσφέρει αποκατάσταση της διασαλευμένης τάξεως. Αντιθέτως, η σειρά διατηρεί το βλέμμα της αμείλικτα προσηλωμένο στο ελάχιστο: στη σιωπηλή, πεισματική επιβίωση του ατόμου εντός μιάς συλλογικότητας που απορροφά μέχρις εκμηδενίσεως.

Η Carol, ερείπιο πιά της πάλαι ποτέ έννοιας του ανθρωπίνου υποκειμένου, δεν θριαμβεύει· επιμένει. Δεν αποτρέπει τη συγχώνευση, δεν ανατρέπει την κυρίαρχη δομή, δεν κάνει αντίσταση. Και όμως, η απλή της ύπαρξη συνιστά ήδη απειλή για την αλαζονική βεβαιότητα του μηχανισμού ότι δεν έχει ανάγκη πλέον τη διαφωνία. Η Carol ενσαρκώνει τον ενδόμυχο τρόμο ότι η ανθρώπινη ιδιοπροσωπία δεν εξαλείφεται ποτέ οριστικά· ότι πάντοτε θα παραμένει κάποιος ο οποίος, άνευ ιδεολογικού προτάγματος, χωρίς προσδοκία ανταμοιβής, δίχως σχέδιο, θα απορρίπτει την αφομοίωση ως αυτονόητη συνθήκη.

Στην πολιτική θεωρία της ελευθερίας, η απείθεια δεν αποτελεί μόνο εργαλείο διεκδικήσεων· είναι συγχρόνως η ιστορική μνήμη της ατομικότητας, του μη αφομοιώσιμου ετερόλογου. Είναι εκεί όπου ο φιλελευθερισμός, απαλλαγμένος από ιδεολογικές διακηρύξεις, επιστρέφει ως αίσθημα εσωτερικής μη υποταγής, ως δύναμη αρνητικής ύπαρξης.

Ο κόσμος του Pluribus φαντάζει αψεγάδιαστος, ακριβώς επειδή έχει απεκδυθεί κάθε ενδιαφέρον για το υπαρξιακό βάρος της μοναδικότητας. Η τελειότητά του είναι αφασία. Κι όμως, τούτη η φαινομενική αρτιότητα είναι δραματικά εύθραυστη. Δεν απαιτείται κάποια μετωπική εξέγερση για να διαρραγεί· αρκεί η σιωπηλή παρουσία μιάς μορφής που παραμένει ασύμμετρη. Αυτή η ασυμμετρία είναι πιό επικίνδυνη από κάθε ιδεολογική σύγκρουση, γιατί δεν μπορεί να απορροφηθεί, να εξηγηθεί, να ονομασθεί.

Ο Θεατής ως Συνένοχος

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ύστατο ερώτημα που η σειρά απευθύνει προς τον θεατή: τι σημαίνει να αντικρίζεις την Carol; Εμπνέει συμπάθεια ή προξενεί αμηχανία; Ενσαρκώνει μία μορφή ελευθερίας ή μιά απωθητική φιγούρα;

Το Pluribus δεν προσφέρει στον θεατή μία ηρωίδα εύπεπτης ταύτισης· η Carol δεν είναι γενναία, δεν είναι ηρωική, ούτε και ιδιαίτερα φιλόδοξη ή ελπιδοφόρα. Είναι απλώς παρούσα, βουβή, σκυθρωπή, ακίνητη μέσα στον θόρυβο της συλλογικής ευτυχίας. Και τούτη η ανεξήγητη ακινησία της, ενδέχεται να προκαλεί δυσθυμία· ίσως ακόμη και να κινεί μέσα μας την υποδόρια επιθυμία να ενταχθεί, να πάψει να υποφέρει, να αποδεχθεί την ασφάλεια της προσφερόμενης ευδαιμονίας.

Αλλά αυτή ακριβώς η δυσφορία αποτελεί μέρος της στρατηγικής της σειράς. Ο θεατής καθίσταται συνένοχος στην ακινησία και την περιθωριοποίηση της Carol, διότι αδυνατεί, ή δεν επιθυμεί, να την διασώσει. Η παρουσία της λειτουργεί ως υπόμνηση ότι η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την ικανοποίηση· ότι μπορεί να είναι αβάσταχτη· και ότι, ίσως, ο σύγχρονος άνθρωπος προτιμά την ομοφωνία της άρσης κάθε ευθύνης από την αγωνία της επιλογής.

Κατ' ουσίαν, η σειρά δεν εξυμνεί την ατομικότητα· της επιτρέπει απλώς να υπάρχει, για να καταστήσει σαφές το ερώτημα της αξίας της. Εάν η ατομικότητα ορίζεται από το να επιβιώνεις χωρίς προορισμό, χωρίς προσδοκία, χωρίς συγγένεια πρός την εποχή, τότε αυτή είναι η έσχατη μορφή ελευθερίας.

Η Carol δεν σώζει τον κόσμο. Αλλά αποτελεί μαρτυρία ότι υπήρξε κάτι που άξιζε να διασωθεί· κάτι που ακόμη και η απόλυτη συγχώνευση δεν κατόρθωσε να εξαφανίσει.


*Η Μαίρη Αποστολίδη είναι νομικός