Ένα κρίσιμο διήμερο διεθνών διεργασιών, με επίκεντρο αρχικά το Νταβός (εφόσον τελικά μεταβεί ο πρωθυπουργός) και εν συνεχεία τις Βρυξέλλες, έχει ήδη ξεκινήσει, με τις κινήσεις Τραμπ στο ζήτημα της Γροιλανδίας και τις προειδοποιήσεις του Αμερικανού προέδρου για επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες, να δημιουργούν ένα άνευ προηγουμένου σκηνικό στους κόλπους της ευρωατλαντικής συμμαχίας.
Η Ελλάδα παρακολουθεί με προβληματισμό, αλλά και ψυχραιμία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να δίνει το στίγμα των ελληνικών θέσεων αύριο κατά τις επίσημες τοποθετήσεις του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στην Ελβετία και το βράδυ της Πέμπτης να συμμετέχει στο έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη βελγική πρωτεύουσα.
Την ελληνική «οπτική» των εξελίξεων ο πρωθυπουργός την έδωσε πριν αναχωρήσει για τις κρίσιμες επαφές, όταν μίλησε για «νέα ταραγμένων θαλασσών και ωκεανών», για «ιστορικότητα των στιγμών» και για «πρωτοφανείς προκλήσεις για το διεθνές γεωπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, όπως αυτό οικοδομήθηκε ουσιαστικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».
Το διακύβευμα σχεδόν υπαρξιακό, με τον κ. Μητσοτάκη να δηλώνει ότι «αυτή τη στιγμή αμφισβητούνται βασικές σταθερές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική ειρήνη και η ευημερία» και τον ίδιο να εκφράζει την ελπίδα Ευρώπη και ΗΠΑ να μη διαβούν τον Ρουβίκωνα.
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί σε αυτή την κρίση, από τη μία πλευρά την στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ, από την άλλη την ευρωπαϊκή της «ταυτότητα» και την προσήλωσή της στις αξίες του Διεθνούς Δικαίου που αποτελούν τη βάση της εξωτερικής της πολιτικής. Αυτή τη γραμμή ισορροπίας θα ήθελε ιδανικά να μη χρειαστεί να ξεπεράσει, γι’ αυτό και η θέση του κ. Μητσοτάκη ήταν «να πρυτανεύσει η λογική, ο διάλογος, οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας, έτσι ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα».
Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει στην πιο δύσκολη γεωπολιτικά συγκυρία των τελευταίων δεκαετιών να είναι πιο ισχυρή από ποτέ σε όλα τα επίπεδα και δίνουν το στίγμα της ελληνικής στάσης επισημαίνοντας ότι η χώρα «θα συνεχίσει να κινείται ως ένα ισότιμο μέλος της Ε.Ε και ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ».
Η Ελλάδα έχει ένα προηγούμενο, την περίπτωση της Ουκρανίας όπου τάχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη με την «σωστή πλευρά της ιστορίας», όπως έχει ανοιχτό το μείζον ζήτημα του Κυπριακού και τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Υπό αυτό το πρίσμα η θέση της και η ταύτισή της με την ευρωπαϊκή θέση περί της εδαφικής ακεραιότητας της Γροιλανδίας, είναι αυτονόητη.
Ωστόσο, αναγνωρίζεται ότι οι σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ και ξεχωριστά, Ελλάδας-ΗΠΑ, είναι τέτοιες, που οποιαδήποτε ευρωατλαντική ρήξη θα έφερνε την Αθήνα υπό έντονη πίεση.
Ο κ. Μητσοτάκης έδωσε το περίγραμμα της στάσης που η χώρα θα κρατήσει, περιγράφοντας αυτό το διττό χαρακτηριστικό. «Η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία έχει στρατηγικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταυτόχρονα, είναι μία χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία χώρα η οποία συμμετέχει ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και μία χώρα η οποία έχει αγωνιστεί να υπερασπιστεί την πολυμέρεια, το Διεθνές Δίκαιο ως το μόνο σημείο αναφοράς για την επίλυση των διεθνών διαφορών, και δεν πρόκειται να αποστούμε από αυτή τη θέση».
Το στίγμα προθέσεων της ελληνικής θέσης, είχε δώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την αρχή της νέας κρίσης, όταν ανέκυψε το ζήτημα της Γροιλανδίας, εκφράζοντας την πλήρη υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης στην ευρωπαϊκή δήλωση για το θέμα και υπογραμμίζοντας ότι «ως σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, οφείλουμε να είμαστε δεσμευμένοι στον αμοιβαίο σεβασμό, τον διάλογο και τις αρχές της κυριαρχίας και της συλλογικής ασφάλειας».
Τότε, στην δήλωσή τους, επτά κράτη μέλη του ΝΑΤΟ -μεταξύ αυτών οι ηγέτες Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Πολωνίας Ισπανίας, Βρετανίας και Δανίας- ανέφεραν ότι «η ασφάλεια στην Αρκτική παραμένει βασική προτεραιότητα για την Ευρώπη και είναι κρίσιμη για τη διεθνή και διατλαντική ασφάλεια», υπενθυμίζοντας τον ρόλο του ΝΑΤΟ στην περιοχή, όπως και το γεγονός ότι η Δανία, συμπεριλαμβανομένης της Γροιλανδίας, αποτελεί μέρος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.
Στην δήλωση, την οποία και η Ελλάδα υποστήριξε, επισημαίνονταν ότι η ασφάλεια στην Αρκτική πρέπει «να διασφαλίζεται συλλογικά, σε συνεργασία με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, με σεβασμό στις αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, όπως η κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα και το απαραβίαστο των συνόρων».
Η Ευρώπη επιδιώκει την αποκλιμάκωση στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και την αποφυγή της ρήξης, θέση με την οποία και η ελληνική κυβέρνηση συντάσσεται. Στέλνει παράλληλα σαφή μηνύματα ότι δεν πρόκειται να επιδείξει «αδυναμία» και να προειδοποιεί με σκληρά αντίποινα. Η αυριανή έκτακτη Σύνοδος Κορυφής αναμένεται να οριοθετήσει τους συσχετισμούς στους κόλπους των 27.
Μπορεί οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις να επισκιάζουν το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ωστόσο η οικονομία αναμένεται να αποτελέσει, όπως πάντα, το κεντρικό θέμα συζήτησης, κυρίως στις επαφές που πραγματοποιούνται στο περιθώριο.
Σε αυτό το επίπεδο, κεντρικός στόχος της παρουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να τονιστεί ότι εν μέσω παγκόσμιων αναταράξεων, η Ελλάδα παραμένει πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπως και στην ευρωπαϊκή «σκακιέρα», που έχει διασφαλίσει την δημοσιονομική ισορροπία, επιτυγχάνοντας ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αύξηση των επενδύσεων, μείωση της ανεργίας και στήριξης των πολιτών της.
Θα επιμείνει στις μεταρρυθμίσεις στις οποίες η κυβέρνησή του έχει προχωρήσει από το 2019 έως σήμερα, θα προτάξει τη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας και θα στείλει το μήνυμα της πολιτικής σταθερότητας στη χώρα, σε αντιδιαστολή με την πολιτική κατάσταση μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, ως βασική προϋπόθεση για την διασφάλιση του κατάλληλου επενδυτικού περιβάλλοντος, σημειώνοντας ότι αυτές οι «συνθήκες» αναδεικνύουν την χώρα ως παράδειγμα στην Ευρώπη.
