Οι δημοσκοπήσεις της νέας χρονιάς, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας μέρα με τη μέρα, αποτυπώνουν ένα σκηνικό πολιτικής θύελλας, στο οποίο ουδείς μπορεί να προδικάσει πού θα «κάτσει» η σκόνη. Παρόλα αυτά, για το κυβερνητικό επιτελείο τα πρώτα στοιχεία δημιουργούν ένα πλαίσιο, που φαίνεται να δείχνει σημάδια ανάκαμψης, έστω και οριακής, που όμως θεωρούνται κρίσιμα στην παρούσα χρονική συγκυρία.
Και στις τρεις δημοσκοπήσεις - Opinion poll, Real polls, Interview - η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει άνοδο, που στην εκτίμηση ψήφου την τοποθετεί πέριξ ή πάνω από το ψυχολογικό όριο του 30%. Η διψήφια διαφορά της από το ΠΑΣΟΚ παραμένει και ενισχύεται, όπως παραμένει και η καταλληλότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη για την πρωθυπουργία, με συντριπτική διαφορά σε σχέση με τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Σύμφωνα με την Opinion poll, την τελευταία εταιρεία που δημοσιοποίησε έρευνα, η ΝΔ προηγείται με 16,8 μονάδες του ΠΑΣΟΚ, διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στην παράσταση νίκης με 53,9%, συγκεντρώνει στην πρόθεση ψήφου ποσοστό
24,4% έναντι 10,8% του ΠΑΣΟΚ και στην εκτίμηση ψήφου 30,2% με το ΠΑΣΟΚ στο 13,4%. Και σε αυτή τη μέτρηση, οι αναποφάσιστοι βρίσκονται πάνω από το 19% και το ποσοστό όσων δηλώνουν “άλλο κόμμα” στο 9,1%.
Τα δύο αυτά στοιχεία, σε συνδυασμό με τις τάσεις που καταγράφονται στο εκλογικό σώμα για το υπό ίδρυση κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού και την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή, κάνουν ακόμη πιο “θολό” το τοπίο.
Για την κυβέρνηση, το γεγονός ότι «πέρασε» το εμπόδιο των αγροτικών κινητοποιήσεων χωρίς απώλειες, συγκαταλέγεται στα “συν” που μετρά το Μέγαρο Μαξίμου. Ταυτόχρονα, είναι σαφές ότι οι γεωπολιτικές αναταράξεις συσπειρώνουν ένα μέρος του εκλογικού σώματος και το κατευθύνουν σε επιλογές που «απαντούν» στην ανάγκη ασφάλειας, που επιζητεί σε κρίσιμες συγκυρίες, όταν το 83,8% δηλώνει ότι ανησυχεί και το 80,7% ότι απαιτείται πολιτική σταθερότητα και ισχυρή ηγεσία.
Για την κυβέρνηση, βασικός αντίπαλος παραμένουν τα ζητήματα της οικονομίας, με την ακρίβεια να αναδεικνύεται ως το νούμερο ένα πρόβλημα, με ποσοστό 51% και το 44,3% των ερωτηθέντων να θεωρεί ότι η κατάστασή των προσωπικών οικονομικών του θα επιδεινωθεί το 2026.
Και η έρευνα της Opinion Poll κστέγραψε ως «δεξαμενές» για το κόμμα της κ. Καρυστιανού, κατά βάση τον ΣΥΡΙΖΑ, την Ελληνική Λύση, τη ΝΙΚΗ και την Πλεύση Ελευθερίας, καθώς οι εν δυνάμει ψηφοφόροι τους δηλώνουν σε ποσοστά άνω του 40% ότι θα μπορούσαν να ψηφίσουν το νέο κόμμα.
Αυτό, που δεν έχει μετρηθεί, είναι κατά πόσο θα επηρεάσουν το εκλογικό σώμα οι τελευταίες δηλώσεις της για τις αμβλώσεις, που επί της ουσίας, αποδίδουν και ένα πολιτικό-ιδεολογικό πρόσημο στην πολιτική της παρουσία, προκαλώντας, ίσως για πρώτη φορά, την έντονη αντίδραση της Χαριλάου Τρικούπη και της Κουμουνδούρου.
Το κυβερνητικό επιτελείο επιμένει, όπως σημειώνει, σε αυτό που από την αρχή υπογράμμιζε. Ότι, δηλαδή, θα πρέπει κανείς να περιμένει τη δημιουργία του κόμματος Καρυστιανού και κυρίως, τις θέσεις που θα διατυπώσει, ώστε να τοποθετηθεί. Οι τελευταίες δηλώσεις της κ. Καρυστιανού αποτέλεσαν το αντικείμενο σφοδρών αντιδράσεων από κυβερνητικά στελέχη, που αρχίζουν πλέον να διατυπώνουν τους άξονες της κριτικής τους απέναντι στο νέο εγχείρημα. «Το πιο φοβερό είναι ότι αυτό ακούγεται και από μία γιατρό. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω [...] τουλάχιστον όσο είμαστε εμείς στα πράγματα» είπε χαρακτηριστικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Επιλογή του Μεγάρου Μαξίμου είναι η πολιτική αντιπαράθεση με την κ. Καρυστιανού και ο απόλυτος διαχωρισμός του ρόλου της ως πολιτικού από εκείνου της μητέρας που έχει χάσει το παιδί της σε μια τραγωδία. «Να κάνει πρώτα το κόμμα, όπως έχει προαναγγείλει, να μπορέσουμε να δούμε τις θέσεις του κόμματος και τα στελέχη του, για να αντιπαρατεθούμε πολιτικά» σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη και επιμένουν ότι «άλλο είναι να μπαίνει κάποιος στην πολιτική λόγω προσωπικών ερεθισμάτων, μιας προσωπικής εμπειρίας, μιας προσωπικής τραγωδίας και άλλο πράγμα να χρησιμοποιεί κάποιος το συλλογικό τραύμα, το συλλογικό πένθος, το πένθος και άλλων ανθρώπων για να προχωρήσει πολιτικά».
Η αλλαγή στάσης κομμάτων προς το πρόσωπο της κ. Καρυστιανού, όπως διαφάνηκε μετά τις τελευταίες της δηλώσεις αναμένεται να αποτελέσει και μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης και της κυβερνητικής τακτικής απέναντι στην αντιπολίτευση.
«Πρόκειται για απόδειξη ότι εκείνο, που τους ένωνε ήταν μόνο ο στόχος τους να ρίξουν τον Μητσοτάκη», σχολιάζουν κυβερνητικά στελέχη, εκτιμώντας ότι και σε αυτή την περίπτωση θα αναδειχθεί η εργαλειοποίηση της τραγωδίας των Τεμπών, που επιχειρήθηκε.
