To Ιράν ένωσε το Ισραήλ με τον αραβικό κόσμο
Shutterstock
Shutterstock

To Ιράν ένωσε το Ισραήλ με τον αραβικό κόσμο

Η πρώτη εβδομάδα της αμερικανο-ισραηλινής επιχείρησης με την κωδική ονομασία «Epic Fury» αποτελεί ήδη αντικείμενο εντατικής γεωπολιτικής ανάλυσης. Και τούτο όχι κυρίως λόγω των άμεσων της αποτελεσμάτων, που παραμένουν υπό αξιολόγηση, αλλά λόγω μιας βαθύτερης στρατηγικής αντίφασης: η Τεχεράνη, αντί να διασπάσει τον συνασπισμό των αντιπάλων της, φαίνεται να τον εδραίωσε.

Η επιχείρηση ξεκίνησε επίσημα στις 28 Φεβρουαρίου 2026, μετά από προεδρική εξουσιοδότηση που διαβιβάστηκε την προηγούμενη ημέρα στο Κεντρικό Διοικητήριο των ΗΠΑ (CENTCOM). Στο πρώτο κύμα αεροπορικών επιθέσεων, πάνω από εκατό αεροσκάφη από ξηρά και θάλασσα, σύμφωνα με επίσημες αμερικανικές ανακοινώσεις, σε συνδυασμό με πυραύλους τύπου Tomahawk και παράλληλες ισραηλινές επιχειρήσεις, είχε ως δηλωμένους στόχους το ιρανικό διοικητικό σύστημα, τις ναυτικές δυνάμεις, τις θέσεις βαλλιστικών πυραύλων και τις υποδομές πληροφοριών. Ταυτόχρονα, η αμερικανική Κυβερνοδιοίκηση και η Διοίκηση Διαστήματος κινητοποιήθηκαν εκ των προτέρων για να αποδυναμώσουν τις επικοινωνιακές ικανότητες του Ιράν.

Η αντεπίθεση που έγινε αυτογκόλ

Η ιρανική αντίδραση ακολούθησε μια λογική κλιμάκωσης: πλήξεις εναντίον του Ισραήλ, αλλά και εναντίον κρατών που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις στον Κόλπο. Η Τεχεράνη φαίνεται να επεδίωξε να «διεθνοποιήσει» το πεδίο μάχης, στοχεύοντας να αναγκάσει τα αραβικά κράτη να πιέσουν την Ουάσιγκτον για κατάπαυση πυρός. Μια λογική που βασιζόταν σε μια παλιά υπόθεση: ότι η αραβική καχυποψία απέναντι στο Ισραήλ θα εμπόδιζε τη διαμόρφωση ανοιχτής συνεργασίας.

Η υπόθεση αυτή αποδείχτηκε ιστορικά λανθασμένη. Στις 2 Μαρτίου, επιχειρήθηκαν πυραυλικές επιθέσεις εναντίον πολιτικών υποδομών του Κατάρ, μεταξύ άλλων κατά του διεθνούς αεροδρομίου Χαμάντ, οι οποίες αποκρούστηκαν πλήρως από τα αεραμυντικά συστήματα, αν και πάνω από 8.000 επιβάτες αποκλείστηκαν λόγω κλεισίματος εναέριου χώρου.

Η Ντόχα, παραδοσιακά μεσολαβητής στις περιφερειακές αντιθέσεις, ανακοίνωσε ότι δεν διατηρούσε καμία επικοινωνία με την Τεχεράνη από την έναρξη των επιθέσεων, με τον εκπρόσωπο του Υπουργείου Εξωτερικών να δηλώνει ότι «οι κόκκινες γραμμές έχουν ήδη ξεπεραστεί». Στις ημέρες που ακολούθησαν, υπουργεία άμυνας κρατών του Κόλπου δημοσιοποίησαν αριθμούς αποκρούσεων πυραύλων και drones που αποτύπωναν την τεράστια κλίμακα της ιρανικής επίθεσης.

Στις αρχές του μήνα, τώρα το Μάρτιο, το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εξέδωσε κοινή ανακοίνωση με τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, την Ιορδανία, το Κουβέιτ και τις ΗΠΑ, καταδικάζοντας τις «αδιάκριτες και απερίσκεπτες» ιρανικές επιθέσεις και, σε γλαφυρή διατύπωση, επαινώντας «την αποτελεσματική συνεργασία στην αεράμυνα» ως παράγοντα που απέτρεψε ακόμα μεγαλύτερες απώλειες.

Τρεις λόγοι για τους οποίους η στρατηγική της Τεχεράνης κατέρρευσε

Πρώτον, οι επιθέσεις κατέστησαν άμεσα αισθητό στις αραβικές πρωτεύουσες αυτό που μέχρι τότε ήταν αφηρημένος στρατηγικός κίνδυνος: ότι το Ιράν μπορεί να φέρει τον πόλεμο στα σπίτια τους. Ακόμα και όταν η Τεχεράνη παρουσίαζε τις αμερικανικές βάσεις ως πρωταρχικό στόχο, οι αραβικές ηγεσίες βίωσαν τις επιθέσεις ως ωμή παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας τους.

Δεύτερον, οι επιθέσεις ανέδειξαν μια θεμελιώδη συστημική αδυναμία του οικονομικού μοντέλου του Κόλπου: υψηλή διασύνδεση, πυκνές υποδομές και ξεκάθαρη εξάρτηση από ασφαλείς ουρανούς και θαλάσσιους διαδρόμους. Η «ουδετερότητα» μετατρέπεται σε πολυτέλεια αφόρητη όταν πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη πέφτουν σε κρίσιμες εθνικές υποδομές.

Τρίτον, η ιρανική πίεση στα θαλάσσια στενά, και ειδικά στα Στενά του Ορμούζ, επέφερε ουσιαστική παράλυση στη διεθνή ναυτιλία. Δεξαμενόπλοια βρέθηκαν εγκλωβισμένα ή υπέστησαν ζημιές, οι ασφαλιστές ανακάλεσαν τις καλύψεις πολεμικού κινδύνου και οι αγορές ενέργειας ανταποκρίθηκαν με ακραία μεταβλητότητα. Κανένα κράτος του Κόλπου δεν μπορεί να αφήσει αναπάντητη αυτή τη διάσταση, ανεξάρτητα από τη στάση του απέναντι στο Ισραήλ.

Το αμυντικό τόξο που αναδύεται

Η σύγκλιση ισραηλινών και αραβικών συμφερόντων δεν ξεκίνησε από μηδενική βάση. Οι Συμφωνίες Αβραάμ του 2020 επισημοποίησαν τις σχέσεις Ισραήλ-ΗΑΕ και Ισραήλ-Μπαχρέιν, δημιουργώντας επίσημα διπλωματικά και αμυντικά κανάλια. Η ενσωμάτωση του Ισραήλ στο γεωγραφικό πεδίο ευθύνης του CENTCOM, που επίσημα αναγγέλθηκε το 2021, δρομολόγησε συντεταγμένα την προσέγγιση του Ισραήλ με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, εκ των οποίων πολλές μοιράζονται την ίδια ανησυχία για το Ιράν.

Αυτό που άλλαξε η επιχείρηση «Epic Fury» ήταν ο ρυθμός και η αναγκαιότητα. Στο πεδίο της αεράμυνας, ίσως η λιγότερο «φορτισμένη πολιτικά» μορφή ευθυγράμμισης, το CENTCOM είχε ήδη συγκροτήσει έναν άτυπο «συνασπισμό προθύμων» που συμπεριελάμβανε, πέρα από το Ισραήλ και τα κράτη που είχαν υπογράψει ομαλοποίηση, ακόμα και χώρες χωρίς επίσημες διπλωματικές σχέσεις με την Ιερουσαλήμ, μεταξύ αυτών ρητά η Σαουδική Αραβία. Στην κρίση, αυτή η αρχιτεκτονική δοκιμάστηκε υπό πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.

Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) επικαλέστηκε το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ περί συλλογικής αυτοάμυνας και ενεργοποίησε κοινά αεραμυντικά συστήματα. Η Ιορδανία, γεωγραφικά εκτεθειμένη σε δευτερογενείς επιπτώσεις και παλαιός εταίρος ειρήνης του Ισραήλ, πραγματοποίησε αεροπορικές αποστολές για την προστασία του εναέριου χώρου της και προσχώρησε στην κοινή καταδίκη. Η Αίγυπτος, που διατηρεί επιφυλακτικότερη στάση έναντι της επιχείρησης, αντιμετωπίζει άμεσες οικονομικές πιέσεις: η εκτροπή θαλάσσιας κυκλοφορίας από τη Διώρυγα του Σουέζ την ωθεί και αυτήν, έμμεσα, προς σύγκλιση συμφερόντων με τον Κόλπο και το Ισραήλ ως προς την αποκατάσταση της ναυτιλιακής ασφάλειας.

Στρατηγικές συνέπειες για την έκβαση του πολέμου

Η βελτιωμένη ανταλλαγή πληροφοριών και η ολοκλήρωση της αεράμυνας μειώνουν ήδη την ικανότητα του Ιράν να ασκεί εκβιασμό μέσω «μαζικής βολής». Τα υψηλά ποσοστά αποκρούσεων που ανακοίνωσαν τα κράτη του Κόλπου, σε συνδυασμό με τις αμερικανικές επιχειρήσεις Patriot και THAAD, υποδηλώνουν ότι η περιφερειακή συντονισμένη αντίδραση αυξάνει σημαντικά το κόστος για την Τεχεράνη. Ειδικά εάν τα ιρανικά πυραυλικά αποθέματα συρρικνώνονται χωρίς αντίστοιχο στρατηγικό αποτέλεσμα, η λογική της κλιμάκωσης μετατρέπεται σε στρατηγικό παγιδευτικό λάθος.

Στο πολιτικό επίπεδο, η κοινή διακήρυξη των κρατών του Κόλπου, της Ιορδανίας και των ΗΠΑ στις αρχές Μαρτίου διαμορφώνει μια αφήγηση νομιμοποίησης για τη συνεργατική αμυντική αρχιτεκτονική, ακόμα και χωρίς ρητή αναφορά στο Ισραήλ. Η «αποτελεσματική συνεργασία στην αεράμυνα» που επαινείται στην ανακοίνωση είναι ακριβώς η λειτουργική δομή μέσα στην οποία το Ισραήλ εντάσσεται φυσιολογικά. Η πολιτική κάλυψη της αραβικής πλευράς για αυτή τη συνεργασία δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερη.

Στο επίπεδο αποτροπής, η δυναμική εξελίσσεται αντίθετα από ό,τι επεδίωξε η Τεχεράνη: αντί τα αραβικά κράτη να πιέσουν για κατάπαυση του πυρός, ο κίνδυνος για το Ιράν από περαιτέρω κλιμάκωση μεγαλώνει, ενώ η ικανότητά του να εκμεταλλευτεί τις ενδο-αραβικές διαφορές για να απομονώσει το Ισραήλ εξασθενεί.

Ο νόμος των ακούσιων συνεπειών

Ο πόλεμος έχει παράξει τεράστιες τραγωδίες, και οι μακροπρόθεσμες πολιτικές επιπτώσεις, τόσο εντός Ιράν όσο και σε ολόκληρη την περιοχή, παραμένουν ανοιχτές και αβέβαιες. Ωστόσο, ένα στρατηγικό πρότυπο είναι ήδη ορατό: η ιρανική προσπάθεια επίδειξης ισχύος μέσω μιας περιφερειακής αντεπίθεσης επιτάχυνε ακριβώς τη γεωπολιτική αναδιάταξη που η Τεχεράνη επί δεκαετίες επεδίωκε να αποτρέψει.

Ο νόμος των ακούσιων συνεπειών στη γεωπολιτική είναι αμείλικτος. Επεκτείνοντας τους πυραύλους, τα drones και τη ναυτική της πίεση σε ολόκληρο τον Κόλπο και τις παρακείμενες χώρες, η Τεχεράνη μετέτρεψε τους αφηρημένους φόβους για ιρανική εμβέλεια σε βιωμένη εμπειρία. Με αυτό τον τρόπο, οδήγησε αραβικές κυβερνήσεις που διίστανται σε πολλά επιμέρους ζητήματα να συγκλίνουν γύρω από μία κοινή απειλή, δυναμική που τις τραβά αναπόδραστα πιο κοντά στο Ισραήλ.

Επιχειρώντας να απομονώσει το Ισραήλ και να πιέσει τις ΗΠΑ να αποχωρήσουν, το Ιράν μπορεί τελικά να έχει συμβάλει, εκ των πραγμάτων και χωρίς να το επιδιώκει, στη σταθεροποίηση του αναδυόμενου περιφερειακού συνασπισμού που είναι ο πλέον ικανός να ελέγξει τη δύναμή του. Στη γεωπολιτική, η πρόθεση και το αποτέλεσμα σπάνια ταυτίζονται.


*Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές κα ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.

Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.