Η Έρευνα Τέλους Έτους (End-of-Year, EOY) της Gallup International, η μακροβιότερη παγκόσμια μελέτη κοινής γνώμης, αποτυπώνει μια έντονη αντίφαση στη διεθνή εικόνα της ηγεσίας. Σε μια εποχή όπου η πολιτική εξουσία συνδέεται ολοένα και περισσότερο με πόλωση και απόρριψη, ο Πάπας Λέων ξεχωρίζει ως ο μοναδικός παγκόσμιος ηγέτης με σαφώς θετική αποδοχή σε όλες σχεδόν τις ηπείρους. Η έρευνα διεξάγεται ετησίως από το 1977 από τη Gallup International Association και, στη φετινή της έκδοση, καλύπτει 61 χώρες και 64.097 ενήλικες.
Μεταξύ των πολιτικών ηγετών, ο Ντόναλντ Τραμπ συγκεντρώνει το υψηλότερο ποσοστό θετικής γνώμης παγκοσμίως (30%), οριακά μπροστά από τον Σι Τζινπίνγκ (29%), ενώ ακολουθούν ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ναρέντρα Μόντι με 25%. Στην τελευταία θέση βρίσκεται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, με μόλις 19% θετικές γνώμες. Παρά αυτά τα ποσοστά, όλοι οι πολιτικοί ηγέτες εμφανίζουν αρνητικό καθαρό ισοζύγιο σε παγκόσμιο επίπεδο, σε αντίθεση με τον Πάπα Λέοντα. Η περιφερειακή ανάλυση αποκαλύπτει έντονες διαφοροποιήσεις: ο Τραμπ είναι ιδιαίτερα αρνητικός στη Δυτική Ευρώπη και τη Βορειοανατολική Ασία, ο Σι Τζινπίνγκ αντιμετωπίζει ισχυρή απόρριψη στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, ο Μόντι συγκεντρώνει θετικές αξιολογήσεις κυρίως στον Παγκόσμιο Νότο, ενώ ο Πούτιν και ο Νετανιάχου καταγράφουν τη μεγαλύτερη και πιο εκτεταμένη διεθνή απόρριψη. Συνολικά, τα δεδομένα δείχνουν ότι η πολιτική ισχύς δύσκολα μεταφράζεται σε παγκόσμια αποδοχή.Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των Δυτικοευρωπαίων – και ειδικότερα των Ελλήνων – απέναντι στους τρεις βασικούς παγκόσμιους ηγέτες: τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Σι Τζινπίνγκ.
Δυτική Ευρώπη και Ελλάδα:
Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ
Η αποδοχή του Ντόναλντ Τραμπ στη Δυτική Ευρώπη είναι εξαιρετικά χαμηλή: μόλις το 18% των πολιτών εκφράζει θετική γνώμη. Πρόκειται για ιδιαίτερα μικρό ποσοστό για τον ηγέτη μιας παραδοσιακά συμμαχικής δύναμης, αντανακλώντας τα «μικτά συναισθήματα φίλου–εχθρού» που επικρατούν απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες την περίοδο της προεδρίας του.
Η αμφισβήτηση από τον ίδιο τον Πρόεδρο Τραμπ της ουσίας των διατλαντικών σχέσεων ΗΠΑ–Ευρώπης πυροδότησε ένα εκτεταμένο κύμα σκεπτικισμού, ακόμη και φόβου, τόσο στους Ευρωπαίους πολίτες όσο και στις πολιτικές ελίτ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο αρνητικές στάσεις καταγράφονται στη Δανία, όπου η κρίση της Γροιλανδίας εκλήφθηκε ως άμεση και ουσιαστική απειλή.
Στον αντίποδα, η Μεγάλη Βρετανία, ως παραδοσιακός σύμμαχος των ΗΠΑ, εμφανίζεται συγκριτικά λιγότερο αρνητική. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην Ελλάδα, αν και η θετική γνώμη για τον Τραμπ παραμένει μειοψηφική, το σχετικό ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Δυτικής Ευρώπης, γεγονός που υποδηλώνει μια πιο σύνθετη και λιγότερο ομοιογενή στάση της ελληνικής κοινής γνώμης.

Η περίπτωση του Πούτιν
Στο γράφημα που ακολουθεί αποτυπώνεται η στάση των Δυτικοευρωπαίων απέναντι στον Πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν. Οι θετικές γνώμες είναι εξαιρετικά περιορισμένες, ενώ οι αρνητικές κυριαρχούν συντριπτικά, ιδίως στις σκανδιναβικές χώρες, όπου η αίσθηση άμεσης γεωπολιτικής απειλής μεταφράζεται σε ποσοστά αρνητικής αξιολόγησης που υπερβαίνουν το 90%.

Η Ελλάδα, ωστόσο, παρουσιάζει μια σαφώς διαφοροποιημένη εικόνα. Αν και η συνολική αξιολόγηση του Πούτιν παραμένει αρνητική, καταγράφεται ένα σχετικά υψηλό ποσοστό θετικών γνωμών, που φτάνει το 33%. Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το ποσοστό των «πολύ θετικών» αξιολογήσεων ανέρχεται στο 13%, επίπεδο περίπου τετραπλάσιο σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Δυτικής Ευρώπης.
Η ελληνική αυτή ιδιαιτερότητα υποδηλώνει μια πιο σύνθετη και λιγότερο ομοιογενή πρόσληψη της ρωσικής ηγεσίας, η οποία δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά φαίνεται να συνδέεται και με ιστορικούς, πολιτισμικούς και ιδεολογικούς παράγοντες που συνεχίζουν να επηρεάζουν την κοινή γνώμη.
Η περίπτωση του Σι Τζινπίνγκ
Ο τρίτος από τους βασικούς παγκόσμιους παίκτες που εξετάζονται είναι ο Πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ. Το γράφημα που ακολουθεί αποτυπώνει τις γνώμες των Δυτικοευρωπαίων πολιτών για τον Κινέζο ηγέτη.

Και σε αυτή την περίπτωση, οι σκανδιναβικές χώρες εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αρνητικής αξιολόγησης, γεγονός που συνδέεται με ανησυχίες για ζητήματα ασφάλειας, εξάρτησης και γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Αντίστοιχα, η Γερμανία - ως η βιομηχανική «ατμομηχανή» της Ευρώπης - αντιμετωπίζει την αυξανόμενη κινεζική ισχύ ως δυνητική απειλή για τη βιομηχανική και τεχνολογική της κυριαρχία, γεγονός που αντανακλάται σε έντονα αρνητικές στάσεις απέναντι στον βασικό εκφραστή αυτής της στρατηγικής.
Η Ελλάδα, για ακόμη μία φορά, διαφοροποιείται αισθητά από τον μέσο όρο της Δυτικής Ευρώπης. Το 40% των ερωτηθέντων εκφράζει θετική γνώμη για τον Σι Τζινπίνγκ, ποσοστό που όχι μόνο είναι υψηλό σε συγκριτικούς όρους, αλλά υπερβαίνει και τις αρνητικές αξιολογήσεις. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει τη διακριτή θέση της ελληνικής κοινής γνώμης απέναντι στην Κίνα και την κινεζική ηγεσία, πιθανότατα σε συνάρτηση με οικονομικούς, επενδυτικούς και γεωπολιτικούς παράγοντες.
Συνολικά, τα ευρήματα της έρευνας αποκαλύπτουν μια βαθιά επιφυλακτική Δυτική Ευρώπη απέναντι στους βασικούς φορείς της παγκόσμιας ισχύος, με τον Ντόναλντ Τραμπ, να εκλαμβάνεται ως αποσταθεροποιητικός για τη διατλαντική σχέση, τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ως άμεση γεωπολιτική απειλή και τον Σι Τζινπίνγκ ως στρατηγικό ανταγωνιστή που αμφισβητεί την οικονομική και τεχνολογική κυριαρχία της Ευρώπης.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα ξεχωρίζει για μια πιο σύνθετη και λιγότερο μονοδιάστατη στάση: παρά τη γενικευμένη αρνητική εικόνα, τα ποσοστά θετικής αξιολόγησης για τον Πούτιν και τον Σι Τζινπίνγκ είναι αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Δυτικής Ευρώπης, ενώ ακόμη και στην περίπτωση του Τραμπ η απόσταση είναι μικρότερη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι «θαυμαστές» του Πούτιν φαίνεται να επικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό με εκείνους που εκφράζουν θετική γνώμη και για τον Τραμπ ή τον Σι Τζινπίνγκ· πρόκειται, αναγκαστικά, για τα ίδια άτομα, καθώς η συνάθροιση των σχετικών ποσοστών υπερβαίνει το 100%.
Η στάση αυτή παραπέμπει λιγότερο σε πρόσωπα και περισσότερο σε ένα συνεκτικό αξιακό υπόβαθρο: τον θαυμασμό προς αυταρχικά πρότυπα διακυβέρνησης, τα οποία αντιμετωπίζουν τις δημοκρατικές διαδικασίες και τα ατομικά δικαιώματα ως εμπόδιο στην «αποτελεσματικότητα» της εξουσίας - ακόμη κι όταν, στην πράξη, οι ίδιοι αυτοί ηγέτες συνιστούν αντικειμενική απειλή για τις ανοιχτές κοινωνίες.
