Η συζήτηση για τον πρωτογενή τομέα δεν μπορεί πια να γίνεται με υπεκφυγές και ευκολίες. Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά ειλικρινείς με την ελληνική κοινωνία, οφείλουμε να παραδεχτούμε μια δύσκολη αλήθεια: ο αγροτικός τομέας της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια βαθιά, διαρθρωτική κρίση ταυτότητας και κατεύθυνσης.
Πρόκειται για μια κρίση που δεν γεννήθηκε χθες και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή, στο αυξημένο κόστος ενέργειας ή στις διεθνείς αναταράξεις. Είναι το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών δεκαετιών, ενός συστήματος ανοχών, βολέματος και διαρκούς αναβολής του πολιτικού κόστους. Γι’ αυτό και η πρόταση του Πρωθυπουργού για τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τον πρωτογενή τομέα μπορεί και πρέπει να αποτελέσει πεδίο ουσιαστικής αυτοκριτικής και ειλικρινούς συζήτησης.
Το πρώτο και θεμελιώδες ερώτημα που οφείλουμε να απαντήσουμε είναι απλό, αλλά ενοχλητικό: ποιοι δικαιούνται πραγματικά να λαμβάνουν αγροτικές ενισχύσεις; Μπορεί να συνεχιστεί ένα σύστημα στρεβλώσεων, προσχηματικών δηλώσεων και ανοχής ή ήρθε η ώρα οι πόροι να κατευθύνονται σε εκείνους που πράγματι παράγουν, επενδύουν και παραμένουν στη γη;
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ – και η εξεταστική επιτροπή - ανέδειξε παθογένειες δεκαετιών, με διαχρονικές και διακομματικές ευθύνες. Κανείς από όσους κυβέρνησαν στο παρελθόν δεν μπορεί να εξαιρεθεί.
Την ίδια στιγμή, όμως, θα πρέπει να λέγεται καθαρά ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν επέδειξε αδιαφορία απέναντι στους ανθρώπους του πρωτογενούς τομέα. Αντιθέτως, έλαβε συγκεκριμένες αποφάσεις έπειτα από ουσιαστικό διάλογο με τους παραγωγούς: μόνιμη επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο και μακροχρόνια μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Όχι ως συνθήματα, αλλά ως πράξεις.
Ωστόσο, είναι προφανές ότι η οικονομική στήριξη από μόνη της δεν αρκεί. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο. Παρά τη μεγάλη εισροή ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων, η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή και η ανταγωνιστικότητα περιορισμένη. Η μέση αγροτική εκμετάλλευση στη χώρα μας είναι μικρή, κατακερματισμένη και δύσκολα βιώσιμη, ενώ ο αγροτικός πληθυσμός γηράσκει και έχει περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονες τεχνολογίες.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα κινείται περίπου στα 200 ευρώ ανά στρέμμα, όταν, για παράδειγμα, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες φτάνει τα 1.200 ή ακόμα και τα 1.800 ευρώ. Την ίδια ώρα, στον αγροτικό τομέα εισρέουν ετησίως 3,5 έως 4 δισ. ευρώ από επιδοτήσεις, ενώ η συνολική αξία της παραγωγής διαμορφώνεται στα 7 με 8 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια, σχεδόν το μισό παραγόμενο «εισόδημα» προέρχεται από ενισχύσεις.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας του προβλήματος: η ελληνική γεωργία εξαρτάται υπερβολικά από τις επιδοτήσεις και ανεπαρκώς από την πραγματική παραγωγή. Καμία οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί να είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα με αυτή την αναλογία.
Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν θα δοθούν περισσότερα χρήματα. Είναι αν θα αλλάξει το μοντέλο. Αν θέλουμε έναν πρωτογενή τομέα που επενδύει στη γνώση και την τεχνολογία, οργανώνεται σε σύγχρονες συλλογικές δομές, παράγει επώνυμα και ανταγωνιστικά προϊόντα και δημιουργεί προστιθέμενη αξία που παραμένει στη χώρα.
Αυτό, όμως, προϋποθέτει γενναίες αποφάσεις: μετάβαση σε πιο αποδοτικές καλλιέργειες, αναδιάρθρωση και συνένωση εκμεταλλεύσεων, στοχευμένες επιδοτήσεις που ανταμείβουν την αλλαγή και όχι τη διατήρηση του παλιού, ισχυρό branding των ελληνικών προϊόντων. Σημαίνει, επίσης, ότι κάποιοι θα χρειαστεί να υποστηριχθούν ώστε να αλλάξουν επαγγελματική πορεία, μια συζήτηση δύσκολη, αλλά αναγκαία.
Αν δεν ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση τώρα, θα μας την επιβάλει η πραγματικότητα. Αν θέλουμε αγρότες του αύριο, δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να σχεδιάζουμε πολιτικές για το χθες. Και αυτή είναι μια ευθύνη που αφορά όλο το πολιτικό σύστημα. Ήρθε η στιγμή ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του.
* Ο Μακάριος Β. Λαζαρίδης είναι Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος - Βουλευτής Π.Ε. Καβάλας Νέας Δημοκρατίας
