Του Κωνσταντίνου Μαριόλη
Την Παρασκευή 1 Νοεμβρίου μεταξύ 11 και 1 το βράδυ ο οίκος DBRS θα ανακοινώσει την ετυμηγορία του για την πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού Δημοσίου, λίγες μόλις ημέρες μετά την αναβάθμιση από την Standard & Poor' s και την έγκριση του ESM για την μερική αποπληρωμή των δανείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Οι θετικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών σε συνδυασμό με την έγκριση του «Ηρακλή» αυξάνουν τις πιθανότητες μιας νέας αναβάθμισης η οποία θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της χώρας και θα φέρει πολύ πιο κοντά την έξοδο από την κατηγορία «junk».
Μπορεί για πολλούς το θέμα των αναβαθμίσεων να είναι πολύ τεχνικό και να μη λέει πολλά για την πραγματική οικονομία, ωστόσο η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, η οριστική έξοδος από την κρίση και κατά συνέπεια η αύξηση των εισοδημάτων εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το πως μας βλέπουν οι αγορές, κάτι που αντικατοπτρίζεται στις αξιολογήσεις των οίκων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ελληνικά ομόλογα βρίσκονται στην κατηγορία των «σκουπιδιών» από τον Απρίλιο του 2010 και την ανακοίνωση της προσφυγής της Ελλάδας στο ΔΝΤ, ενώ ακόμη και μετά την έξοδο από τα μνημόνια δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε στο QE.
Ο καναδικός οίκος αξιολόγησης (ο οποίος από τις 2 Ιουλίου ανήκει στην αμερικανική Morningstar) δεν έχει το εκτόπισμα της S&P, της Moody's ή ακόμα και της Fitch, καθώς κατέχει μικρό μερίδιο στην παγκόσμια αγορά, όμως συνεχώς κερδίζει έδαφος ενώ λαμβάνεται υπόψη από την ΕΚΤ σε ό,τι αφορά την επιλεξιμότητα των τίτλων για τις πράξεις χρηματοδότησης και το QE.
Σήμερα η DBRS αξιολογεί την Ελλάδα με «BB-» που είναι η υψηλότερη βαθμολογία για τη χώρα και τρία σκαλοπάτια πριν εξέλθει από την κατηγορία «junk». Ενδεχόμενη αναβάθμιση θα αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες να βρεθεί το ελληνικό δημόσιο σε «επενδυτική βαθμίδα« μέσα στο 2020.
Σημειώνεται ότι η DBRS αναβάθμισε την Ελλάδα τον Ιούνιο του 2018 αλλά διατήρησε αμετάβλητη την αξιολόγηση τον Οκτώβριο αμέσως μετά την έξοδο από τα μνημόνια για να μας αναβαθμίσει ξανά στις αρχές Μαΐου στην ίδια βαθμίδα με την Fitch (πλέον και την S&P).
Από την πρώτη κιόλας ημέρα μετά τις εκλογές του Ιουλίου, η DBRS ανέφερε ότι θα παρακολουθεί στενά την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος χαρακτηρίζοντας ωστόσο «πιστωτικά θετικές» τις πρώτες κινήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη που αφορούσαν σε μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι η «ετυμηγορία» του οίκου θα είναι μία ακόμη αξιολόγηση των πρώτων μηνών της νέας κυβέρνησης και των μέτρων που έχει ανακοινώσει.
Αν η DBRS κρίνει ικανοποιητικά τα μέτρα που έχει εφαρμόσει μέχρι σήμερα η κυβέρνηση τότε θα προχωρήσει κατά πάσα πιθανότητα σε αναβάθμιση.
Στο επίκεντρο φυσικά βρίσκονται τα «κόκκινα» δάνεια, ένα πρόβλημα που όλοι ανεξαιρέτως οι οίκοι συμφωνούν ότι αποτελεί τον βασικό καταλύτη για την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 17 Οκτωβρίου η DBRS εξέδωσε έκθεση με τίτλο «ο Ηρακλής σηκώνει την Ελλάδα: Ένα μεγάλο βήμα για την επίλυση του προβλήματος των NPLs».
Σύμφωνα με την DBRS, το μείζον ζήτημα των NPEs όχι μόνο επιβαρύνει τις τράπεζες αλλά ταυτόχρονα δεν τους επιτρέπει να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία. Ο «Ηρακλής» δεν θα… κάνει θαύματα, ήτοι δεν θα αλλάξει άμεσα την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, όμως ενδέχεται να ενισχύσει σημαντικά τις ελληνικές τράπεζες, συμβάλλοντας κατά αυτόν τον τρόπο στην ταχύτερη ανάκαμψη της οικονομίας., προσθέτει ο οίκος.
Το μεγάλο όμως στοίχημα για την κυβέρνηση σύμφωνα με την DBRS είναι να ισορροπήσει μεταξύ της μείωσης των φόρων, της εφαρμογής αναπτυξιακών πολιτικών και της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων. Οι συζητήσεις με τους Ευρωπαίους για τον προϋπολογισμό του 2020 ολοκληρώθηκαν επιτυχώς ταχύτερα από κάθε άλλη φορά και η ίδια η Κομισιόν εκτιμά ότι τα μέτρα που θα εφαρμοστούν δεν οδηγούν σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Ο γρήγορος και αναπτυξιακός προϋπολογισμός και ο Ηρακλής ήταν δύο από τους παράγοντες που οδήγησαν στην αναβάθμιση από την S&P. Μένει να δούμε αν και η DBRS έχει την ίδια αντίληψη…
