Οι εξελίξεις που πυροδοτεί ο πόλεμος στο Ιράν αναδιαμορφώνουν την στρατηγική της κυβέρνησης, προσθέτοντας νέα δεδομένα στην ατζέντα και αυξάνοντας τον βαθμό δυσκολίας στη διαχείριση των επόμενων μηνών.
Οι πρώτες επιπτώσεις στην οικονομία, με τις ανατιμήσεις στα καύσιμα να αρχίζουν να αποτυπώνονται στην εφοδιαστική αλυσίδα και να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, οι γεωπολιτικές προκλήσεις που κινητοποιούν και θέτουν σε ετοιμότητα τις Ένοπλες Δυνάμεις και στο πεδίο, η αβεβαιότητα του επόμενου διαστήματος για την πορεία του πολέμου και την διάρκεια του, ο προβληματισμός για το πώς θα επηρεάσει τον τουρισμό, την βαριά «βιομηχανία» της χώρας, αλλά και το πώς θα αποτυπωθεί στο ρυθμό ανάπτυξης και τα μακροοικονομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, αποτελούν άγνωστες παραμέτρους, οι οποίες πλέον εισέρχονται στον ανασχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση «βλέπει» τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν από τις πρώτες ημέρες του πολέμου μια άνοδο των ποσοστών της στην πρόθεση και την εκτίμηση ψήφου, απόρροια της συσπείρωσης δυνάμεων που προκαλούν τέτοιου είδους γεγονότα, αλλά και ως αποτέλεσμα της ευρείας αποδοχής των κινήσεών της, που δημιουργούν θετικό “μομέντουμ” για την ίδια.
Αυτή η διπλή εικόνα, αναζωπυρώνει και τα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο πρωθυπουργός δέχεται εκ νέου εισηγήσεις από συνεργάτες του και κυβερνητικά στελέχη, να επισπεύσει τις εξελίξεις και να μην παραμείνει στη «γραμμή» περί εξάντλησης της τετραετίας, που αποτελεί πάγια θέση του, καθώς ο ίδιος έχει δηλώσεις επανειλημμένως ότι ο εκλογικός κύκλος πρέπει να ολοκληρώνεται και έχει κατηγορηματικά τοποθετηθεί ότι οι επόμενες εθνικές εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027.
Όσοι τάσσονται πλέον υπέρ της προσφυγής στις κάλπες το επόμενο διάστημα, θέτουν ένα συγκεκριμένο σκεπτικό. Σημειώνουν αφενός τη ρευστότητα του διεθνούς περιβάλλοντος, με τις απρόβλεπτες πλέον συνέπειες στην οικονομία, επισημαίνοντας τον κίνδυνο οι συνθήκες να επιβαρυνθούν και οι πληθωριστικές πιέσεις να δημιουργήσουν ένα δύσκολο τοπίο για την κυβέρνηση, αφετέρου υποστηρίζουν ότι σε αυτή τη φάση η κυβέρνηση πιστώνεται τα άμεσα αντανακλαστικά που επέδειξε, τόσο στο θέμα της Κύπρου, όσο και στα μέτρα για την στήριξη των πολιτών, γεγονός που θα αποτυπώνονταν και στις κάλπες.
Παράλληλα, αναδεικνύουν την ανετοιμότητα της αντιπολίτευσης να εμφανιστεί ως ένας συγκροτημένος πόλος, έτοιμος να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας εν μέσω αυτών των συνθηκών, καθιστώντας πιο ευνοϊκές τις συνθήκες και για την επίτευξη αυτοδυναμίας, που καταγράφεται ως μονόδρομος, με δεδομένη την άρνηση του ΠΑΣΟΚ να συνεργαστεί με τη ΝΔ. Στην παρούσα συγκυρία τα «δύσκολα» θέματα για την κυβέρνηση, όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές και τα Τέμπη, που η αντιπολίτευση αναδεικνύει, δεν βρίσκονται στις πρώτες θέσεις προβληματισμού των πολιτών, όπως λένε, επομένως μια αναμέτρηση τώρα θα κρινόταν σε άλλη βάση, θα έβρισκε κατακερματισμένα τα κόμματα της αντιπολίτευσης και απροετοίμαστα τα νέα κόμματα που κυοφορούνται.
Έως σήμερα, οι εισηγήσεις αυτές απορρίπτονται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος είχε δηλώσει κατηγορηματικά πριν από την έναρξη του πολέμου ότι δεν υπάρχει καμία σκέψη για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, ενώ μιλώντας στο υπουργικό συμβούλιο και σχολιάζοντας εμμέσως όσα στο παρασκήνιο, αλλά και το προσκήνιο, αναδεικνύονται, είπε ότι «είναι σημαντικό να έχουμε τη δύναμη να ξεχωρίζουμε τα μεγάλα και τα σοβαρά ενός κόσμου που αλλάζει, με εξελίξεις που μας αφορούν άμεσα, από τα μικρά και τα λιγότερο σημαντικά του κομματικού μας μικρόκοσμου», φράση που θεωρήθηκε έμμεση απάντηση και σε αυτή τη συζήτηση που διεξάγεται στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Οι στενοί του συνεργάτες γνωρίζουν και επιμένουν να λένε ότι ο κ. Μητσοτάκης δύσκολα θα άλλαζε θέση, παρά το περιβάλλον που δημιουργείται, καθώς βασικός του άξονας παραμένει η τήρηση της θεσμικότητας στις αποφάσεις του, αλλά και η άποψή του ότι κρίνεται για τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει –μία από αυτές είναι και η εξάντληση της τετραετίας– θεωρώντας ότι η κυβέρνηση έχει ακόμη έργο το οποίο πρέπει να ολοκληρώσει και να αξιολογηθεί από τους πολίτες γι’ αυτό.
Ο κ. Μητσοτάκης, μιλώντας χθες στο υπουργικό συμβούλιο, ουσιαστικά περιέγραψε την δική του «οπτική», λέγοντας ότι «σε μία τόσο σύνθετη συγκυρία αυτή την εθνική ισχύ που εκπέμπεται και πέραν των συνόρων μας νομίζω ότι οφείλει να τη σφυρηλατεί και η εσωτερική σταθερότητα και η ενότητα», αναδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την σταθερότητα –με έκφραση και στο πολιτικό σκηνικό και ως καταλυτικό παράγοντα για την οικονομία– σε μείζον.
Η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, που έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο, αναμένεται να αναζωπυρωθεί την επόμενη Παρασκευή, οπότε θα πραγματοποιηθεί η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών για το Κράτος Δικαίου και τις υποκλοπές, μετά από αίτημα του Νίκου Ανδρουλάκη. Με το ΠΑΣΟΚ να έχει ολοκληρώσει έως τότε το συνέδριό του, αναμένεται να είναι το πρώτο κρας-τεστ, με την συζήτηση προφανώς να επεκτείνεται στις τελευταίες εξελίξεις, που συγκροτούν το νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η χώρα.
