Του Κωνσταντίνου Μαριόλη
Ανοδικό ράλι 58% καταγράφουν οι ελληνικές τράπεζες καθώς όσο πλησιάζει η χώρα στις εκλογές τόσο η προοπτική της πολιτικής αλλαγής επηρεάζει την επενδυτική εμπιστοσύνη. Παρά, όμως, τα κέρδη, οι τραπεζικές μετοχές κατάφεραν το τελευταίο δίμηνο απλώς να επιστρέψουν στο επίπεδο που βρίσκονταν στα τέλη Σεπτεμβρίου 2018. Την ίδια ώρα, το διεθνές περιβάλλον είναι εξαιρετικά ευνοϊκό – αν και για... λάθος λόγους – με την ΕΚΤ και τη Fed να «συντηρούν» το κλίμα με την επιφυλακτικότητα που επιδεικνύουν ως προς την αύξηση των επιτοκίων.
Από τα καταστροφικά σενάρια για τον τραπεζικό κλάδο, τα οποία κυριάρχησαν στο δ'' τρίμηνο του 2018, θυμίζοντας... 2015, οι τράπεζες απολαμβάνουν ένα διμηνιαίο ράλι που λίγοι είχαν φανταστεί. Από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που δέχθηκαν οι τραπεζικές μετοχές τον Οκτώβριο, τον Νοέμβριο, τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, για να φτάσουμε στο χαμηλό των 372 μονάδων στις 21 Ιανουαρίου, ο τραπεζικός δείκτης «καλπάζει» σε διαδοχικά υψηλά.
Το γεγονός, ωστόσο, ότι η ανάκαμψή του στις 587 μονάδες απλώς μας επαναφέρει στον Σεπτέμβριο, υποδεικνύει την τεράστια αβεβαιότητα και τον αντίκτυπο που είχαν οι καθυστερήσεις της κυβέρνησης στην επίλυση των τραπεζικών προβλημάτων. Εδώ και μερικές εβδομάδες η αγορά προεξοφλεί ότι θα υπάρξει λύση στο θέμα της προστασίας της πρώτης κατοικίας, με την εφαρμογή ενός νέου νόμου που δεν θα επιβαρύνει τις τράπεζες και παράλληλα θα εμποδίζει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Επιπλέον, αυξάνεται η κινητικότητα του συστήματος όσον αφορά την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων καθώς οι λύσεις που έχουν προτείνει ΥΠΟΙΚ και ΤτΕ δείχνουν να προχωρούν.
Οι εξελίξεις, λοιπόν, δείχνουν ότι μετά από μία τετραετία σοβαρών καθυστερήσεων, η επίλυση των δύο βασικών προβλημάτων των τραπεζών επιταχύνεται, αφήνοντας αρκετά περιθώρια αισιοδοξίας για τις πωλήσεις πακέτων δανείων – και στεγαστικών – και κατ'' επέκταση για την επίτευξη των αναμφίβολα φιλόδοξων και δύσκολων στόχων μείωσης μέχρι το 2021.
Στο μεταξύ, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων παραμένουν σε χαμηλό κρίσης, μετά την στροφή της ΕΚΤ όμως η χώρα απέχει πολύ ακόμη από το καθεστώς «επενδυτικής βαθμίδας». Ο πολιτικός κίνδυνος περιορίζεται και μία πιο φιλική προς την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις κυβέρνηση θα μπορούσε να μειώσει την απόσταση από τα «ποιοτικά» ομόλογα.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η ελληνική αγορά θα μπορούσε να συνεχίσει την ανοδική της πορεία, αρκεί να μην υπάρξουν διεθνείς αναταράξεις που θα θυμίσουν την ακραία μεταβλητότητα προς το τέλος του 2018. Το ενδιαφέρον για ελληνικούς τίτλους θα εξαρτηθεί κατά κύριο λόγο από τις εξελίξεις στο μέτωπο του εμπορικού πολέμου αλλά και από το κατά πόσο θα «αντέξει» στις πιέσεις η ευρωπαϊκή οικονομία, αφού ήδη η ύφεση «κατέκτησε» την Ιταλία και χτυπάει την πόρτα της Γερμανίας.
Όσο η χώρα εισέρχεται πιο βαθιά στην προεκλογική περίοδο και η κυβέρνηση αποφύγει τον εκτροχιασμό της οικονομίας, τόσο θα διαμορφώνεται ένα κλίμα «ωριμότητας» στην αγορά, η οποία θα αποτυπωθεί σε μια σταθερά ανοδική πορεία. Αρκεί, βέβαια, να βοηθήσουν και οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές, αφού η Ελλάδα παραμένει επενδυτικός προορισμός υψηλού κινδύνου, με αποτέλεσμα να δέχεται εισροές μόνο όταν οι συνθήκες είναι εξαιρετικά ευνοϊκές.
Ο βασικός λόγος που εδώ και περίπου 3 μήνες οι επενδυτές δίνουν ώθηση στα χρηματιστήρια και αγοράζουν κρατικά ομόλογα ρίσκου, όπως τα ελληνικά, είναι η «συμπεριφορά» της Fed και της ΕΚΤ. Από κει που η Fed θα προχωρούσε σε τρεις αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2019, σήμερα εκτιμάται, σύμφωνα με την CME Group, ότι είναι πιθανότερο ο Τζερόμ Πάουελ να ανακοινώσει τη μείωση των επιτοκίων μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο, παρά την αύξησή τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την ΕΚΤ. Ενώ ο Ντράγκι ανακοίνωσε το τέλος του QE και άφησε να εννοηθεί ότι η πρώτη αύξηση επιτοκίων θα λάβει χώρα τον Σεπτέμβριο, άλλαξε κατεύθυνση, προχωρά στην εφαρμογή νέου γύρου TLTRO, αναβάλλοντας επ'' αόριστον την αύξηση των επιτοκίων.