Από την πρώτη μισθοδοσία του 2026, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι θα δουν καθαρή αύξηση στον μισθό τους, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια ονομαστική αύξηση αποδοχών. Η διαφορά αποτυπώνεται στην παρακράτηση φόρου εισοδήματος και προκύπτει από τη νέα φορολογική κλίμακα που τέθηκε σε ισχύ από την Πρωτοχρονιά, μειώνοντας ουσιαστικά το φορολογικό βάρος για μισθωτούς, συνταξιούχους, νέους εργαζόμενους και κυρίως οικογένειες με παιδιά.
Η μεταρρύθμιση αφορά περισσότερους από 4 εκατομμύρια φορολογούμενους και έχει ως βασικό χαρακτηριστικό ότι το όφελος είναι άμεσο, μόνιμο και εμφανίζεται κάθε μήνα στον καθαρό μισθό, αντί να προκύπτει εκ των υστέρων μέσω επιστροφών ή εκκαθαριστικών.
Στον πυρήνα των αλλαγών βρίσκεται η μείωση των φορολογικών συντελεστών κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες για τα εισοδήματα από 10.000 έως 40.000 ευρώ, με σημαντικές πρόσθετες ελαφρύνσεις για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
Ιδιαίτερα ευνοημένοι είναι οι νέοι έως 30 ετών, αλλά και τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα τέκνα, όπου οι μειώσεις φόρου κλιμακώνονται και οδηγούν σε εντυπωσιακά αποτελέσματα σε ετήσια βάση.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα νέου εργαζόμενου 24 ετών με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ. Μέχρι το 2025 πλήρωνε φόρο εισοδήματος ύψους 1.283 ευρώ ετησίως. Από το 2026, με το νέο αυξημένο αφορολόγητο όριο που φτάνει τα 22.204 ευρώ για την ηλικιακή αυτή ομάδα, ο φόρος μηδενίζεται πλήρως. Στην πράξη, ο εργαζόμενος αυτός βλέπει αύξηση περίπου 107 ευρώ καθαρά τον μήνα, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν σε έναν επιπλέον μισθό τον χρόνο.
Αντίστοιχα, για εργαζόμενο 30 ετών χωρίς παιδιά και με το ίδιο ετήσιο εισόδημα, η ελάφρυνση είναι μικρότερη αλλά παραμένει αισθητή. Η μείωση του συντελεστή στο 9% για τα πρώτα 20.000 ευρώ οδηγεί σε όφελος περίπου 650 ευρώ ετησίως, δηλαδή σε αύξηση κοντά στα 50 ευρώ τον μήνα καθαρά.
Ωστόσο, στους μεγάλους κερδισμένους της νέας φορολογικής κλίμακας αναδεικνύονται οι οικογένειες με παιδιά. Κι αυτό, διότι για τα πρώτα 20.000 ευρώ εισοδήματος, ο συντελεστής μειώνεται στο 18% για οικογένειες με ένα παιδί, στο 16% για δύο παιδιά, στο 9% για τρία παιδιά, ενώ μηδενίζεται πλήρως για οικογένειες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά. Η ρύθμιση εφαρμόζεται ατομικά, γεγονός που σημαίνει ότι εάν εργάζονται και οι δύο γονείς, το όφελος διπλασιάζεται.
Ένα ζευγάρι μισθωτών με δύο παιδιά και ετήσιο εισόδημα 18.000 ευρώ ο καθένας βλέπει συνολική αύξηση καθαρού εισοδήματος περίπου 960 ευρώ τον χρόνο, δηλαδή σχεδόν 80 ευρώ τον μήνα για το νοικοκυριό. Αν το ίδιο ζευγάρι έχει τρία παιδιά, το ετήσιο όφελος ξεπερνά τα 3.000 ευρώ, ενώ για οικογένειες με τέσσερα παιδιά μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 6.000 ευρώ ετησίως.
Σημαντική είναι η επίδραση και για μισθωτούς μεσαίων εισοδημάτων. Εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα, 50 ετών, με δύο παιδιά και ετήσιο εισόδημα 30.000 ευρώ, βλέπει καθαρή αύξηση περίπου 100 ευρώ τον μήνα σε δωδεκάμηνη βάση, που αντιστοιχεί σε όφελος άνω των 1.200 ευρώ τον χρόνο. Εάν εργάζεται και ο ή η σύζυγος με εισόδημα 20.000 ευρώ, το συνολικό οικογενειακό όφελος πλησιάζει τα 1.800 ευρώ ετησίως.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν οι πρώτοι που είδαν τις αυξήσεις αυτές να αποτυπώνονται στους μισθούς τους, καθώς η προσαρμογή της παρακράτησης φόρου ολοκληρώθηκε εγκαίρως από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αυξήσεις φάνηκαν ήδη από τις μισθοδοσίες των ημερών πριν τα Χριστούγεννα, επιβεβαιώνοντας ότι η αλλαγή δεν είναι θεωρητική αλλά απολύτως χειροπιαστή.
Υψηλόβαθμα στελέχη του οικονομικού επιτελείου επισημαίνουν ότι μέσω της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης επιχειρείται η στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος χωρίς να επιβαρύνεται το μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων. Το μοντέλο βασίζεται στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και όχι σε διοικητικές αυξήσεις μισθών, στέλνοντας παράλληλα μήνυμα ενίσχυσης της εργασίας και της οικογένειας.
Το πραγματικό αποτύπωμα της αλλαγής φυσικά θα φανεί πλήρως μέσα στο 2026, καθώς οι αυξημένες καθαρές αποδοχές θα ενσωματωθούν στην καθημερινότητα των νοικοκυριών και θα λειτουργήσουν σωρευτικά σε ετήσια βάση.
