Ένα εκτεταμένο δίκτυο λαθρεμπορίας καυσίμων αποκάλυψαν οι ελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ ύστερα από πολύμηνη έρευνα, φέρνοντας στο φως έναν μηχανισμό που βασιζόταν σε εταιρείες-«βιτρίνα», εικονικές συναλλαγές και σύνθετη διακίνηση παραστατικών προκειμένου να καλύπτεται η παράνομη προέλευση των καυσίμων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το κύκλωμα κατάφερε να διοχετεύσει στην εγχώρια αγορά καύσιμα αξίας περίπου 9 εκατ. ευρώ, αποφεύγοντας την καταβολή φόρων και δασμών που υπολογίζονται σε 2,7 εκατ. ευρώ, προκαλώντας σημαντική ζημία στα δημόσια έσοδα.
Οι ελεγκτές παρακολουθούσαν τη δραστηριότητα των εμπλεκόμενων εταιρειών για περισσότερο από έναν χρόνο, χαρτογραφώντας σταδιακά τη λειτουργία του κυκλώματος και τη διαδρομή των καυσίμων μέχρι τον τελικό αποδέκτη.
Το δίκτυο των εταιρειών – βιτρίνα
Η έρευνα αποκάλυψε έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό που ξεκινούσε από τρεις εταιρείες με έδρα τον Ασπρόπυργο, οι οποίες λειτουργούσαν ως αρχικός κρίκος της αλυσίδας. Οι εταιρείες αυτές δεν διέθεταν πραγματικά τιμολόγια αγοράς καυσίμων, ωστόσο εξέδιδαν εικονικά τιμολόγια πώλησης προς δύο ακόμη εταιρείες που βρίσκονταν επίσης στην ίδια περιοχή και φαίνεται πως αποτελούσαν μέρος του ίδιου κυκλώματος.
Στη συνέχεια τα καύσιμα «εμφανίζονταν» να αλλάζουν χέρια μέσω νέων τιμολογήσεων, προκειμένου να καλυφθεί η παράνομη προέλευση και να δημιουργηθεί η εντύπωση νόμιμης εμπορικής δραστηριότητας.
Το τελευταίο στάδιο της διακίνησης
Στο επόμενο στάδιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, εκδίδονταν νέα παραστατικά προς εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών με έδρα τη Θεσσαλία.
Μέσω αυτής της διαδρομής το κύκλωμα επιχειρούσε να «σβήσει» τα ίχνη των εικονικών συναλλαγών μέσα από πολλαπλές μεταβιβάσεις, δημιουργώντας ένα περίπλοκο δίκτυο εμπορικών εγγράφων.
Από εκεί και πέρα ξεκινούσε η τελική διάθεση των καυσίμων στην αγορά. Η εταιρεία εμπορίας εμφανιζόταν να πραγματοποιεί κανονικές πωλήσεις και, μέσω μεταφορικής εταιρείας, προχωρούσε σε παραδόσεις καυσίμων σε βιομηχανικές επιχειρήσεις σε διάφορες περιοχές της χώρας, μεταξύ των οποίων η Αττική, η Θεσσαλία, τα Ιωάννινα και η Κρήτη.
Οι επιχειρήσεις αυτές, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, προμηθεύονταν τα καύσιμα χωρίς να γνωρίζουν ότι προέρχονταν από λαθρεμπορική δραστηριότητα.
Ο ρόλος του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου
Καθοριστική για την αποκάλυψη της υπόθεσης ήταν η αξιοποίηση πληροφοριών από το Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο (ΣΕΚ), το οποίο λειτουργεί ως κόμβος συλλογής και επεξεργασίας στοιχείων για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, οι ελεγκτικές αρχές προχώρησαν σε στοχευμένους ελέγχους σε εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών, γεγονός που οδήγησε στο ξετύλιγμα του κουβαριού της υπόθεσης.
Το ΣΕΚ δημιουργήθηκε για να ενισχύσει τον συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών που εμπλέκονται στη δίωξη του λαθρεμπορίου, κυρίως σε προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, όπως τα καύσιμα.
Στο κέντρο συμμετέχουν στελέχη από διαφορετικούς ελεγκτικούς φορείς, με πρόεδρο από τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και ΕΦΚ της ΑΑΔΕ, ενώ συμμετέχουν επίσης εκπρόσωποι της ΕΛ.ΑΣ., του Λιμενικού Σώματος, της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του υπουργείου Ανάπτυξης.
Ποινικές διώξεις και δέσμευση λογαριασμών
Η υπόθεση έχει ήδη διαβιβαστεί στον εισαγγελέα, με 14 φυσικά πρόσωπα να κατηγορούνται ως αυτουργοί και συνεργοί στο αδίκημα της λαθρεμπορίας.
Παράλληλα, έχει ξεκινήσει η διαδικασία δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών των εμπλεκομένων, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν και άλλες παράνομες δραστηριότητες που συνδέονται με το κύκλωμα.
