Οι «insiders» των αγορών περιμένουν την… τέλεια καταιγίδα

Οι «insiders» των αγορών περιμένουν την… τέλεια καταιγίδα

Του Κωνσταντίνου Μαριόλη

Την ώρα που οι δείκτες της Wall Street οδεύουν προς νέα ιστορικά υψηλά εξαιτίας μίας ακόμη δήλωσης του Ντόναλντ Τραμπ για τον εμπορικό πόλεμο - όταν πριν από λίγες ημέρες το πετρέλαιο απειλούσε την παγκόσμια σταθερότητα - οι οιωνοί ύφεσης αυξάνονται και θυμίζουν εποχές πριν από το σκάσιμο μιας φούσκας ή το ξέσπασμα μιας κρίσης. Όπως για παράδειγμα, το γεγονός ότι η μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη διαθέτει τα υψηλότερα επιτόκια στον ανεπτυγμένο κόσμο. Πόσο φυσιολογικά είναι όλα αυτά; 

Μπορεί ο εμπορικός πόλεμος να βυθίσει μόνος του την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση; Με βάση τα σημερινά δεδομένα η απάντηση είναι όχι, παρά τα «μαύρα σύννεφα» με τα οποία παρομοιάζει η Κριστίν Λαγκάρντ τη διένεξη ΗΠΑ-Κίνας και την άνοδο του προστατευτισμού. Όμως οι μεγαλύτεροι επενδυτές στον κόσμο φοβούνται ότι ένας συνδυασμός των πολλαπλών αβεβαιοτήτων που κυριαρχούν σήμερα στο διεθνές περιβάλλον είναι… υπεραρκετός για να φέρει την καταστροφή.

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μία τάση στην αμερικανική αγορά που αποτελεί έναν ακόμη κακό οιωνό. Όπως σημειώνουν οι FT, ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων και στελέχη funds που έχουν επενδύσει σε επιχειρήσεις, προχωρούν σε πωλήσεις μετοχών με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2000. Σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα, οι πωλήσεις μετοχών από «insiders» έχουν ήδη φτάσει τα 19 δισ. δολάρια και εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 26 δισ. δολάρια το 2019, ξεπερνώντας το υψηλό δεκαετίας των 25 δισ. δολαρίων που καταγράφηκε το 2017. Σημειώνεται ότι οι πωλήσεις μετοχών από insiders έφτασαν στο ιστορικό υψηλό των 37 δισ. δολαρίων το 2000, στο αποκορύφωμα της κρίσης των dotcom. Είναι μάι σαφής ένδειξη της εμπιστοσύνης που έχουν στις εταιρείες οι ίδιοι οι διευθύνοντες.

Τι φοβούνται;

Η μίνι πετρελαϊκή κρίση απέδειξε ότι αφενός ο κόσμος μας είναι σήμερα εξαιρετικά ευάλωτος στους κραδασμούς και αφετέρου οι εξωγενείς αναταράξεις στην προσφορά πετρελαίου αποτελούν ρεαλιστικό κίνδυνο για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Υπενθυμίζεται ότι τόσο την περίοδο 2007-2008 όσο και το 2011-2012, οι περιορισμοί στην προσφορά συνέβαλλαν στην εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Σύμφωνα με την Oxford Economics, αν σημειωνόταν σήμερα μία τέτοια άνοδος στις τιμές, το παγκόσμιο ΑΕΠ θα δεχόταν πλήγμα της τάξης των 0,4 ποσοστιαίων μονάδων και παράλληλα ο πληθωρισμός θα δεχόταν ώθηση άνω των 1,5 ποσοστιαίων μονάδων. Στο ακόμη πιο αρνητικό σενάριο που οι τιμές φτάσουν στα 110 δολάρια τότε η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδύνει στο 1,2% το 2020.

Όμως, η τιμή του πετρελαίου δεν μπορεί να κινηθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με όσα αναφέρει σε χθεσινό της report η Alpha Bank, καθώς το περιστατικό στη Σαουδική Αραβία συνέβη σε μια χρονική περίοδο που η παγκόσμια οικονομία καταγράφει σημάδια επιβράδυνσης, η παραγωγή πετρελαίου κινείται αυξητικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες διαθέτουν μεγάλα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου. Όπως εκτιμά η S&P Global Platts, μακροπρόθεσμα οι τιμές του πετρελαίου ενδεχομένως να ενσωματώσουν ένα «ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου» το οποίο μπορεί να διαμορφωθεί μεταξύ 5-10 δολάρια, μέχρι να εξαλειφθούν οι πιθανότητες μιας νέας ασύμμετρης απειλής.

Ένα άλλο «μαύρο σύννεφο» σχετίζεται με τα παγκόσμια χρηματιστήρια. Η Wall Street έχει επιστρέψει κοντά σε ιστορικά υψηλά ενώ και στην Ευρώπη οι βασικοί δείκτες έχουν αντισταθμίσει μεγάλο μέρος των σημαντικών απωλειών που κατέγραψαν προς το τέλος του Ιουλίου και κυρίως στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου. Οι υψηλές αποτιμήσεις στη Wall αυξάνουν τον κίνδυνο χρηματιστηριακού σοκ. Ο δείκτης που μετρά την κυκλικά προσαρμοσμένη τιμή μιας μετοχής σε σχέση με τα κέρδη (CAPE) βρίσκεται στις ΗΠΑ σχεδόν 40% υψηλότερα από τον μέσο όρο του από τις αρχές της δεκαετίας του '70. Και μόνο η επιστροφή του δείκτη CAPE στο επίπεδο του 2011-12 συνεπάγεται ότι οι αμερικανικές μετοχές θα καταγράψουν πτώση της τάξης του 35% έως το τέλος του 2020, σύμφωνα με την Oxford Economics. Είναι προφανές ότι μία τέτοια χρηματιστηριακή πτώση θα πυροδοτούσε αλυσιδωτές αντιδράσεις στην παγκόσμια οικονομία.

Μία παρόμοια κατάσταση θα πρέπει να περιμένουμε στην περίπτωση που κλιμακωθούν οι εμπορικές εντάσεις και οι δασμοί επεκταθούν σε πάνω από το 11% του παγκόσμιο εμπορίου. Σε αυτό το σενάριο, οι αλυσιδωτές αντιδράσεις θα «βυθίσουν» τη μεγέθυνση του παγκόσμιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο 0,7% το 2020.

Οι παραπάνω εκτιμήσεις δείχνουν ότι καμία από αυτές τις αβεβαιότητες δεν ρίχνει την παγκόσμια ανάπτυξη σε αρνητικό επίπεδο, που σημαίνει ότι χρειάζεται ένας συνδυασμός δυσμενών εξελίξεων για να δούμε πραγματικά γενικευμένη ύφεση. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο συνδυασμός των εν λόγω κραδασμών μπορεί να οδηγήσει σε ύφεση στο β' εξάμηνο του 2020, ακόμη και αν ο αντίκτυπος κάθε μεμονωμένου συμβάντος περιοριστεί στο 60%.