Σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με πέρυσι καταγράφουν τα πρώτα στοιχεία από περισσότερες από 1 εκατ. εκκαθαρισμένες φορολογικές δηλώσεις, αποτυπώνοντας μια πιο «βαριά» φορολογική εικόνα για σημαντική μερίδα φορολογουμένων.
Οι μηδενικές δηλώσεις υποχωρούν αισθητά, οι επιστροφές αφορούν περισσότερους αλλά με μικρότερα ποσά, ενώ αυξάνεται το ποσοστό όσων καλούνται να πληρώσουν πρόσθετο φόρο, ο οποίος διαμορφώνεται κατά μέσο όρο κοντά στα 1.160 ευρώ.
Σημειώνεται ότι μέχρι στιγμής η εικόνα προκύπτει κυρίως από μισθωτούς και συνταξιούχους, καθώς οι ελεύθεροι επαγγελματίες εμφανίζουν περιορισμένη συμμετοχή στη διαδικασία υποβολής, δεδομένου ότι οι δηλώσεις τους δεν έχουν προσυμπληρωθεί από την ΑΑΔΕ.
Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, η μεταβολή είναι εμφανής: πέρυσι περίπου οι μισές δηλώσεις ήταν μηδενικές, ενώ φέτος το ποσοστό αυτό έχει υποχωρήσει κάτω από το 40%.
Με βάση τα έως τώρα δεδομένα, από το σύνολο των εκκαθαρισμένων δηλώσεων:
το 26% είναι χρεωστικές, με μέσο πρόσθετο φόρο περίπου 1.160 ευρώ. Πρόκειται ουσιαστικά για 1 στους 4 φορολογούμενους που καλείται να καταβάλει σημαντικό ποσό, είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις από τον Ιούλιο και μετά. Η τάση αυτή εμφανίζει αυξητική δυναμική όσο προχωρά η διαδικασία υποβολής.
Το 35% είναι πιστωτικές, με μέση επιστροφή φόρου 280 ευρώ. Όμως αν και 1 στους 3 φορολογούμενους λαμβάνει επιστροφή, το ποσό είναι αισθητά μειωμένο σε σχέση με πέρυσι, όταν η μέση επιστροφή ξεπερνούσε τα 330 ευρώ.
Το 39% των δηλώσεων είναι μηδενικές, δηλαδή δεν προκύπτει ούτε οφειλή ούτε επιστροφή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόσταση μεταξύ χρεωστικών και πιστωτικών εκκαθαριστικών. Για κάθε 1 ευρώ που επιστρέφεται, το Δημόσιο εισπράττει περίπου 4 ευρώ επιπλέον φόρου από όσους έχουν χρεωστικό αποτέλεσμα, αναλογία που αποτυπώνει τη μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν θεωρείται τελική. Παραδοσιακά, όσοι αναμένουν επιστροφή σπεύδουν να υποβάλουν πρώτοι τις δηλώσεις τους, ενώ όσοι γνωρίζουν ότι θα πληρώσουν υψηλότερους φόρους καθυστερούν, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω το ποσοστό των χρεωστικών εκκαθαριστικών το επόμενο διάστημα.
Επιστροφές φόρου: Άμεσες για τους «καθαρούς», καθυστερήσεις για όσους έχουν οφειλές
Στο σκέλος των επιστροφών, η διαδικασία εξελίσσεται ταχύτερα για όσους δεν έχουν εκκρεμότητες προς το Δημόσιο. Περίπου το 65% των δικαιούχων έχει ήδη λάβει τα ποσά που του αναλογούν, με την πίστωση να πραγματοποιείται εντός 2-3 εργάσιμων ημερών από την εκκαθάριση, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος.
Αντίθετα, για το υπόλοιπο 35% των φορολογουμένων που έχουν οφειλές, οι επιστροφές περνούν από διαδικασία συμψηφισμών ή ελέγχων από τις ΔΟΥ, γεγονός που μπορεί να παρατείνει την ολοκλήρωση των πληρωμών ακόμη και έως τον Αύγουστο.
Επαγγελματίες: Η «εκκρεμότητα» που θα αλλάξει τα δεδομένα
Εν τω μεταξύ εικόνα αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά όταν αυξηθεί ο αριθμός των δηλώσεων από ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Μέχρι στιγμής έχει υποβληθεί μόλις περίπου το 10% των δηλώσεων Ε3, γεγονός που σημαίνει ότι το τρέχον δείγμα δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματική εικόνα.
Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι οι δηλώσεις των επαγγελματιών οδηγούν συνήθως σε υψηλότερα χρεωστικά ποσά, κυρίως λόγω του τεκμαρτού τρόπου υπολογισμού των εισοδημάτων. Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος πρόσθετος φόρος στο σύνολο των εκκαθαριστικών είναι πιθανό να αυξηθεί περαιτέρω όσο προχωρά η διαδικασία.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων όσο και με τη διεύρυνση των τεκμαρτών εισοδημάτων για το 2025. Αντίθετα, οι όποιες φοροελαφρύνσεις από τη νέα κλίμακα θα αποτυπωθούν στις δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2027.
Την ίδια στιγμή, καθοριστική για τη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας θα είναι και η αυτόματη υποβολή περίπου 1,5 εκατ. δηλώσεων μισθωτών και συνταξιούχων, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί μαζικά στα μέσα Απριλίου και εκτιμάται ότι θα επηρεάσει εκ νέου τις αναλογίες.
Φοροτεχνικοί με γνώση των δεδομένων επισημαίνουν οτι τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι λιγότεροι φορολογούμενοι παραμένουν στο «μηδέν», οι επιστροφές περιορίζονται σε μέσο ύψος, ενώ το ποσοστό όσων καλούνται να πληρώσουν σημαντικό πρόσθετο φόρο αυξάνεται σταδιακά, διαμορφώνοντας μια πιο απαιτητική φορολογική χρονιά.
