Εκτός από την Τεχνητή Νοημοσύνη και την πληθωριστική «φούσκα» των πάντων, δύο από τις σημαντικότερες εξελίξεις της τρέχουσας δεκαετίας (2020–2030), που σηματοδοτούν την περίοδο στην οποία έχουμε εισέλθει, είναι οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν.
Αμφότερες οι πολεμικές επιχειρήσεις ξεκίνησαν ως εύκολες, ολιγοήμερες αποστολές: από τη Ρωσία εναντίον της Ουκρανίας και από τις ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Κατέληξαν, όμως, σε μεγαλοπρεπή «φιάσκο» για τις υποτιθέμενες, αλλά και πραγματικές, υπερδυνάμεις.
Στον πόλεμο της Ουκρανίας, μετά την αρχική αποτυχία κατάληψης του Κιέβου και εγκαθίδρυσης φιλορωσικής κυβέρνησης-ανδρείκελου, η σύγκρουση διανύει πλέον το τρίτο έτος, με τεράστιες απώλειες και για τις δύο πλευρές.
Η επιχείρηση εναντίον του καθεστώτος των μουλάδων στο Ιράν ξεκίνησε με την προσδοκία ότι η εξόντωση της ηγεσίας θα οδηγούσε σε εξέγερση μιας καταπιεσμένης κοινωνίας, η οποία θα δρομολογούσε φιλοδυτικές αλλαγές και, κυρίως, τη ματαίωση του προγράμματος απόκτησης πυρηνικών όπλων.
Παρά την κυριαρχία των ΗΠΑ στον αέρα και την καταστροφή χιλιάδων στόχων, το Ιράν κατάφερε να πλήξει με σχετική επιτυχία στόχους στο Ισραήλ και σε χώρες του Κόλπου. Επιπλέον, προκάλεσε σοκ στην παγκόσμια οικονομία με τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ.
Δύο περιφερειακές δυνάμεις, χωρίς προηγμένη αμυντική τεχνολογία, έστω και με τη βοήθεια συμμάχων, κατάφεραν να αναχαιτίσουν δύο στρατιωτικές υπερδυνάμεις.
Βασικό τους πλεονέκτημα υπήρξε η διάχυση της τεχνολογικής ανάπτυξης των τελευταίων δεκαετιών στην παγκόσμια οικονομία, που επέτρεψε την ανάπτυξη φθηνών αλλά αποτελεσματικών οπλικών συστημάτων από χώρες χωρίς ισχυρή βιομηχανική βάση.
Οι ΗΠΑ εξέπληξαν τον κόσμο στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, όταν χρησιμοποίησαν δορυφορικά καθοδηγούμενους πυραύλους με ακρίβεια εκατοστών. Την ίδια στιγμή, οι πύραυλοι Scud του Σαντάμ Χουσεΐν αστοχούσαν σε μεγάλες αποστάσεις από τους στόχους τους.
Σήμερα, χώρες όπως η Ουκρανία, με τεχνολογία που μπορεί να βρει κανείς ακόμη και σε ένα φθηνό κινητό τηλέφωνο, κατάφεραν να καταστρέψουν χιλιάδες ρωσικά τεθωρακισμένα και να πλήξουν σημαντικό μέρος του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας.
Η αμυντική τεχνολογία δεν αποτελεί πλέον προνόμιο λίγων ανεπτυγμένων χωρών, αλλά έχει διαχυθεί σε δεκάδες αναπτυσσόμενες. Όλοι πλέον σχεδιάζουν τα δικά τους ιπτάμενα, πλωτά και υποβρύχια drones.
Αυτό οδηγεί σε έναν πολυπολικό κόσμο. Από την εποχή της μίας παγκόσμιας υπερδύναμης μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, και πριν από τη διαμόρφωση ενός νέου διπολισμού ΗΠΑ–Κίνας, έχουμε περάσει σε ένα σύστημα πολλών πόλων που ανταγωνίζονται για πόρους και γεωπολιτική ισχύ.
Οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν οδηγούν σε υπερσυγκέντρωση ισχύος σε δύο πόλους, αλλά στη διάχυσή της. Ζούμε πλέον σε έναν κόσμο πολλών δυνάμεων, πολλών συγκρούσεων και ρευστών συμμαχιών.
Η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, υπέγραψε πρόσφατα αμυντική συνεργασία με την Ουκρανία. Όταν οι ΗΠΑ εξέφρασαν αντιρρήσεις, η απάντηση ήταν ότι στράφηκαν σε αυτή την επιλογή επειδή δεν κατάφεραν να την προστατεύσουν από το Ιράν.
Ο φιλελευθερισμός, η δημοκρατία και η ελεύθερη αγορά - προϊόντα της δυτικής κυριαρχίας - εξασθενούν μαζί με αυτήν. Πλέον αμφισβητούνται ακόμη και στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιταχύνει την αποδόμηση του μεταπολεμικού κόσμου που έχτισε η Αμερική. Απειλεί το NATO, περιφρονεί τα Ηνωμένα Έθνη, περιορίζει το ελεύθερο εμπόριο, ενισχύει τον κρατικό παρεμβατισμό και εγκαταλείπει τον ρόλο των ΗΠΑ ως εγγυητή της διεθνούς σταθερότητας.
Βρισκόμαστε ήδη σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, στον οποίο ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κίνα μπορούν να επιβληθούν εύκολα. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικές συγκρούσεις θα πολλαπλασιάζονται αντί να μειώνονται τα επόμενα χρόνια.
Ήδη, στην εύφλεκτη περιοχή μας, η Ελλάδα επιχειρεί να αναχαιτίσει την ανάδειξη της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη, μέσω συμμαχιών με τη Γαλλία και το Ισραήλ, που λειτουργούν αποτρεπτικά.
Οι εξελίξεις αυτές συνεπάγονται αύξηση των αμυντικών δαπανών, με πιθανές επιπτώσεις τόσο στο κράτος πρόνοιας όσο και στις κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες.
Οι ανιστόρητοι πίστευαν και διατείνονταν πως ο περιορισμός της μοναδικής υπερδύναμης των τελευταίων δεκαετιών θα οδηγούσε σε έναν νέο, πιο ειρηνικό κόσμο. Συμβαίνει όμως αυτό που διδάσκει η ιστορία: η παρακμή της Ρώμης δεν έφερε ειρήνη και ευημερία, αλλά πολέμους, φτώχεια και το σκοτάδι του Μεσαίωνα.
