Η πρόσφατη ρύθμιση για τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο παρουσιάστηκε ως λύση σε ένα χρόνιο πρόβλημα που ταλαιπώρησε δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια επιλογή πολιτικής που αποφεύγει το βασικό ερώτημα: αν υπήρξε θεσμική αδικία, ποιος όφειλε να τη διορθώσει και με ποιον τρόπο.
Η εισαγωγή εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων αποκαλύπτει με σαφήνεια τη φιλοσοφία της ρύθμισης. Το ζήτημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο δεν αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα ασύμμετρης πληροφόρησης ή προβληματικών τραπεζικών πρακτικών, αλλά ως πρόβλημα κοινωνικής ευαλωτότητας. Με άλλα λόγια, το κράτος δεν παρεμβαίνει για να αποκαταστήσει το λάθος, αλλά για να περιορίσει τις συνέπειές του εκεί όπου αυτές απειλούν να εξελιχθούν σε κοινωνικό πρόβλημα. Η λογική είναι απλή – και κυνική. Όποιος «αντέχει», μένει εκτός.
Δανειολήπτες που επί χρόνια εξυπηρέτησαν κανονικά τα δάνειά τους, πληρώνοντας ποσά δυσανάλογα του αρχικού κεφαλαίου λόγω της δραματικής μεταβολής της ισοτιμίας, αποκλείονται από τη ρύθμιση επειδή δεν πληρούν τα κριτήρια οικονομικής αδυναμίας.
Αντίθετα, η όποια ελάφρυνση αφορά μόνο όσους έχουν ήδη φτάσει στο όριο της οικονομικής κατάρρευσης. Η συνέπεια δεν επιβραβεύεται· λειτουργεί ως λόγος αποκλεισμού.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της ρύθμισης δεν είναι το ποιοι εντάσσονται, αλλά το τι απουσιάζει πλήρως από αυτήν. Δεν υπάρχει καμία αναγνώριση ευθύνης. Καμία ουσιαστική αναφορά στην παρουσίαση του συναλλαγματικού κινδύνου κατά τη σύναψη των δανείων. Καμία πρόβλεψη επανυπολογισμού των οφειλών με βάση την ισοτιμία εκταμίευσης ή έστω ένας μηχανισμός δίκαιης κατανομής του κινδύνου. Η ρήτρα συναλλαγματικού κινδύνου παραμένει ανέγγιχτη, σαν να μην αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο αμφισβήτησης. Η επιλογή αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθεί με τον τρόπο που το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίστηκε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εκεί, το ζήτημα αναγνωρίστηκε ως θεσμικό: ως πρόβλημα ελλιπούς ενημέρωσης και άνισης κατανομής κινδύνου μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών.
Οι λύσεις περιλάμβαναν περιορισμό ή ακύρωση ρητρών, μετατροπή δανείων με πιο ισορροπημένους όρους ή επανυπολογισμό οφειλών, χωρίς διάκριση μεταξύ «ανθεκτικών» και «ευάλωτων». Στην Ελλάδα, αντίθετα, επελέγη η λύση της ελάχιστης θεσμικής όχλησης και της μέγιστης συστημικής ασφάλειας. Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Μια καθολική και ουσιαστική ρύθμιση θα είχε πραγματικό κόστος για τις τράπεζες και, ενδεχομένως, επιπτώσεις στους κεφαλαιακούς τους δείκτες. Το κόστος αυτό κρίθηκε προτιμότερο να μη φανεί ποτέ.
Έτσι, μετακυλίεται σιωπηρά σε εκείνους που στάθηκαν συνεπείς, διατηρώντας ενήμερα δάνεια που σε πολλές περιπτώσεις έχουν ήδη υπερκαλύψει το αρχικό κεφάλαιο. Η εισαγωγή εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων δεν συνιστά πράξη κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά μηχανισμό περιορισμού μιας δυνητικής τραπεζικής ζημίας. Σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, μια καθολική αποκατάσταση των δανείων σε ελβετικό φράγκο –μέσω επανυπολογισμού των οφειλών ή ουσιαστικού περιορισμού της ρήτρας συναλλαγματικού κινδύνου– θα μπορούσε να επιβαρύνει τους τραπεζικούς ισολογισμούς με ποσά που υπερβαίνουν τα 2 δισ. ευρώ. Το κόστος αυτό κρίθηκε συστημικά μη διαχειρίσιμο.
Έτσι, η πολιτική επιλογή ήταν να περιοριστεί η εφαρμογή της ρύθμισης σε στενά ορισμένες κατηγορίες, ώστε να αποφευχθεί η αναγνώριση μιας ζημίας που το σύστημα δεν επιθυμεί να καταγράψει. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές και ανησυχητικό. Η Πολιτεία δεν παρεμβαίνει όταν διαπιστώνεται αδικία, αλλά μόνο όταν αυτή απειλεί τη σταθερότητα του συστήματος. Η δικαιοσύνη δεν αποτελεί στόχο πολιτικής· αποτελεί παράγοντα κόστους που, εφόσον δεν προκαλεί άμεσο κοινωνικό κίνδυνο, μπορεί να παρακαμφθεί.
Η υπόθεση των δανείων σε ελβετικό φράγκο δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά το θεσμικό μήνυμα για το μέλλον: ότι η συνέπεια δεν προστατεύεται, ότι η ευθύνη αποφεύγεται και ότι η κοινωνική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της δικαιοσύνης. Και αυτό είναι ένα μήνυμα που καμία ώριμη οικονομία δεν θα έπρεπε να εκπέμπει.
*O Nίκος Σιακαντάρης είναι Managing Partner της Andersen Tax Greece.
