Στο επίκεντρο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης φέρνει η κυβέρνηση τη θεσμική θωράκιση της δημοσιονομικής πορείας της χώρας, εξετάζοντας την εισαγωγή μόνιμων δικλίδων ασφαλείας απέναντι σε ελλείμματα και χρέος. Την κατεύθυνση αυτή προανήγγειλε δημόσια ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο συζήτησης για τον ρόλο του Συντάγματος στη δημοσιονομική πειθαρχία.
Κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη συζήτηση δεν είναι καινούργια, ωστόσο πλέον ωριμάζει, καθώς στόχος είναι να αποτραπούν εκ των προτέρων μελλοντικοί δημοσιονομικοί εκτροχιασμοί και να ενισχυθεί η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής σε βάθος χρόνου.
Το σκεπτικό της κυβερνητικής παρέμβασης
Στο δημόσιο μήνυμά του, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο «δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα», δίνοντας το στίγμα μιας πιο αυστηρής θεσμικής προσέγγισης.
Όπως υπογράμμισε, η αναθεώρηση θα πρέπει «να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων», ώστε η χώρα να μην επιστρέψει σε πρακτικές ανεξέλεγκτης παροχολογίας.
Το ευρωπαϊκό προηγούμενο και το «φρένο χρέους»
Αν και η ελληνική συζήτηση βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, παρόμοια εργαλεία εφαρμόζονται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι αυτό της Γερμανία, όπου από το 2009 έχει ενσωματωθεί στο Σύνταγμα ο δημοσιονομικός κανόνας Schuldenbremse («φρένο χρέους»).
Ο κανόνας αυτός περιορίζει το διαρθρωτικό έλλειμμα στο 0,35% του ΑΕΠ και δεσμεύει τόσο την ομοσπονδιακή κυβέρνηση όσο και τα κρατίδια σε ισοσκελισμένους Προϋπολογισμούς. Όταν οι στόχοι αποκλίνουν, ενεργοποιούνται αυτόματα μηχανισμοί προσαρμογής.
Πρόληψη αντί θεραπείας
Η βασική φιλοσοφία του γερμανικού μοντέλου είναι προληπτική. Οι δημοσιονομικοί «κόφτες» ενεργοποιούνται πριν υπάρξει πλήρης απόκλιση από τους στόχους, σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο που βασίζεται κυρίως στον εκ των υστέρων έλεγχο των δαπανών.
Στην πράξη, αν ένας Προϋπολογισμός υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα όρια, απαιτούνται άμεσα διορθωτικές κινήσεις: είτε περιορισμός δαπανών είτε αύξηση εσόδων, ώστε να αποκαθίσταται η ισορροπία πριν εγκριθεί.
Το «Schuldenbremse» πάντως δεν είναι απόλυτο. Περιλαμβάνει ρήτρες ευελιξίας για έκτακτες περιστάσεις, όπως φυσικές καταστροφές ή σοβαρές κρίσεις. Ενδεικτικά, ανεστάλη την περίοδο της πανδημίας και επανενεργοποιήθηκε μετά την επιστροφή στην κανονικότητα.
Οι ενστάσεις, η κριτική και το... κοντρόλ στις προεκλογικές υποσχέσεις
Παρά την ευρεία αποδοχή του ως εργαλείο πειθαρχίας, ο γερμανικός κανόνας έχει δεχθεί και έντονη κριτική. Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι περιορίζει την ικανότητα της πολιτείας να αντιδρά ευέλικτα σε υφέσεις και ενδέχεται να οδηγεί σε υποεπενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως οι υποδομές, η εκπαίδευση και η καινοτομία.
Στο ίδιο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης επανέρχεται και η συζήτηση για τον έλεγχο του κόστους των προεκλογικών προγραμμάτων. Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζονται είναι η ενίσχυση του ρόλου του Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στη διαδικασία αυτή.
Υπενθυμίζεται ότι μετά από έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, ο ρόλος αυτός έχει ανατεθεί ήδη στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, μέσω ειδικού Τμήματος Δημοσιονομικής Ανάλυσης που παρακολουθεί τη βιωσιμότητα του χρέους και τον δημοσιονομικό αντίκτυπο των κομματικών προγραμμάτων.
Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι, παρότι η κοστολόγηση δεν είναι τυπικά υποχρεωτική, η απουσία της δημιουργεί ισχυρό πολιτικό κόστος, καθώς αφήνει ανοικτό το πεδίο για κατηγορίες περί ανέφικτων δεσμεύσεων και ανεξέλεγκτης παροχολογίας.
