Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκεται το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία – σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές – δημιουργεί σημαντικές ανησυχίες για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει τόσο στις τράπεζες και τους servicers όσο και στο Δημόσιο μέσω του προγράμματος «Ηρακλής».
Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης, υπήρξε κύκλος τηλεφωνικών επαφών μεταξύ του οικονομικού επιτελείου και των τραπεζών, ενώ το υπουργείο Οικονομικών βρίσκεται σε ανοιχτή γραμμή και με τη γενική γραμματέα Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση.
Παρά το γεγονός ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι κινούνται σε κλίμα έντονης ανησυχίας, προς το παρόν δεν έχει αποφασιστεί έκτακτη σύσκεψη, καθώς – όπως σημειώνουν αρμόδιες πηγές – το υπουργείο δεν έχει λάβει ακόμη την καθαρογραμμένη απόφαση, η οποία θα ξεκαθαρίσει τις κρίσιμες παραμέτρους και το εύρος των συνεπειών.
Η μεγάλη ανησυχία: το ενδεχόμενο αναδρομικότητας
Το βασικό σημείο που προκαλεί προβληματισμό στο οικονομικό επιτελείο είναι το ενδεχόμενο η απόφαση να προβλέπει αναδρομική εφαρμογή. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στέλεχος του υπουργείου, «αναδρομικά μπορεί να σημαίνει από την πρώτη ημέρα ένταξης στον νόμο Κατσέλη», κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ιδιαίτερα υψηλό κόστος.
Στο υπουργείο αποφεύγουν, σε αυτή τη φάση, να προχωρήσουν σε κοστολόγηση του σεναρίου, ακριβώς επειδή δεν έχουν ακόμη στα χέρια τους το πλήρες και τελικό κείμενο.
Το δημοσιονομικό αποτύπωμα και ο «Ηρακλής»
Αν και το κόστος για τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης θεωρείται δεδομένο, κυβερνητικές πηγές εκτιμούν ότι το μεγαλύτερο βάρος μπορεί να προκύψει για το κράτος, λόγω των εγγυήσεων που συνδέονται με το πρόγραμμα «Ηρακλής».
Το ζήτημα αυτό εξηγεί και το αυξημένο επίπεδο συναγερμού στο οικονομικό επιτελείο, καθώς μια διεύρυνση των επιπτώσεων μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις δημοσιονομικές ισορροπίες.
«Θα εφαρμοστεί κανονικά»
Σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρεται από το υπουργείο, από τη στιγμή που πρόκειται για απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, η εφαρμογή της θεωρείται δεδομένη, ανεξαρτήτως κόστους. Το βασικό ερώτημα για το υπουργείο είναι πλέον το εύρος της εφαρμογής και οι τεχνικές λεπτομέρειες που θα καθοριστούν από την καθαρογραφή.
Πάντως προς το παρόν, δεν υπάρχει συγκεκριμένο σενάριο παρέμβασης για να περιοριστεί το ενδεχόμενο δημοσιονομικό κόστος. Ωστόσο, αρμόδιες πηγές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να εξεταστεί σε δεύτερο χρόνο νομοθετική παρέμβαση, ειδικά για μελλοντικές υποθέσεις.
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, «ο Άρειος Πάγος αποφασίζει επί ενός νόμου», ενώ τυχόν αλλαγή του θεσμικού πλαισίου θα αποτελέσει πολιτική απόφαση, ανάλογα με τις επιπτώσεις που τελικά θα αποτυπωθούν από την πλήρη ανάγνωση της απόφασης.
