7ος χρόνος, ημέρα 2188η
Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2021

Πώς θα αποφύγουμε την βαθιά ύφεση

Πώς θα αποφύγουμε την βαθιά ύφεση

Το πρόβλημα της ευρωζώνης παραμένει η μεγάλη ανισορροπία μεταξύ των χωρών σε θεσμικό και δημοσιονομικό επίπεδο. Οι χώρες με υψηλό επίπεδο χρέους δεν μπορούν να ασκήσουν δημοσιονομική πολιτική στην απαιτούμενη έκταση, με αποτέλεσμα να πληγούν περισσότερο από την οικονομική κρίση. Έγραφα στο τέλος του 2019 στο Liberal.gr ότι η Ελλάδα δεν είναι θωρακισμένη για την επόμενη οικονομική κρίση, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικονομίας μας.

Η χρηματοδότηση (δανεισμός) μέσω του ESM ή μέσω της ΕΚΤ, αν και αποτελεί πολύ σημαντικό εργαλείο για τη διατήρηση των επιτοκίων κρατικού δανεισμού σε υποφερτό επίπεδο, δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα γιατί θα προσθέσει δημοσιονομικό χρέος στο ήδη υπάρχον, ενώ και οι τράπεζες θα χρειαστούν νέες διευκολύνσεις (ίσως και ανακεφαλαιοποιήσεις) με αποτέλεσμα το έλλειμμα ρευστότητας στην αγορά. Τη βασική λύση πρέπει να δώσει η ΕΚΤ με τη δημιουργία χρήματος που θα διαγράψει ιδιωτικό χρέος, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σε αντάλλαγμα, οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να προβούν σε εκτεταμένες απολύσεις, ώστε η οικονομία να επανεκκινήσει γρήγορα και να μην υπάρξει ισχυρό πλήγμα στη ζήτηση όταν τελειώσει το lockdown.

Πώς πρέπει να ασκηθεί η πολιτική; Υπάρχουν δύο πιθανοί τρόποι. Ο πρώτος είναι η απευθείας έκδοση ειδικών ομολόγων (perpetual bonds) από τις κεντρικές κυβερνήσεις, τα οποία θα έχουν λογιστική αξία μόνο για την ΕΚΤ και όχι για την αγορά. Τα χρήματα της ΕΚΤ θα καταλήξουν στις επιχειρήσεις με το αντάλλαγμα να μη γίνουν απολύσεις. Ο δεύτερος τρόπος είναι η έκδοση κρατικών ομολόγων τα οποία θα αγοράσει η ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά και τα κράτη δεν θα χρειαστεί να αποπληρώσουν, άρα το εν λόγω χρέος θα διαγραφεί (μια μορφή νομισματοποίησης του δημόσιου χρέους).

Το μεγάλο πρόβλημα με αυτή την πολιτική είναι ότι προσκρούει στην απροθυμία συγκεκριμένων κρατών (όσων έχουν δημοσιονομικό χώρο) να θολώσουν τη σχέση της νομισματικής πολιτικής (άρα και την ανεξαρτησία της ΕΚΤ) με τη δημοσιονομική πολιτική που θα προκύψει από την πίστωση των εθνικών λογαριασμών. Τα κράτη φοβούνται τη μελλοντική συνεχιζόμενη χρήση τέτοιων εργαλείων όταν αυτά θα προκαλούν μεγαλύτερα προβλήματα (πχ πληθωρισμό, πρόβλημα με την ανεξαρτησία της ΕΚΤ) από αυτά που θα επιδιώκουν να λύσουν. Η Ευρώπη όμως πρέπει να δώσει γρήγορες λύσεις για να συνεχίσει να υπάρχει.

Ταυτόχρονα η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει με γρήγορο βηματισμό τις θεσμικές αλλαγές. Η δημόσια διοίκηση και οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας πρέπει να απλοποιήσουν το σύνολο των διαδικασιών τους και να απεμπλακούν από τη διαπροσωπική επαφή με τον πολίτη. Η τοπική αυτοδιοίκηση, ιδιαίτερα στην επαρχία, να λειτουργεί σαν αναπτυξιακός μηχανισμός ανευρίσκοντας κονδύλια για την τόνωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Η δικαιοσύνη να τελεσιδικεί για οικονομικά ζητήματα εντός τριμήνου. Το τραπεζικό σύστημα, απαλλαγμένο από τα κόκκινα δάνεια, να επιστρέψει γρήγορα στο ρόλο του: τη χρηματοδότηση επενδυτικών ιδεών αιχμής. Το δημόσιο πανεπιστήμιο να είναι ανοιχτό σε όλες τις ιδέες, πλήρως αυτόνομο σε όλες τις λειτουργίες του και να αξιολογείται στη βάση αντικειμενικών (και όχι υποκειμενικών) κριτηρίων.

Κλείνοντας θα αναφερθώ στο ζήτημα της ανισότητας και του κινδύνου της φτώχειας, που αυξάνεται κατά τη διάρκεια των κρίσεων. Πρέπει να προασπίσουμε τις ευπαθείς ομάδες από την οικονομική ύφεση και την ανεργία, προχωρώντας γρήγορα σε αναπτυξιακά έργα και αξιοποιώντας αποτελεσματικά τα ευρωπαϊκά κονδύλια που θα προκύψουν ώστε να αποφύγουμε κοινωνικούς αποκλεισμούς.