Σωτήρης Σόρογκας: Ο ζωγράφος αποχαιρετά την Κική Δημουλά

Ο ζωγράφος αποχαιρετά την Κική Δημουλά

«Η Δημουλά ζει ανάμεσά μας με την ποίησή της» αναφέρει στο liberal.gr ο Σωτήρης Σόρογκας που συνδέθηκε με βαθιά φιλία με την ποιήτρια. Ζωγράφος που συμπορεύτηκε με το έργο των αγαπημένων του ποιητών εκφράζοντας εικαστικά αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις, ο Σόρογκας ανέπτυξε στενή σχέση με τη Δημουλά στην οποία διάβαζε «μια γλώσσα, που την οδηγεί εντέλει ζωντανή στον άλλο κόσμο». Παρόμοια και η ίδια «διάβαζε» τον ζωγράφο για τον οποίο έγραψε ότι «ξορκίζει τη φθορά, καλοπιάνοντάς την, υμνολογώντας την». Οι δυο τους είχαν μια σχέση «καρδιακή», σύμφωνα με τον δημιουργό που πηγαίνει πίσω στα χρόνια της νιότης.

«Πρωτοδιάβασα τη συλλογή της “Ερήμην” και, λίγο αργότερα, μια συνέντευξή της, την οποία και εξακολουθώ να κρατώ. Ακαριαία με κέρδισε και υπήρξα θαυμαστής της ποιήσεώς της. Γι’ αυτήν διατηρώ ένα βαθύ αίσθημα ευγνωμοσύνης και αγάπης για όσα μου πρόσφερε, με την απέραντη τρυφερότητά της, που έχει ριζωμένο στον πυρήνα της το πένθος της ζωής. Πένθος μέσα σε απέραντη σιωπή και βουβή απελπισία απ’ την αποδοχή μιας γραμμένης μοίρας.

Συχνά, με την ποίηση της Δημουλά μου έρχεται η συγκρατημένη απόγνωση των μορφών της Παναγίας κάτω από τον Εσταυρωμένο βυζαντινής εικόνας. Η απελπισμένη εκδοχή του κόσμου της, η απώλεια του οποίου παίρνει διαστάσεις θρήνου για τη ζωή, καθώς “την παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου”, όπως θα λεγε ο Σεφέρης, μαζί με τον χρόνο και τη μνήμη πριν γίνει λήθη, μου θυμίζει τι προσπαθώ κι εγώ να ζωγραφίσω στη ζωή μου.

Νομίζω ότι το δραματικό στοιχείο στην ποίησή της εκκινεί από έναν ενσυνείδητο αυτοεγκλεισμό της σ’ έναν παρελθόντα χρόνο, ο οποίος αποβαίνει η μόνη ελπίδα σωτηρίας για κάποιον που επιθυμεί να επιβιώσει: «Ήταν ασφαλές καταφύγιό μου να θυμάμαι», είχε πει η ίδια. Με αυτήν τη γλώσσα κατάφερε να μεταλλάσσει σε παρόν το παρελθόν ή καλύτερα να διατηρεί εν ζωή την απουσία. 

Γράψανε για την υπέρμετρη ευαισθησία του ζωγράφου Βαν Γκογκ παρουσιάζοντάς τον ως έναν άνθρωπο ξεγραμμένο, όπου και το παραμικρότερο αεράκι τον πλήγωνε. Έτσι νομίζω πως και η Δημουλά θα ζει ανάμεσά μας με την ποίησή της».