7ος χρόνος, ημέρα 2219η
Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2021

Ο εμβολιασμός ως «ψευδής είδηση»

Ο εμβολιασμός ως «ψευδής είδηση»
Shutterstock

Με πρόσφατη αλλαγή του άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικα εισήχθη το πεδίο της «υγείας», δηλαδή της πανδημίας, άρα και του εμβολιασμού, στα δυνάμενα να προκαλέσουν την ποινικά κολάσιμη πράξη της διασποράς «ψευδών ειδήσεων» - ελληνιστί: φέικ νιούζ - μέσω δημόσια εκφραζόμενων απόψεων ή μέσω διαδικτύου. Βάσει της αναθεωρημένης διάταξης συνελήφθη αυτές τις μέρες, και αμέσως αφέθηκε ελεύθερος, δικηγόρος για τον οποίο βρέθηκαν ηλεκτρονικά αρχεία, μέσα από τα οποία φέρεται να αμφισβητεί τον κορωνοιό και τον τρόπο αντιμετώπισής του και να καλεί σε ανυπακοή σχετικά με τον εμβολιασμό.

Τόσο η διάταξη, όσο και η εκτύλιξη της δίωξης, μού φαίνονται προβληματικές: ενώ επιδιώκουν καλό σκοπό, την αντιμετώπιση του φαινομένου να χρησιμοποιείται το διαδίκτυο, που είναι σύμφυτο με την ανωνυμία και την ανευθυνότητα, για την παραπλάνηση και την τρομοκράτηση της κοινής γνώμης σχετικά με κρίσιμα ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος - ανάμεσα στα οποία αναμφίβολα περιλαμβάνεται η πανδημία -, ο νομικός τρόπος που επελέγη είναι, κατά τη γνώμη μου, απρόσφορος και αναποτελεσματικός.

Κατά πρώτον, θεωρώ ότι η επέκταση του ποινικού κολασμού σε «εγκλήματα γνώμης» δεν αρμόζει σε δημοκρατικά πολιτεύματα. Ειδικά η διάταξη του άρθρου 191, όπως διαμορφώθηκε με τις πρόσφατες αλλαγές, απέκτησε σχεδόν «φρονηματικό» χαρακτήρα - και όχι μόνο λόγω της προσθήκης της «υγείας» στα πεδία για τα οποία απαγορεύεται να διασπαρούν «ψευδείς ειδήσεις». Από τη νέα διάταξη αφαιρέθηκε η σύνδεση των «ψευδών ειδήσεων» με συγκεκριμένη πράξη, ικανή να θέσει σε κίνδυνο δημόσια αγαθά, δηλαδή να οδηγήσει σε κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών σε βασικούς θεσμούς και τομείς της δημόσιας ζωής, όπως η οικονομία - και ειδικώς ο τουρισμός, που ανυψώνεται έτσι σε υπέρτατο αγαθό - και πλέον και η δημόσια υγεία.

Με τη νέα διάταξη, αρκεί η διάδοση ειδήσεων που θεωρούνται - από το Κράτος; από τον Δικαστή; πάντως χωρίς θέσπιση του παραμικρού κριτηρίου - «ψευδείς», άρα τιμωρείται η έκφραση γνώμης. Το τι αποτελεί «ψευδή» και τι «αληθή» γνώμη είναι τεράστιο ζήτημα, που δεν μπορεί, και πάντως δεν είναι ορθό, να το «λύνει» ούτε η Πολιτεία, ούτε ο Δικαστής, ούτε ο Νόμος. Επαναλαμβάνω ότι αντιλαμβάνομαι την πρόθεση της νομοθετικής αλλαγής, αλλά διαισθάνομαι ότι μια διπλή πίεση - εκ της πανδημίας και εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας, που ήθελε να δείξει ότι δεν μένει άπραγη έναντι της πανδημίας - οδήγησε σε στρεβλό δρόμο.

Και όχι μόνο στρεβλό, αλλά και μη αποτελεσματικό, όπως φάνηκε από την πρώτη κιόλας εφαρμογή της νέας διάταξης. Ο νομοθέτης δεν μπορούσε ίσως να προβλέψει ότι, αν η διασπορά ψευδών υγειονομικών ειδήσεων, που διώκεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, γίνει από δικηγόρο, αυτός θα αφεθεί ελεύθερος, λόγω ειδικής γι' αυτήν την επαγγελματική κατηγορία δωσιδικίας. Μπορούσε, όμως, και πάντως θα όφειλε, να συνυπολογίσει τον κίνδυνο συνέχισης, ιδίως μέσω του διαδικτύου, της διασποράς τέτοιων απόψεων, ίσως μάλιστα σε πιο σκληρή μορφή και σε ευρύτερο και πιο φανατισμένο κοινό, λόγω της εμφάνισης του κατασταλτικού σκέλους της δικαιοσύνης.

Όπως επίσης θα όφειλε να σκεφθεί το αδιέξοδο στο οποίο θα έβαζε το δικαστή στον οποίο θα παραπεμπόταν προς κρίση, όπως έγινε ήδη στην υπόθεση του διωκόμενου δικηγόρου, το αν συγκεκριμένη «γνώμη» περί τη δημόσια υγεία είναι «ψευδής είδηση», δηλαδή ειπώθηκε εν γνώσει του αντικειμενικού ψεύδους της, ή όχι.

Μια δημοκρατική Πολιτεία ασφαλώς δεν δικαιούται να παραμελεί τη δημόσια υγεία. Ασφαλώς οφείλει να προστατεύει τους πολίτες ακολουθώντας τα διδάγματα της επιστήμης. Ασφαλώς, στην περίπτωση της πανδημίας, έχει χρέος να εξαντλεί τα μέσα που έχει στη διάθεσή της για να πείσει το μεγαλύτερο αριθμό πολιτών να εμβολιαστούν και να καταρρίψει την αντιεπιστημονική, συνωμοσιολογική ή απλώς αστήρικτη προπαγάνδα κατά του εμβολιασμού. Αλλά τα μέσα που έχει στη διάθεση της είναι τα μέσα της Δημοκρατίας: η ενημέρωση, η πειθώς, καθώς και νόμιμα μέτρα προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως η υποχρεωτικότητα και περιορισμοί εντός του πλαισίου της αναλογικότητας. Όχι η απαγόρευση γνώμης, η οποία έχει μάλλον ως τελικό αποτέλεσμα την ενδυνάμωση των «ειδήσεων» που η Πολιτεία, και οι υπεύθυνοι πολίτες, θεωρούμε ότι βλάπτουν το κοινωνικό σύνολο.