Δύο τα «μηνύματα» στην Ευρώπη από την κάλπη των ΗΠΑ

Δύο τα «μηνύματα» στην Ευρώπη  από την κάλπη των ΗΠΑ

Η Ευρώπη παρακολουθεί τις αμερικανικές εκλογές και αναρωτιέται αν μπορεί πια να βασίζεται στις ΗΠΑ, όποιος κι αν κερδίσει. Έχοντας αντιμετωπιστεί με περιφρόνηση από τον πρόεδρο Τραμπ, που θεωρεί τους Ευρωπαίους μάλλον αντιπάλους παρά συμμάχους, οι ηγέτες της Γηραιάς Ηπείρου προσδοκούν τη διαφαινόμενη προεδρία Μπάιντεν.

Αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποιούν ότι τα τέσσερα χρόνια του Τραμπ άλλαξαν τον κόσμο και την Αμερική, με τρόπους που δύσκολα αντιστρέφονται.

Το πρόβλημα είναι ότι η θεμελιώδης μεταπολεμική εμπιστοσύνη έχει «σπάσει». Και πολλοί Ευρωπαίοι διπλωμάτες πιστεύουν ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν είναι πια παγιωμένη και ομόφωνη.

Όπως εκτίμησε ο Ίβαν Κράστεβ, διευθυντής του think tank Center for Liberal Strategies, «Για πρώτη φορά οι Ευρωπαίοι φοβούνται ότι δεν υπάρχει πια συναίνεση στην εξωτερική πολιτική στις ΗΠΑ. Κάθε καινούργιος πρόεδρος μπορεί να σημαίνει μια εντελώς διαφορετική πολιτική. Αυτό για την Ευρώπη είναι εφιάλτης».

Οι ιδέες του Τραμπ βρίσκουν σύμφωνους εκατομμύρια Αμερικανούς, όπως φάνηκε κι από τα εκλογικά του ποσοστά. Πρακτικά, οι Αμερικανοί δεν συμφωνούν πλέον μεταξύ τους ούτε στα βασικά, όπως στο πόσο θα πρέπει η χώρα τους να εμπλέκεται στα διεθνή ζητήματα ή στο ΝΑΤΟ. 

Με δεδομένη την πόλωση στις ΗΠΑ, που διογκώνεται κι επιμηκύνεται με την αντίδραση του Τραμπ στο εκλογικό αποτέλεσμα, ο Εμανουέλ Μακρόν έχει ήδη παρακινήσει την Ευρώπη να «βγει μπροστά» σε έναν αλλαγμένο κόσμο όπου ο Τραμπ είναι μόνο ένα σύμπτωμα της αμερικανικής υποχώρησης από την παγκόσμια ηγεσία και όχι το αίτιο.

Η Ευρώπη βγάζει δυο βασικά συμπεράσματα από τις αμερικανικές εκλογές:

1. Η αποτυχία της Αμερικής να απορρίψει τον «Τραμπισμό» πιο αποφασιστικά, ενδέχεται να ενθαρρύνει κι άλλους λαϊκιστές που ψάχνουν έμπνευση στον Τραμπ και που τώρα θα λογαριάσουν ότι κι αυτοί μπορούν να έχουν ένα λαμπρό μέλλον.

Οι λαϊκιστές της Ευρώπης θεωρούν ότι υπάρχει ακόμα μπόλικο «καύσιμο» για να καεί: Η αντοχή της υποστήριξης στον Τραμπ ερμηνεύεται ως μήνυμα απόρριψης των «ελίτ», της παγκοσμιοποίησης, των Θεσμών, ακόμα και της μάσκας.

Όταν ξέσπασε η πανδημία τον Φεβρουάριο, οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολύ χειροπιαστό πρόβλημα και χρειάζονταν ικανές κυβερνήσεις για να το διαχειριστούν. Τα λαϊκιστικά σλόγκαν εγκαταλείφθηκαν, ο κόσμος στράφηκε στους ειδικούς και στις αρμόδιες Αρχές για λύσεις. Στο πρώτο κύμα, το AfD στη Γερμανία έπεσε κάτω από το 10% και στην Ιταλία οι ψηφοφόροι τιμώρησαν την Λέγκα μέχρι που σταμάτησε να κριτικάρει την κυβέρνηση.

Τώρα, όμως, είμαστε στο δεύτερο κύμα της πανδημίας. Οι λαϊκιστές προσπαθούν να γυρίσουν το παιχνίδι, «καβαλώντας», ως είθισται, το κύμα δυσαρέσκειας. Στην Βρετανία ο Νάιτζελ Φάρατζ σχεδιάζει το come back του. Στήνει ένα κόμμα για να κηρύξει τον πόλεμο στα μέτρα κατά του κορονοϊού.

2. Η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι στο εξής πρέπει να είναι πολύ προσεκτική όσον αφορά στο πόσο θα στηρίζεται στις ΗΠΑ.

Μοιάζει δεδομένο ότι ο Μπάιντεν, πολιτικός που πιστεύει στους Θεσμούς και τις παραδοσιακές αξίες της αμερικανικής διπλωματίας, θα θελήσει να αποκαταστήσει τους δεσμούς με τους στενούς Ευρωπαίους συμμάχους. Οι συμμαχίες μεγεθύνουν την πολυδιάστατη επιρροή της Αμερικής στον κόσμο.

Οι σύμμαχοι μπορούν να δράσουν σαν ένας πολλαπλασιαστής δύναμης, ικανός να μετατρέψει το ΑΕΠ των ΗΠΑ, περίπου 1/4ο του παγκόσμιου ΑΕΠ, σε μια συμμαχία που ορίζει το 60% της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό, η Ρωσία ή η Κίνα, που καμιά τους δεν διαθέτει ένα δίκτυο μόνιμων συμμαχιών, πολύ δύσκολα μπορούν να το αντιμετωπίσουν.

Ο Τραμπ, όμως, περιθωριοποίησε την Ευρώπη και θεώρησε τους συμμάχους δεδομένους. Ενθαρρυμένος από την απραξία του, ο Ερντογάν εκτίμησε ότι η παλιά τάξη καταρρέει και ότι μπορεί να παίξει αυτοκρατορικό ρόλο στην καινούργια. Η Ελλάδα έπραξε σοφά επιλέγοντας να παίξει το περίπλοκο και ψυχοφθόρο παιχνίδι των… καθυστερήσεων με την Τουρκία μέχρι τις εκλογές των ΗΠΑ, εκτιμώντας ότι με μια προεδρία Μπάιντεν θα έχει περισσότερα να κερδίσει.

Σήμερα, όμως, η Ευρώπη γνωρίζει ότι ακόμα και η επιθυμητή, περισσότερο προβλέψιμη, προεδρία Μπάιντεν ίσως να αποτελέσει μόνο ένα διάλειμμα που θα μπορούσε να αντιστραφεί ξανά το 2024. Απαιτούνται πλέον δυο συνεχόμενες αλλαγές προέδρων ώστε να καθησυχαστεί ο υπόλοιπος κόσμος για την Αμερική.

Η ιδέα του Μακρόν περί ευρωπαϊκής «στρατηγικής αυτονομίας», μιας Ευρώπης λιγότερο εξαρτώμενης από την Ουάσινγκτον και με την δική της ισχυρή φωνή στον κόσμο, συνεχίζει να κερδίζει έδαφος. Η ΕΕ διδάχθηκε από την εμπειρία Τραμπ ότι δεν μπορεί να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, ακριβώς επειδή μια επόμενη διοίκηση μπορεί να την εξαλείψει. Προς το παρόν, η Ευρώπη ετοιμάζεται να καλωσορίσει την προεδρία Μπάιντεν, χωρίς όμως να κρύβει το κεφάλι της στην άμμο.