Η Μεγάλη Προσφορά του Φιλελεύθερου: Αμαλία Μεγαπάνου - «Το παιδί της μάνας μου»

Αμαλία Μεγαπάνου - «Το παιδί της μάνας μου»

«…Κάποια στιγμή, επιτέλους έφτασα στο σταθμό των ΣΠΑΠ, που έγραφε με μεγάλα γράμματα ΠΑΤΡΑΙ, και με παρέλαβαν για να με πάνε στο σπίτι τους που θα το γνώριζα για πρώτη φορά.

Το σπίτι αυτό ήταν γωνιακό, καινούριο και πρωτοποριακό, γιατί ήταν από τα λίγα σπίτια με ρολά. Η εξώπορτα ήταν σιδερένια, ντυμένη με γαλακτερή τζαμαρία. Από  πίσω φάνταζε η είσοδος κατάλευκη, με μάρμαρα καταγής, καθώς και στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο πρώτο πάτωμα. Στα μισά της σκάλας, εκεί που έπαιρνε τη στροφή, ακουμπούσε μια άλλη γαλακτερή τζαμαρία. Από πίσω  ήταν το λιακωτό απ’ όπου, άμα άνοιγε κανένας ένα από  τα μικρά τετράγωνα τζάμια, κατόπτευε την είσοδο από  κάτω μέχρι πάνω. Σε αυτό το τετράγωνο είχαν στριμωχτεί  τα τρία κεφάλια των γυναικών του σπιτιού για να θαυμάσουν, με το που θα δρασκελίζαμε το κατώφλι, το παιδί της  μάνας μου.

Όλες είχαν πλάσει με το μυαλό τους μιαν εικόνα, η μια έτσι, η άλλη αλλιώτικα, όλες όμως περίμεναν πως θα εμφανιστεί κάτι σαν τη Σίρλεϊ Τεμπλ -που ήταν τότε το παιδί-κούκλα - σε πιο ελληνική έκδοση, έστω.

»Αντί γι’ αυτό, όπως μου ορκίστηκαν όλες -γιατί η καθεμιά  χωριστά μου το έχει διηγηθεί τουλάχιστον έξι φορές- αντί για τη “Μικρή πριγκίπισσα”, λοιπόν, είδαν μπροστά τους ένα ζαρωμένο πράγμα κάτασπρο, ούτε καν χλωμό, μ’ ένα πανωφόρι σοκολατί που του έφτανε σχεδόν μέχρι τον αστράγαλο. Η γιαγιά ήταν της θεωρίας ότι έπρεπε να ράβονται τα ρούχα  μακριά για να μη ρίχνουμε τα ρέλια κάθε χρόνο. Και πάνω πάνω στην κεφαλή φορούσε το ευλογημένο ένα μπλε μπερέ, έτσι τοποθετημένο που έμοιαζε σαν παραπαίδι μάγειρα.

Τρόμαξαν.

“Κακομοίρα μάνα”, ψιθύρισαν, και στεναχωρέθηκαν για  λογαριασμό της που δεν είχε το παιδί που νόμιζε».

Απόσπασμα από «Το παιδί της μάνας της» που βαφτίζει κι ολόκληρη τη συλλογή. Μια συλλογή διηγημάτων που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς και σπονδυλωτό μυθιστόρημα ενηλικίωσης, ένα βιβλίο που αποδεικνύει τον αξιακό κώδικα, την παρατηρητικότητα και την οξυδέρκεια μα πάνω απ’ όλα το χιούμορ και την παιγνιώδη οπτική της Αμαλίας Μεγαπάνου στην ζωή και στη γραφή.

Εκδόθηκε το 1982 για πρώτη φορά. Είναι το πρώτο βιβλίο της στη σειρά με τα λογοτεχνικά και ενδεχομένως το μοναδικό της άμεσα αυτοβιογραφικό: Ένα κορίτσι πέντε κι εφτά χρονών, ανακαλύπτει τον κόσμο σε κομβικό σημείο της ιστορίας: λίγο πριν από τον πόλεμο και κατά την Κατοχή. Και περιγράφει λακωνικά και με χιούμορ όσα συνέβαιναν στο σπίτι των Κανελλόπουλων «εκείνο των Αθηνών», αλλά και στην Πάτρα της ακμής και του πολέμου. Η Ιστορία και η ανθρωπογεωγραφία της εποχής μέσα από τα μάτια ενός παιδιού: με χιούμορ, ευφυείς και αθώες διαπιστώσεις, φωτογραφίζονται ο Τρελός (Χίτλερ), οι γερμανίδες νταντάδες – κατάσκοποι, οι φυλακίσεις, η πείνα, η υψηλή ραπτική, η αυστηρή μητρική αγωγή. Σε δεκαεφτά ιστορίες «κι όλες έχουν να κάνουν με την οικογένειά μου και μ’ εμένα, που ήμουν παιδί πριν από τον πόλεμο και στα πρώτα χρόνια της Κατοχής», όπως η ίδια θα πει. Ενδεχομένως και εκεί να βρίσκεται το κλειδί: για την γενναιότητα, το ήθος, την ηθική και την ελευθερία, και το μέτρο της στη ζωή.

Στις ιστορίες του, η παιδική αφέλεια και η σκληρή πραγματικότητα που ωριμάζει ακόμα κι ένα παιδί, οι σχέσεις της με τη γιαγιά, την κοκέτα και αυστηρή μητέρα, τα πηγαινέλα της από τη πολιτική κατάσταση του σπιτιού των Αθηνών και τη ζωή της με τη γιαγιά, τον παππού και τον πατέρα στη τρυφηλή ζωή των Πατρών. Η ισχυρή μητρική διδαχή. Χαρακτηριστικό απόσπασμα αυτό που ακολουθεί. Είναι Καλοκαίρι και η μικρή Αμαλία βρίσκεται στο σπίτι της μητέρας της παρακολουθώντας την ελλιπή καθαριότητα της Αγγελικής:

«Πολύ επιδεικτικά το πέρασα με το δείχτη του χεριού μου και με ύφος αυστηρό, αντιγράφοντας μια θεία μου, της έδειξα το σημάδι της σκόνης. 

Ένα βήξιμο έπεσε σαν κεραυνός. Γύρισα. Ήταν η μάνα μου που τύλιγε τα μαλλιά της σε κάτι αλουμινένια μπιγκουντί με τρύπες. Μας είχε δει από τον καθρέφτη της τουαλέτας  της. Τα μάτια της άστραφταν. 

- Αγγελικούλα, μπορείς να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό,  είπε, χωρίς να σταματήσει τη δουλειά της. 

Εκείνη υπάκουσε ξένοιαστα, ενώ εγώ έμεινα με το σκονισμένο δάχτυλο στον αέρα, τεντωμένο σαν από αγκύλωση. Ο συνδυασμός του βήχα και του φλογερού βλέμματος δεν προμήνυε καλά μαντάτα. Το να στείλει μάλιστα η μάνα μου  κάποιον για νερό -εκτός αν ήταν βέβαιο πως διψούσε- σήμαινε ότι σκόπευε ν’ ανταλλάξει κάποιο μυστικό με όποιον περίσσευε στο δωμάτιο. Μικρή η πείρα μου, αλλά φωτισμέ νη σε αυτό το σημείο. 

Έτσι κι έγινε. 

Με το που βγήκε η Αγγελικούλα από την πόρτα, με ρώτησε κάπως ξερά: 

- Είπες τίποτα; 

- Όχι, δεν είπα τίποτα. 

- Δεν εννοώ σ’ εμένα, λέει. Στην Αγγελικούλα, τι είπες; - Δεν της είπα τίποτα. 

- Κάτι της έδειξες. 

- Ξεσκόνιζε άσχημα και της έδειξα τη σκόνη που άφησε  στην περασιά. 

Μήπως νομίσει πως υπερβάλλω, την πλησίασα να δει καλά το σκονισμένο δάχτυλό μου. Η μάνα μου κατακοκκίνισε. Ποτέ δεν έμαθε να τυλίγει καλά τα μαλλιά της στα μπιγκουντί κι εκείνη την ώρα, με την ταραχή, της πετάχτηκαν πια όλα τα λαστιχάκια. Αντικειμενικά, το θέαμα ήταν κωμικό, αλλά ούτε και τώρα δε μου έρχεται να γελάσω. Τότε άρχισα να τρέμω. 

Σηκώθηκε, αδιαφορώντας για τα μπιγκουντί που πετούσαν σαν κερατάκια και με βούτηξε από το μπράτσο. Σέρνοντας, σχεδόν, με πήγε στην κουζίνα. Όλοι μαρμάρωσαν: η Αγγελικούλα με το ποτήρι το νερό στο δισκάκι χωρίς να ξέρει πού να το δώσει, η μαγείρισσα μ’ ένα κουτάλι αιωρούμενο και η Σωσώ με το χτυπητήρι του χαλιού σαν δόρυ. Τελοσπάντων, όλες είχαν καταλάβει ότι η μάνα μου ετοιμαζόταν για κάτι τρομαχτικό. 

Ωστόσο, χωρίς νεύρο και με ήρεμο τρόπο με παράτησε στη μέση της κουζίνας και είπε: 

- Η κόρη μου με πληροφόρησε ότι κάνει και σπουδές οικοκυρικής στην Αθήνα. Για να σας απαλλάξει λοιπόν από τον κόπο, θα ξεσκονίζει εκείνη κάθε ημέρα το δωμάτιό μου. Σήμερα, επειδή η δουλειά αυτή έγινε ήδη από  την Αγγελικούλα, θα μας σφουγγαρίσει τη μαρμάρινη σκάλα. 

Γύρισε σ’ εμένα. 

- Μάζεψε ό,τι χρειάζεται και πάμε να δω τι καλά που ξέρεις να κάνεις τις δουλειές του σπιτιού. 

Κανένας δεν τόλμησε να κουνηθεί. Κατέβηκα μονάχη μου το λιακωτό να γεμίσω τον τσίγκινο κουβά, να ξεκρεμάσω το σφουγγαρόπανο από το σχοινί και να πιάσω τη χοντρή βούρτσα. Ανέβηκα και τις βρήκα κοκαλωμένες όπως τις άφησα. Έβαλα αμμωνία στο νερό από το μπουκάλι που ήταν κάτω από το νεροχύτη και ξαναβούλωσα το μπουκάλι με το φελλό που είχε φουσκώσει και δεν έμπαινε εύκολα. ‘Όσο δεν έμπαινε ο φελλός, τόσο με χτυπούσε η αμμωνία  στα μάτια και στη μύτη. 

Δε με βοήθησε κανένας. Οι μεγάλες γυναίκες δε με κοιτούσαν καν, μόνο η μάνα μου με παρακολουθούσε με προσοχή και η Αγγελικούλα με φρίκη. 

»Σφουγγάρισα όλη τη σκάλα και το πλατύσκαλο. Θυμάμαι ότι δε με κούρασε τόσο το βάρος του κουβά ούτε το σκύψιμο ούτε το μάρμαρο που έκανε τα γόνατά μου να κοκκινίσουν. Εκείνο που με βασάνισε ήταν το μέγεθος του σφουγγαρόπανου. Δεν έφταναν τα χέρια μου να το στύψουν καλά κι όλο μου έτρεχαν τα νερά. Ήμουν οχτώ χρονών κι είχα μικρά  χέρια, αμάθητα. 

Μέρες μετά, πριν φύγω για την Αθήνα, έτριβα με κερί το  κομοδίνο της μάνας μου. Εκείνη ήταν ακόμα στο κρεβάτι και  διάβαζε το «Νεολόγο» και τον «Τηλέγραφο». 

- Πέρασες καλές διακοπές; με ρώτησε πίσω από την εφημερίδα. 

Είχα περάσει θαύμα.» 

Μια Αμαλία Μεγαπάνου αξιολάτρευτη και διαφορετική.

Η Μεγάλη λογοτεχνική προσφορά του Φιλελεύθερου στους αναγνώστες του το Σάββατο στις 3 Οκτωβρίου.

Ας μη την χάσει κανείς!

Μαζί το βιβλίο της Αγγελικής Χαραγιάννης «Ματθίλδη» από τη σειρά του Φιλελεύθερου «Ιστορίες του Νίκου Αρχιμανδρίτη»