Επιτέλους, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε ένα «πρωθυπουργικό» άνοιγμα στην Μεγάλη Πολιτική. Τουλάχιστον θα συζητήσουμε, όσοι έχουν -ακόμη- τέτοια διάθεση, για θέματα σοβαρά που μπορούν να πάνε την χώρα μακριά. Δεν πιστεύω πως θα καταλήξουμε κάπου, τουλάχιστον όχι προτού ολοκληρωθεί ο τρέχων εκλογικός κύκλος. Τουλάχιστον όμως θα τα έχουμε συζητήσει όλοι μπροστά σε όλους και, με κάποιον τρόπο, θα έχουμε όλοι «εκτεθεί».
Αυτό το τελευταίο, η δέσμευση σε μεγάλα ζητήματα, μετρά περισσότερο από όσο θα μετρήσουν, σε αυτή τη φάση, το περιεχόμενο και, ακόμη λιγότερο, οι λεπτομέρειες των ρυθμίσεων, που θα κληθεί να εγκρίνει η πλειοψηφία της Βουλής.
Μεταξύ μας, δύσκολα φαντάζεται κανείς τους βουλευτές της κυβερνώσας πλευράς να εγκρίνουν κάποια ριζοσπαστική αλλαγή της μονιμότητας ή, γενικότερα, της προνομιούχου θέσης των δημοσίων υπαλλήλων και λίγο μετά να πάνε να ζητήσουν την σταυροδότησή τους από τους ψηφοφόρους τους.
Προσωπικά όμως είμαι ενθουσιασμένος από την υπόμνηση Μητσοτάκη για την ανάγκη βαθύτερης δέσμευσης ως προς την τήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας. Η διατύπωση που επέλεξε ο πρωθυπουργός υπόσχεται περισσότερα από όσα είχα ευχηθεί προ ολίγων ημερών, σημειώνοντας από αυτό το σπουδαίο μετερίζι τα εξής:
«Είναι, πιστεύω, ώρα να συζητηθεί και, κατά τη γνώμη μου, να ψηφιστεί διάταξη αυξημένης, συνταγματικά, ισχύος, που θα απαγορεύσει την εκτέλεση ελλειματικών Προϋπολογισμών. Τουλάχιστον μέχρι το 2032, όταν θα έχουμε δει πως διαμορφώνονται οι συνθήκες της τωρινής υπερχρέωσης».
Ο πρωθυπουργός το πήγε παραπέρα λέγοντας ότι χρειάζεται μια «γενναία, τολμηρή Συνταγματική Αναθεώρηση, που θα απαντά στις ανάγκες των εξελίξεων», για να εξηγήσει:
«Θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού. Αυτά που κρύβουν τις ολέθριες συνέπειες που προκαλούν. Κάτι που, δυστυχώς, έχουμε πληρώσει ακριβά.»
Δεν μπορώ να φανταστώ ποιος, εντός και εκτός Βουλής, θα διαφωνήσει, ανοικτά εννοείται, γιατί εμμέσως φαντάζομαι ότι πολλοί θα προσπαθήσουν να «θάψουν» ακόμη και την πιο απλή συζήτηση περί αυτής της αναφοράς του Κυρ. Μητσοτάκη.
Κι όμως, μετά την σκληρή εμπειρία της υποχρεωτικής δημοσιονομικής προσαρμογής, θα έπρεπε να είναι εύκολο, αυτονόητο θα έλεγα, τουλάχιστον για όσους βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα ακανθώδη ζητήματα που προέκυψαν.
Επιπλέον, με σειρά νόμων έχουν ήδη προβλεφθεί τα σημαντικά. Ενώ η σταθερότητα με την οποία χειρίστηκε η κυβέρνηση Μητσοτάκη την απόκτηση πλεονάσματος στο τέλος κάθε ενός ετήσιου κύκλου διαχείρισης των οικονομικών του κράτους έχει αποδείξει ότι η «μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία» που ζητεί ο Μητσοτάκης, τουλάχιστον δεν είναι ανέφικτη.
Θα πει κανείς: αφού ήδη υπάρχουν οι ευρωπαϊκές προβλέψεις, ο έλεγχος των Βρυξελλών και οι συμφωνίες για τη σταδιακή εκτόνωση της βόμβας του τεράστιου κρατικού χρέους, γιατί να χρειαζόμαστε μια «ασφυκτική» συνταγματική ρύθμιση;
Για δύο λόγους. Ο ένας, που εύχομαι να μην πραγματοποιηθεί, είναι μια εσωτερική πολιτική αναταραχή, λόγω έλλειψης σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας μετά από αυτές ή κάποιες επόμενες εκλογές.
Ο άλλος είναι πρακτικός και εξαιρετικά άμεσης απόδοσης. Οι αγορές, οι οποίες μας καλοβλέπουν πλέον, μόνον με την έγκριση παρόμοιας ισχυρής συνταγματικής δέσμευσης θα μας ΧΑΡΙΣΟΥΝ μερικά δισεκατομμύρια ευρώ. Με πολλούς τρόπους. Ιδίως όμως με έναν βασικό, που είναι η ταχύτερη, σε σύγκριση προς οιαδήποτε άλλο σενάριο, ανάκτηση της χαμένης υψηλής επενδυτικής βαθμίδας. Και αυτό θα μπορέσει να γίνει πριν φτάσει το 2032, έτος κατά το οποίο, παρά τις εξαιρετικές προσπάθειες αναδιοργάνωσης του χρέους από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), θα αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη και, ενδεχομένως, ολισθηρή στροφή στα δημοσιονομικά μας πράγματα.
Σε τελευταία ανάλυση, δεν έχω ακούσει κάποιο κόμμα να ισχυρίζεται ότι θα επιτρέψει και θα επιστρέψει στα ελλείμματα.
