Οι διεθνείς «διάδρομοι» στην τσέπη μας

Ακούω ήδη τις κριτικές: οι εντυπωσιακές συμφωνίες για τον «κάθετο διάδρομο», τις έρευνες σε Κρητικό και Ιόνιο Πέλαγος, οι νέες επενδύσεις σε Ρεβυθούσα και Αλεξανδρούπολη και όλες οι άλλες συμφωνίες που, ξαφνικά, πολλαπλασιάζονται τους τελευταίους μήνες δεν βοηθούν σε τίποτε την «άδεια» τσέπη των συμπατριωτών. Τα ίδια είπαν ήδη, οι ίδιοι άνθρωποι, για τα data centers, για τα λιμάνια, για τις επενδύσεις στα κοιτάσματα, για τις εγκαταστάσεις παραγωγής νέων ενεργειών, ακόμη και για την, πολύτιμη πλέον, τουριστική υπεραξία.

Εύλογη -αν και αναμενόμενη- «κριτική». Θα μπορούσε κανείς να απαντήσει: Χάνουμε κάτι από όλες αυτές τις νέες συμφωνίες; Θα κερδίζαμε περισσότερα αν δεν τις είχαμε; Τι θα έλεγαν όλοι αυτοί αν τις έπαιρναν κάποιοι άλλοι, όπως οι γείτονες; Επειδή όμως δεν πρόκειται να πάρω απαντήσεις σε παρόμοιες «χαζές» ερωτήσεις, ας δούμε ποιο είναι το κέρδος.

Το κέρδος από όλες αυτές τις συμφωνίες είναι δύσκολο να το εξηγήσει κανείς όχι γιατί δεν μπορεί να το προσδιορίσει λογιστικά. Αλλά γιατί δεν είναι το ταμειακό το σπουδαιότερο, ούτε καν το πραγματικό κέρδος.

Το πραγματικό κέρδος των συμφωνιών για τους νέους δρόμους της ενέργειας, στους οποίους συμμετέχει η χώρα, είναι άυλο. Αποτιμάται σε εμπιστοσύνη και γεωστρατηγική επιρροή.

Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος για να είστε σίγουροι πως κέρδος υπάρχει και είναι σημαντικό: προσέξτε ποιοι εναντιώνονται στα σχέδια αυτά και πόσο ταυτισμένοι είναι όλοι αυτοί με μια Ελλάδα της μιζέριας και της αποξένωσης από τα μεγάλα και σημαντικά συμβαίνουν στον Κόσμο. Ειδικά αυτή την περίοδο και ειδικά στον Κόσμο γύρω μας.

Το πόσο σημαντική είναι η εμπιστοσύνη και το πόσο πανάκριβη είναι η κατοχή της, το μαθαίνεις όταν την χάνεις. Δυστυχώς. Κάτι θα έπρεπε να έχουμε μάθει. Την εμπιστοσύνη των αγορών χρήματος χάσαμε και το 2010 και το 2015 και σίγουρα κανείς δεν είναι έτοιμος να ξεχάσει πόσο ακριβά το πληρώσαμε.

Το πόσο σημαντική είναι η εμπιστοσύνη το διαπιστώνουμε όταν προσπαθούμε να την ανακτήσουμε. Φαίνεται στις αιματηρές προσπάθειες της Ελλάδας να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στις ομολογίες νέου κρατικού χρέους που εκδίδει κάθε τόσο το υπουργείο Οικονομικών. Μόλις μια βαθμίδα έχουμε κερδίσει στην περίφημη βαθμολογία αξιοπιστίας που κοιτούν με ευλάβεια οι διεθνείς επενδυτές και θα χρειαστούν ακόμη αρκετά χρόνια δημοσιονομικής ορθοδοξίας για να ανέβουμε τα σκαλοπάτια που κουτρουβαλήσαμε όταν γκρεμοτσακιστήκαμε.

Οι ενεργειακές συμφωνίες και όσες πολύ σημαντικές επιχειρηματικές συμφωνίες θα υπογραφούν στην επόμενη περίοδο εντός αυτού του νέου πλαισίου διακρατικών και υπερεθνικών ευκαιριών, θα βοηθήσουν εξίσου με την τηρούμενη δημοσιονομική πειθαρχία.

Και πάλι «δεν βάζουμε κάτι στην τσέπη μας» θα πείτε. Τα όποια κέρδη «τα νέμονται οι μεγάλες εταιρείες που τρέχουν τα συμβόλαια» και όλα αυτά «δεν πληρώνουν τον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ». Γιατί, είναι αλήθεια, τα κέρδη από παρόμοιους μεγάλους σχεδιασμούς έρχονται με χρονοκαθυστέρηση και καταλήγουν στο πορτοφόλι του πολίτη μέσα από δρόμους που σπανίως μπορούν να ταυτιστούν με τα συμβόλαια και τους «κάθετους άξονες» ή τις δοκιμές για το αέριο του Αιγαίου.

Δεν θα διαφωνήσω.

Όλα όμως καταλήγουν σε αυτό το εξίσου άυλο και όμως γενικευμένης χρήσης, ακόμη και μικροπολιτικής, μέγεθος που είναι το Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) και δεν έχουμε το δικαίωμα να αφήνουμε καμία ευκαιρία να περνά δίπλα μας χωρίς να την εκμεταλλευόμαστε. Δυστυχώς, στον δημόσιο διάλογο και στις πολιτικές συζητήσεις, αποφεύγουμε να μιλάμε για τις ευκαιρίες που χάθηκαν. Σε τελευταία ανάλυση, αφού χάθηκαν δεν μπορούμε και να τις μετρήσουμε.

Ας συμφωνήσουμε σε κάτι πρακτικό: οι χώρες που μετρούν στον παγκόσμιο χάρτη είναι όσες είναι απαραίτητες στην παραγωγή, στη διανομή και στην ασφάλεια του εμπορίου. Όσο πιο απαραίτητη μπορεί να γίνει η Ελλάδα στο μεγάλο παίγνιο του ανταγωνισμού υψηλών επιδόσεων, τόσο πολυτιμότερος ο ρόλος της και τόσο περισσότερη εμπιστοσύνη δείχνουν όσοι έχουν τα μέσα και το χρήμα. Αυτός είναι ο σίγουρος δρόμος για να γεμίσουμε τις «άδειες» τσέπες μας.