Μέτρα (πραγματικά) επιτέλους

Να μου επιτρέψουν οι πάντοτε αγαπητοί βενζινοπώλες να παρατηρήσω ότι ο χαρακτηρισμός «προκλητική και ανήθικη» της κυβερνητικής απόφασης για τον έλεγχο του ανώτατου ποσού κέρδους ανά λίτρο, είναι άδικη.

Επιτέλους η κυβέρνηση πήρε πραγματικά μέτρα και σε χρόνο ρεκόρ, για τα δεδομένα στα οποία μας έχει συνηθίσει.

Δεν είναι δουλειά μου να γνωρίζω πόσα λεπτά κέρδος έχουν σε κάθε λίτρο καυσίμου που μας προμηθεύουν, αλλά τα 12 λεπτά τα βρίσκω αρκετά. Ένα αυτοκίνητο ενδιάμεσης κατανάλωσης, που κάνει 15.000 χλμ ανά έτος χρειάζεται πάνω από 1.000 λίτρα το έτος. Άρα, με το ελεγχόμενο ποσό κέρδους των 12 λεπτών/λίτρο, κάθε ΙΧ αυτοκίνητο αφήνει στο χέρι του βενζινάδικου κοντά στα 200 ευρώ ετησίως, αν βάλουμε και τα παραφερνάλια.

Κάπως πρέπει να τα καταφέρνει. Με δεδομένο, για παράδειγμα, ότι η κατά άτομο κατανάλωση βενζίνης στην Ελλάδα ξεπερνά τα 300 λίτρα ετησίως, μια από τις πιο υψηλές σε ολόκληρο τον κόσμο, με το μερίδιο της ακριβής βενζίνης (των 98/100 οκτανίων) να αυξάνεται κάθε χρόνο με εντυπωσιακό ρυθμό, η ελληνική αγορά είναι μάλλον εξαιρετικά ευνοϊκή για τους επαγγελματίες που την εξυπηρετούν.

Εξάλλου, αν δεν συνέφερε η δουλειά της διανομής καυσίμων, δεν θα είχαν ξεσηκωθεί οι επαγγελματίες όταν πρότειναν οι άνθρωποι του ΟΟΣΑ (βλέπε «Εργαλειοθήκη») να επιτραπεί στις μεγάλες επιφάνειες να εκμεταλλεύονται και πρατήρια βενζίνης. Ούτε θα είχαν ανοίξει τόσα νέα πρατήρια, τα προηγούμενα δέκα χρόνια, ακόμη και μέσα στη μεγάλη κρίση. Τα ίδια και «χειρότερα» ισχύουν και για τις εταιρείες διανομής.

Το μέτρο της κυβέρνησης είναι θαρραλέο. Κακά τα ψέμματα. Βγαίνει από τη λογική της ελεύθερης -ό,τι κι αν συμβαίνει- αγοράς και επιδιώκει να συγκρατήσει την σπέκουλα, δηλαδή την κερδοσκοπία, που προκαλεί η παρούσα πολεμική κρίση, όπως έδειξε η τηλεοπτική καταιγίδα από την πρώτη κιόλας ημέρας.

Οι συμπαθείς πρατηριούχοι ζητούν από το κράτος «να δείξει έμπρακτα τη στήριξή του στους πολίτες μέσω της μείωσης των φόρων και του ΦΠΑ». Να σημειώσουμε πως τα όσα κάνει το κράτος κρίνονται στις εκλογές και, ενδιαμέσως, στη Βουλή κατά την ψήφιση του Προϋπολογισμού. Όσο για την επιβολή ελέγχου στο περιθώριο κέρδους θα κριθεί κι αυτή από τους πολίτες, η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των οποίων θεωρεί πως παρόμοιος έλεγχος επί του επιχειρηματικού κέρδους πρέπει να εφαρμόζεται παντού και συνεχώς.

Άποψη με την οποία προφανώς και δεν συμφωνώ.

Σε μια αγορά όμως σαν τη δική μας, άναρχη, κατακομματιασμένη σε μικρές μονάδες και απελπιστικά σπεκουλαδόρικη, όταν μάλιστα τα καύσιμα δίνουν το σύνθημα ανατίμησης των πάντων, σε σημείο που ακόμη και ο μπακάλης απομακρυσμένης κωμόπολης θεωρεί ευκαιρία να αυξήσει τις τιμές σε όλα του τα προϊόντα, ο έλεγχος επί ενός τόσο ευαίσθητου προϊόντος στη διαμόρφωση του πληθωριστικού κλίματος καθίσταται απαραίτητος.

Μένει, βεβαίως, ο έλεγχος στην πηγή. Στις πετρελαιοπηγές είναι αδύνατος. Μπορεί όμως να γίνει έλεγχος στα δύο διυλιστήρια της χώρας, από όπου ξεκινούν τα επεξεργασμένα καύσιμα. Αυτό έχει έννοια και η κυβέρνηση δεν είπε κάτι σαφές επ’αυτού. Θυμόμαστε βεβαίως πως και στην προηγούμενη κρίση, με τον πόλεμο Πούτιν, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε τελικά να φορολογήσει εκτάκτως τα υπερκέρδη που καταγράφηκαν, προκειμένου να πληρώσει τις παροχές προς τις οικογένειες προκειμένου να μετριάσει κάπως την τεράστια άνοδο του ενεργειακού κόστους.

Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις -και ιδίως οι μεγάλοι μέτοχοί τους- δεν έχουν ξεχάσει εκείνη την ξαφνική, κατά την άποψή τους, υπερφορολόγηση όπως άλλωστε δείχνει και η στάση σημαντικής μερίδας των Μέσων Ενημέρωσης.

Περιέργως, οι βενζινοπώλες δεν έχουν κάτι να πουν για την απουσία μέτρων ελέγχου των κερδών σε αυτή την πλευρά του κυκλώματος. Μάλλον για λόγους συμπαράστασης και αλληλοκατανόησης.

Προφανώς η κυβέρνηση ελπίζει ότι οι δύο μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής των καυσίμων θα κάνουν ό,τι χρειαστεί ώστε να προμηθεύουν την ελληνική αγορά στην καλύτερη διεθνή τιμή. Τουλάχιστον στις ίδιες τιμές με εκείνες που πωλούν στους (πολλούς) διεθνείς πελάτες τους. Και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν θα συμμετάσχουν σε κερδοσκοπικά παίγνια, όπως έχουν τη δυνατότητα.

Ως γνωστόν, η ελπίδα «πεθαίνει» τελευταία.