Ας μείνουμε στις δημοσκοπικές «προθέσεις»

Προ ολίγων ημερών, ο κ. Τσίπρας, (αυτό)διορισμένος επικεφαλής του προσωποπαγούς κόμματός τους είπε: «Αυτό που έγινε στις 26 Μάη είναι πρωτοφανές στην Μεταπολίτευση, η ΕΛ.Α.Σ. μέσα σε 24 ώρες από την ίδρυση της έγινε αξιωματική αντιπολίτευση. Σε λίγους μήνες θα καταφέρουμε να γίνουμε και κυβέρνηση με την ψήφο του Ελληνικού λαού, όποτε και αν στηθούν οι κάλπες».

Υπενθυμίζω ότι ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ο κ. Τσίπρας ήταν ήδη αξιωματική αντιπολίτευση, για δεύτερη φορά, θέση την οποία εγκατέλειψε, κυρίως για να αποφύγει να συζητηθούν οι ευθύνες του για τη διπλή ήττα μετά τη διπλή «νίκη».

Τώρα λέει ότι η «εκτίμηση» ψήφου, που κάνουν οι δημοσκόποι, θα τον δείξει, μάλλον σύντομα, νικητή στην επόμενη κάλπη. Γνωρίζει κάτι; Προφανώς όχι. Ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης ήξερε κάτι όταν έλεγε ότι θα κερδίσει «με μια ψήφο διαφορά» τον Μητσοτάκη.

Πριν όχι πολύν καιρό διατύπωσα την πρόταση προς τους (11 αν δεν κάνω λάθος) δημοσκόπους μας προκειμένου να κρατούν για την πάρτη τους (και προφανώς για τους πελάτες τους) την καταγραφή της «εκτίμησης ψήφου» με την οποία στολίζουν τις έρευνές τους.

Ας αρκεστούμε, για ένα διάστημα πριν τις προκαθορισμένες εκλογές, ένα τρίμηνο για παράδειγμα ή αμέσως με την ενδεχόμενη πρόωρη προκήρυξή τους στην «πρόθεση ψήφου».

Η «πρόθεση» έχει το προσόν ότι αντιπροσωπεύει τα ανεπεξέργαστα ευρήματα κάθε έρευνας, αφού περιλαμβάνει τις απαντήσεις μόνον όσων έχουν ήδη πάρει τις αποφάσεις τους. Όλοι οι υπόλοιποι συγκεντρώνονται σε αυτό που πράγματι δηλώνουν: «αναποφάσιστοι».

Υπ’ αυτή την έννοια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ ξεκινούν τη μάχη των εκλογών από υψηλή θέση, ας πούμε γύρω στο 24%, όπου βρίσκονται πολύν καιρό τώρα, τουλάχιστον από το 2024. Άρα, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα πέσουν χαμηλότερα χωρίς κάτι εξαιρετικά έκτακτο.

Αντιθέτως, το ΠΑΣΟΚ έχει εμφανώς χάσει πόντους. Το Νοέμβριο 2024 είχε φθάσει, σε μια έρευνα, να κερδίζει τις προθέσεις υπερψήφισής του από το 17,4% ενώ τώρα, σε μέτρηση της ίδιας εταιρείας έχει πέσει στο 12,2%, μια μείωση 5 ολόκληρων εκατοστιαίων μονάδων ή σχεδόν το 1/3 της αρχικής επιρροής του. Και αυτά, για να είμαστε δίκαιοι, προτού εμφανιστεί ο πολύς κύριος Τσίπρας.

Δεύτερο «θύμα» των προθέσεων των πολιτών είναι η κυρία Κωνσταντοπούλου. Είχε φθάσει, πέρυσι τον Μάιο, στο υψηλό 13,4% και έναν χρόνο αργότερα είναι στο 6,7%, έχασε δηλαδή τη μισή από την (δημοσκοπική) δυναμική της. Και όλα αυτά, για να είμαστε δίκαιοι, προτού εμφανιστεί με «τουπέ» η κυρία Καρυστιανού.

Πάμε τώρα στους αναποφάσιστους και τον «χειρισμό» των προβληματισμών τους από τους δημοσκόπους.

Ο φίλτατος Ζαχαρίας Ζούπης, Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL, στην παρακείμενη στο liberal.gr στήλη του «To the Point», σημείωσε προς όσους πιστεύουν ότι η «εκτίμηση» μαγειρεύεται προς τέρψιν του εκάστοτε πελάτη:

«Πρώτο, δεν γνωρίζουν ότι η εκτίμηση ψήφου δεν είναι ελληνική εφεύρεση δημοσκόπων, δίνεται παγκόσμια. Δεύτερο, με μια διερεύνηση για το τι συμβαίνει στην Ευρώπη, θα δούμε ότι το 90%-95% των πολιτικών ερευνών δίνουν απλή πρόθεση ψήφου ή επί των εγκύρων, αλλά δίνουν και εκτίμηση ψήφου.»

Όπως εξήγησε σε ιδιωτική συζήτηση που είχαμε, η κατανομή των αναποφασίστων δεν γίνεται με «απλή αναλογική κατανομή» επί των απαντήσεων της «πρόθεσης», αλλά με σύνθετα κριτήρια και τη βοήθεια των αλγόριθμων της Τεχνητής Νοημοσύνης που «διαβάζουν» τις απαντήσεις κάθε δημοσκοπούμενου επί όλων των θεμάτων της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής επικαιρότητας.

Με άλλα λόγια, μπορεί η «εκτίμηση» να έχει μεγαλύτερο ρίσκο πρόβλεψης, αλλά, ειδικά όσο θα φουντώνει η προεκλογική κατάσταση, θα αποκτά μεγαλύτερη ακρίβεια.

Με όλα τούτα κατά νου και προκειμένου να περιοριστεί η αποβλακωτική σπέκουλα και να εκτονωθούν οι παρεμβολές των συνωμοσιολόγων, θα ήταν σκόπιμο να συζητήσουν οι δημοσκόποι για μια κοινή στάση ξεκινώντας με μια περίοδο «απαγόρευσης» της δημοσίευσης των εκτιμήσεών τους για την απόφαση της κάλπης.

Ο κ. Τσίπρας και οι όμοιοί του θα συνεχίσουν να σπεκουλάρουν εξίσου ανερυθρίαστα, αλλά τουλάχιστον θα χρειαστεί να απαντούν σε πιο ρεαλιστικά ερωτήματα από τη θέση, τη μόνη μέχρι στιγμής σίγουρη, της επίδοξης αντιπολίτευσης.