Η κατανάλωση προσαρμόζεται: με τη βία!

Οι καταναλωτές προσαρμόζονται. Δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Ο πληθωρισμός, όσο κι αν κινείται εδώ και αρκετούς μήνες σε «φυσιολογικά», για την Ελλάδα, επίπεδα, αναπόδραστα συντηρεί και ανατροφοδοτεί την ακρίβεια. Τον κακό αυτόν κύκλο τον έχουμε δει κι άλλες φορές στην Ελλάδα. Είναι όμως η πρώτη φορά που μεγάλη μερίδα καταναλωτών δεν έχει οδούς διαφυγής, όπως πάντα ήταν η κρυφή απασχόληση, η φοροδιαφυγή, τα «εναλλακτικά» προϊόντα και, βεβαίως, τα δανεικά.

Η αναδιοργάνωση της αγοράς είναι σχεδόν πλήρης. Τα σούπερ μάρκετ κυριαρχούν στα καθημερινά προϊόντα του νοικοκυριού. Οι αγορές εξ αποστάσεως έχουν κερδίσει μεγάλο έδαφος. Οι δημοφιλείς εμπορικές μάρκες καλύπτουν το μερίδιο του λέοντος. Μεταφορές, συνεργεία, αλυσίδες εστιατορίων, καφενεία είναι πλέον καθετοποιημένες επιχειρήσεις και όλοι αυτοί δεν κερδίζουν επειδή δεν θα χτυπήσουν στην εφορία μια συναλλαγή. Οι κάρτες πληρωμών καθιέρωσαν το ηλεκτρονικό χρήμα και η εφορία είναι παντού.

Δείγμα αυτής της ταχέως ολοκληρούμενης στροφής είναι, για παράδειγμα, η επιλογή προϊόντων «ιδιωτικής ετικέτας» όπως αποκαλούνται όσα προϊόντα ετοιμάζονται για λογαριασμό του τελικού πωλητή, Δύο στους τρεις καταναλωτές κρίνουν ότι τα προϊόντα αυτά «έχουν καλύτερη τιμή», 6 στους 10 διαλέγει τη μάρκα την ώρα που ψωνίζει και όλοι, μα όλοι, έχουν μειώσει, για μιαν ακόμη χρονιά, την κατανάλωση τροφίμων (Εργαστήριο Μάρκετινγκ Οικονομικού Πανεπιστημίου). Ακόμη όμως, το μερίδιο αυτών των κατά τεκμήριο οικονομικότερων προϊόντων παραμένει μικρότερο από τα αντίστοιχα που βρίσκουμε στις μεγαλύτερες και πιο ώριμες αγορές. Στην Ελλάδα, η αναλογική συμμετοχή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στο σύνολο των προϊόντων σούπερ μάρκετ παραμένει η μισή εκείνης της Ισπανίας, Γερμανίας και πολύ χαμηλότερα από τη Γαλλία και την Ιταλία. Πάντως, η διαφορά αυτή μειώνεται γοργά.

Με δύο λόγια, όσο κι αν ακούγεται σχεδόν ειρωνικό, ο Έλληνας καταναλωτής μοιάζει πολύ περισσότερο στον Ευρωπαίο καταναλωτή. Έχει κάνει τον υπολογισμό του προτού ξεκινήσει τα ψώνια του. Έχει κατανείμει τις δαπάνες του πιο κοντά στις πραγματικές του ανάγκες. Έχει περιορίσει τα αχρείαστα. Έχει καταργήσει τις πολλές εξόδους. Έχει μειώσει τις παραγγελίες έτοιμου φαγητού. Έχει εξαφανίσει τις χλιδάτες κι εντυπωσιακές αγορές.

Δεν είναι ευχάριστο. Η προσαρμογή είναι βίαιη, τουλάχιστον για το τμήμα εκείνο του καταναλωτικού κοινού που πίστευε πως δεν θα χρειαστεί να το κάνει ξανά μετά την περίοδο λιτότητας που συνόδευσε την σχεδόν πτώχευση του κράτους. Είναι όμως μια αλλαγή συμπεριφοράς που θα φέρει αποτελέσματα. Ο προγραμματισμός ετησίων δαπανών, όπως είναι τα εκπαιδευτικά και άλλα των παιδιών και οι διακοπές της οικογένειας ή ένα ταξίδι αναψυχής είναι πράξεις διαχειριστικής ευθυκρισίας και οι νεότεροι άνθρωποι το κάνουν με μεγαλύτερη συνέπεια και χωρίς «ιδεολογική» καταπίεση.

Η αλλαγή προτεραιοτήτων και ιεράρχησης των αναγκών γίνεται χωρίς καμία πρόσθετη «βοήθεια» από το τραπεζικό σύστημα -και αυτό είναι που κάνει ακόμη πιο «αβίωτη» την ακρίβεια, ειδικά για όσους γνώρισαν τις ωραίες μέρες που πέρναγες έξω από τράπεζα και σε γέμιζαν χρήμα. Δηλαδή τα νοικοκυριά δεν υπολογίζουν πρόσθετα χρήματα σε όσα κερδίζουν από την εργασία τους ή την επιχείρησή τους, με αποτέλεσμα να μετρούν πολύ ακριβέστερα το κόστος ζωής. Ακριβέστερα, δηλαδή καλύτερα, αλλά αυτό σημαίνει ταυτόχρονα και πολύ στενόχωρα, συγκριτικά με τον υπολογισμό που (δεν) έκαναν όταν «φέσωναν» την πιστωτική ή ξόδευαν το αφύσικα εύκολο και ανανεούμενο «καταναλωτικό».

Έχουμε ακόμη δρόμο για να φτάσουμε τον ορθολογισμό των καταναλωτών πιο ώριμων κρατών/αγορών, αλλά κινούμαστε ταχύτατα. Όσοι πίστευσαν ότι μετά το τέλος των μνημονίων, όλα θα γινόντουσαν όπως πριν, έχουν εδώ και καιρό καταλάβει πως κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να συμβεί. Γιατί, αν συνέβαινε θα ήταν σίγουρο ότι οδεύουμε προς την επανάληψη εκείνης της καταστροφής.