Οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), για τη μεσοπρόθεσμη πορεία της οικονομίας, παραμένουν αισιόδοξες. Αυτό είναι καλό νέο, αφού η κεντρική τράπεζα έχει μακρά παράδοση στα πλέον συγκρατημένα σενάρια εξέλιξης των βασικών οικονομικών μεγεθών.
Στη χθεσινή Ενδιάμεση Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής για το 2025 η πρόβλεψη των αναμενομένων μεταβολών του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) για τα τέσσερα έτη μέχρι το 2028 αναφέρει ρυθμό ανόδου κατά 2,1% επί τρία έτη 2% το τέταρτο ως άνω έτος. Έναν χρόνο πριν, οι αντίστοιχες εκτιμήσεις της ΤτΕ ήσαν 2,5%, 2,3% και 2% ενώ για το 2028 δεν είχε γίνει, ακόμη, κάποια εκτίμηση.
Η μικρή διόρθωση, προς τα κάτω για τη διετία 2024-2025, οφείλεται προφανώς στην ελαφρά αναθεώρηση που πρόσφατα έκανε η Στατιστική (ΕΛΣΤΑΤ) στα δικά της ιστορικά στοιχεία.
Σημασία έχει όμως η σημαντική προς τα άνω διόρθωση για το 2027 καθώς και η συνέχεια για το 2028.
Έχει μάλιστα ιδιαίτερο νόημα γιατί, πρόσφατα μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεψε περιορισμό του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ σε 1,7% για το 2027, γεγονός που δημιουργεί κίνδυνο καθίζησης, όπως είχα αναφέρει σε σχετικό σημείωμα εδώ. Εκτοτε και ο ΟΟΣΑ έκανε μια παρόμοια «απαισιόδοξη» πρόβλεψη για ρυθμό 1,8% το 2027.
Να θυμίσω, με την ευκαιρία, πως η ίδια η κυβέρνηση έχει διατυπώσει, και πάλι πρόσφατα, στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029 τις ίδιες συντηρητικές προβλέψεις: 1,7% για το 2027 και χαμηλότερα τα δύο επόμενα έτη!
Ποιος έχει δίκιο; Ολοι και κανείς, είναι η ορθή απάντηση, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ακριβής πρόβλεψη, με την έννοια πως η «δικαίωση» εξαρτάται από μεταβλητές που δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν με ακρίβεια, σήμερα.
Οι πέντε κυριότερες μεταβλητές (που επηρεάζουν τελικά και την «τσέπη» μας) είναι: το ύψος της δημόσιας δαπάνης πλην επενδύσεων, το μέγεθος των επενδύσεων, ιδιωτικών και δημόσιων, η αύξηση των μισθών από την οποία κατά κύριο λόγο ορίζεται η ιδιωτική κατανάλωση και, τελικά, η πορεία των νέων πιστώσεων -όχι μόνον τραπεζικών- στη συνολική οικονομία.
Αρχίζοντας από το τελευταίο, να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη για τον τραπεζικό δανεισμό, ούτε από την ΤτΕ. Αν και οι τράπεζες είναι αισιόδοξες, μόνον οι καλές επιχειρήσεις έχουν τα στοιχεία που απαιτεί η δανειακή τους επέκταση, επειδή είναι και οι μόνες που διαθέτουν επενδυτικά σχέδια σε ένα κάποιο χρονικό βάθος.
Η ιδιωτική κατανάλωση, που είναι και η βασική συνιστώσα του ΑΕΠ, είναι και αναμένεται να παραμείνει δυναμική, παρόλη την πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά από την ακρίβεια. Οι αμοιβές των μισθωτών εκτιμάται μάλιστα πως θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν με ετήσιο ρυθμό κοντά στο 4%.
Οι επενδύσεις σε πάγια κεφάλαια είναι το μεγάλο αγκάθι. Ιδίως επειδή μετά το 2026 θα αρχίσει να σβήνει η θετική επιρροή από την απορρόφηση των μη δανειακών ευρωπαϊκών κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης. «Οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται ότι θα καταγράψουν ισχυρό αρνητικό ρυθμό μεταβολής το 2027, λόγω της ολοκλήρωσης καταβολής πόρων από τον RRF» λέει η ΤτΕ, οι οικονομολόγοι της οποίας σημειώνουν πάντως πως η ευνοϊκή επίδραση του προγράμματος θα διαρκέσει μέχρι το 2029 όταν θα έχουν ενεργοποιηθεί νέα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Οι δημόσιες δαπάνες δεν μπορούν να είναι ο αναπτυξιακός μοχλός, που φαντασιώνονται οι αντιπολιτεύσεις, παρά μόνον αν η Ελλάδα βγει από τον κορσέ των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Δύσκολο και εξαιρετικά επικίνδυνο. Δύσκολο γιατί πρέπει να συνεχίσουμε να μειώνουμε τους φόρους αλλά και γιατί αν το κάνουμε θα επιστρέψουμε στα χρόνια που έφεραν την καταστροφή. Επικίνδυνο όταν το δημόσιο χρέος είναι ακόμη εξαιρετικά υψηλό: δεν χρειάζεται και πολλά να ξαναπέσει η χώρα στην παγίδα χρέους.
Τι μένει; Μένουν οι ιδιωτικές επενδύσεις. Μόνον αυτές και υπό την προϋπόθεση ότι θα αποκτήσουν την κατάλληλη δυναμική, μπορούν να συντηρήσουν το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας πάνω από τον αντίστοιχο της Ευρωζώνης.
Αυτή είναι η βασική υπόθεση εργασίας που υποστηρίζει τις προβλέψεις της ΤτΕ και αυτή ακριβώς είναι που δεν κάνουν οι άλλοι διεθνείς και ελληνικοί οργανισμοί.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γιάννης Στουρνάρας, διοικητής της ΤτΕ, είναι πάντοτε «ένα κλίκ» πιο αισιόδοξος από τους περισσότερους, προφανώς επειδή πιστεύει στον δυναμισμό της επιχειρηματικής οικονομίας, στη βελτίωση των αμοιβών και στην ενδυνάμωση του διεθνούς ρόλου της χώρας.
Άλλωστε, μπορεί οι οικονομολόγοι της Τράπεζας να χαίρουν πλήρους ανεξαρτησίας, αλλά δεν είναι καθόλου άσχημο να πνέει βουλησιαρχικός άνεμος συγκρατημένης αισιοδοξίας σε αυτό το τόσο σημαντικό κομμάτι του βαθέος κράτους.
