Ο σκληρός πυρήνας του Μητσοτάκη 

Στην Ελλάδα έχει παγιωθεί μια ιδιότυπη αντίφαση: σχεδόν όλοι δηλώνουμε υπέρ των μεταρρυθμίσεων, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι αυτές αφορούν κάποιον άλλον. Η κοινωνική συναίνεση στην αλλαγή εξαντλείται συχνά στο επίπεδο της ρητορικής, ενώ στην πράξη κάθε μεταρρύθμιση που αγγίζει κατεστημένα συμφέροντα ή εδραιωμένες πρακτικές αντιμετωπίζεται ως απειλή.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μία από τις μεγαλύτερες –και συχνά υποτιμημένες– επιτυχίες των τελευταίων κυβερνήσεων είναι η επίτευξη διατηρήσιμων δημοσιονομικών πλεονασμάτων, τα οποία συμβάλλουν στη μείωση του δημόσιου χρέους χωρίς να οδηγούν την οικονομία σε ύφεση. Πρόκειται για μια τομή σε σχέση με το παρελθόν, όπου η δημοσιονομική προσαρμογή ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας.

Καθώς η χώρα έχει απομακρυνθεί από τη ζώνη της άμεσης χρεοκοπίας, πληθαίνουν οι φωνές που ερμηνεύουν τα πλεονάσματα όχι ως ένδειξη σταθεροποίησης, αλλά ως απόδειξη μιας «αριστερής» φορομπηχτικής πολιτικής. Η ανάγνωση αυτή αγνοεί ότι τα πλεονάσματα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά προϋπόθεση αξιοπιστίας σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον αυξημένης δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αγροτών, οι οποίοι ήταν από τους πρώτους που διεκδίκησαν μερίδιο από τα πλεονάσματα. Οι όποιες επιτυχίες τους είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα λειτουργήσουν ως καταλύτης και για άλλους κλάδους, ενισχύοντας μια δυναμική διεκδικήσεων που δοκιμάζει τα όρια της δημοσιονομικής αντοχής.

Η κυβέρνηση, πιεζόμενη τόσο από το εσωτερικό όσο και από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, δεν δίστασε να συγκρουστεί ακόμη και με «σκληρούς πυρήνες» της εκλογικής της βάσης. Η τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών μπορεί πράγματι να περιλαμβάνει αδικίες· ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερη αδικία αποτελεί το γεγονός ότι περίπου τα δύο τρίτα αυτών δηλώνουν εισοδήματα αντίστοιχα με μισθούς χωρών της υποσαχάριας Αφρικής, σε μια ευρωπαϊκή οικονομία.

Το πιο ουσιαστικό πλήγμα στην εγχώρια μαύρη οικονομία δεν προήλθε πάντως από τη φορολογική πολιτική καθαυτή, αλλά από την ηλεκτρονικοποίηση των συναλλαγών και από εργαλεία όπως η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία περιόρισε δραστικά τη μαύρη απασχόληση και την υποδηλωμένη εργασία.

Δεν λείπουν όσοι κατηγορούν την κυβέρνηση για «σοσιαλδημοκρατισμό». Άλλοι, πιο ρεαλιστές, υποστηρίζουν ότι αν μια κεντροδεξιά κυβέρνηση δεν επιχειρήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο όλοι θα συμμετέχουν στα οφέλη της ανάπτυξης, τότε αυτό θα επιχειρηθεί αργότερα από μια κυβέρνηση της αριστεράς, με σαφώς υψηλότερη φορολογία.

Σε κάθε περίπτωση, σπάνια στην πολιτική ιστορία της χώρας μια κυβέρνηση ξεκίνησε εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις πλήττοντας ευθέως τους σκληρούς πυρήνες της εκλογικής της βάσης.

Αντίθετα, στο πρόσφατο παρελθόν, κυβερνήσεις που πράγματι τσάκισαν τη μεσαία τάξη το έκαναν χωρίς αυτή να αποτελεί τον βασικό κορμό των ψηφοφόρων τους. Αυτή η διαφορά εξηγεί και γιατί οι σημερινές μεταρρυθμίσεις είναι πολιτικά πιο δύσκολες, αλλά ίσως και πιο ουσιαστικές.

Παρ΄ όλα αυτά η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να κινείται γύρω από τον σκληρό πυρήνα του 30%, που πάνω κάτω είναι και η δύναμη του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του 2015.
 
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
 
Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους

Η "κατάβρεξη" του βαμβακιού με οποιοδήποτε τρόπο, όπως και τα διπλοζυγίσματα, γινόταν τότε που επιδότηση δινόταν ανά κιλό παραγωγής. Και αυτό γιατί τότε εισέπραττε παραπάνω χρήματα ο "πονηρός" παραγωγός και εκκοκκιστης. 

Από το 2000 περίπου αν θυμάμαι καλά, η βασική επιδότηση δίνεται ανά στρέμμα καλλιέργειας και είναι η ίδια, άσχετα με την παραγωγή που θα πετύχεις. Όποτε αυτές οι πονηράδες σταμάτησαν, απλά γιατί δεν υπήρχε λόγος να γίνονται. Σήμερα δε όταν η υγρασία στο βαμβάκι που παραδίδεις στο εκκοκκιστήριο είναι παραπάνω από 15%, χάνεις την προσαύξηση της τιμής παράδοσης, λόγω ποιοτικών χαρακτηριστικών, που είναι από 0,02 ευρώ έως και 0,05 ευρώ ανά κιλό. Και που για φέτος με τιμή πώλησης 0,35 ευρώ είναι μια προσαύξηση 7% ως 15%, καθολου ευκαταφρόνητη.

Όσον αφορά τα διπλοζυγίσματα προς πληροφόρηση, χιλιάδες γεωργοί πέρασαν από τα γραφεία εισαγγελέα και από τις δικαστικές αίθουσες, χωρίς να τιμωρηθεί κανείς, πάντα «λογω άνωθεν πολιτικών παρεμβάσεων» των εκάστοτε κυβερνώντων. Και εκεί τους έστελνε ο ΟΠΕΚΕΠΕ σε συνεργασία με τον ΕΛΓΑ. Γιατί  γινόταν πραγματικά αίσχη. Γεωργός έπαιρνε αποζημίωση από τον  ΕΛΓΑ για 100% ζημιά από χαλαζόπτωση και συγχρόνως παρέδιδε και 500 κιλά παραγωγή ανά στρέμμα!!!  

Όσον αφορά το "όλα τα λεφτά, σε όλα τα κιλά" που κάθε λίγο και λιγάκι ο κάθε άσχετος ξεστομίζει, έχει ως εξής. Στα χρόνια που η επιδότηση δινόταν ανά κιλό παραγωγής, μια και το ποσό ήταν συγκεκριμένο, οι εκαστοτε κυβερνήσεις έκαναν την εξής παρανομία. Για να στηρίξουν περισσότερους ψηφοφόρους γεωργούς, δίνανε επιδότηση μόνο για την παραγωγή μέχρι τα 300 κιλά περίπου. Όσοι παραγωγοί είχαν παραπάνω κιλά παραγωγή, έπαιρναν για αυτά μόνο την εμπορική τιμή. Έτσι το ποσό των επιδοτήσεων μοιραζόταν σε λιγότερα κιλά και η επιδότηση ήταν μεγαλύτερη για τους παραγωγούς που είχαν παραγωγή μέχρι 300 κιλά. Αδικούνταν έτσι οι γεωργοί που είχαν παραγωγοί πάνω από 300 κιλά. Και αυτό παρόλο που ήταν αντίθετο με την κοινοτική νομοθεσία. Πάντα βεβαία "για κοινωνικούς λόγους" για στήριξη "ευπαθών παραγώγων' και όλα τα γνωστά "σοσιαλιστικά". Προσωπικά κατέφυγα στα δικαστήρια ζητώντας όλα τα λεφτά σ' όλα τα κιλά, όπως προέβλεπαν οι κοινοτικοί κανονισμοί και εκείνο που κατάφερα ήταν αφού ξόδεψα 3000 ευρώ περίπου σε δικαστικά έξοδα, το 2012 να πάρω απόφαση από το Εφετείο ότι ναι μεν έχω δίκιο αλλά λογω "δημοσιονομικής πολιτικής", βλέπετε ήμασταν στη φάση της χρεωκοπίας, δεν γίνεται να δικαιωθώ.!!!

Όπως βλέπετε το αγροτικό, όπως και όλα τα ζητήματα στην πατρίδα μας είναι πάνω από όλα "πολίτικο πρόβλημα". Αν οι πολιτικοί  μας δεν εφάρμοζαν τόσα χρόνια "κοινωνικές πολιτικές" ,"στηρίξεις" "διαγραφές χρεών ενώσεων - συναιτερισμών" και αν σε κάθε περίπτωση εφάρμοζαν του νόμους, ευρωπαϊκούς και ελληνικούς, η αγορά από μόνη της θα είχε βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Οι τεμπέληδες μικροκαλλιεργητές θα είχαν αποσυρθεί από καιρό από τη γεωργία και τώρα θα είχαν μια άλλη απασχόληση προς βιοπορισμό, οι καλοί μικροκαλλιεργητές  θα είχαν μεγαλώσει τον κλήρο τους και θα μπορούσαν να αντέξουν τις σημερινές πραγματικά δύσκολες συνθήκες, θα είχαμε μεγαλύτερη παραγωγή και ελεύθερους δρόμους. Και το κυριότερο θα είχαμε νέους ανθρώπους να συνεχίσουν την καλλιέργεια της ευλογημένης ελληνικής γης. 

Σήμερα στο χωριό μου, υπάρχει μόνο ένας (1) γεωργός κάτω από σαράντα χρόνων! Και δυστυχώς το χωριό μου δεν είναι η εξαίρεση είναι ο κανόνας. Εγώ δε που συνεχιζω να καλλιεργω, όπως και οι περισσότεροι, είμαι εργαζόμενος συνταξιούχος του ΟΓΑ. 

Οι πολιτικοί μας όμως ακόμα και σήμερα σκέπτονται και πράττουν μικροκομματικά και όχι εθνικά. Δεν βλέπουν ότι ήδη αρκετή γη μένει ακαλλιέργητη, γιατί απλά η καλλιέργειά της είναι ζημιογόνα, και έχουν ξεχάσει την πείνα της κατοχής 1941-1944. Τρέμω στην ιδέα μια παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης. Αν τότε που το 80% του πληθυσμού ζούσε σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές περάσαμε τέτοια πείνα, σήμερα που το 80% του πληθυσμού είναι μαζεμένο σε 5 πόλεις, τι μας περιμένει;

Γ.Ρ.