Ανανέωση θητείας Ελλήνων Ευρωπαίων Εισαγγελέων: Ποιος έχει αρμοδιότητα

Ανανέωση θητείας Ελλήνων Ευρωπαίων Εισαγγελέων: Ποιος έχει αρμοδιότητα

Η δημόσια διαμάχη που αναπτύχθηκε με αφορμή τις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις αιχμές που διατυπώθηκαν κατά της Πόπης Παπανδρέου αγγίζει τον καίριο πυρήνα του σύγχρονου δικαίου: τη συνάρθρωση του ενωσιακού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με το εθνικό συνταγματικό πλαίσιο των Ελλήνων δικαστικών λειτουργών. Η δυσκολία γεννάται ακριβώς από το ότι οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς δεν είναι ούτε αμιγώς ευρωπαϊκά όργανα αποσπασμένα από την εθνική έννομη τάξη ούτε απλοί εθνικοί εισαγγελείς που ενεργούν υπό εσωτερική διοικητική εποπτεία.

Ο ν. 4786/2021 τους περιγράφει ως αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά ταυτοχρόνως και ως λειτουργούς που παραμένουν ενσωματωμένοι στις εθνικές εισαγγελικές δομές και εν ενεργεία μέλη της εθνικής Εισαγγελικής Αρχής. Η ίδια αυτή διττή θεσμική φύση είναι που καθιστά νομικώς εύλογη, και κατά μία αυστηρή ερμηνεία αναγκαία, την άποψη ότι για τη συνέχιση της θητείας τους δεν αρκεί η ευρωπαϊκή απόφαση ανανέωσης, αλλά απαιτείται και κρίση του αρμοδίου εθνικού δικαστικού οργάνου. 

Πράγματι, στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου το ζήτημα φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, απλό. Ο Κανονισμός 2017/1939, όπως διατυπώνεται και στην απόφαση 074/2025 του Κολεγίου της EPPO, ορίζει ότι οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς διορίζονται για πενταετή θητεία με δυνατότητα ανανέωσης και ότι το Κολλέγιο της EPPO έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα τόσο του διορισμού όσο και της ανανέωσης της θητείας τους. Η ίδια απόφαση διευκρινίζει ακόμη ότι η ανανέωση γίνεται με πρόταση της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. 

Με άλλα λόγια, ως προς την ευρωπαϊκή ιδιότητα του εντεταλμένου εισαγγελέα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αρμοδιότητα ανήκει στο Κολλέγιο της EPPO. Όμως το ανωτέρω δεν λύνει το σύνολο του νομικού ζητήματος. Η κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφέρεται στην ανανέωση της θητείας του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα, ενώ η ελληνική συνταγματική έννομη τάξη εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για το υπηρεσιακό καθεστώς του ίδιου προσώπου ως Έλληνα εισαγγελικού λειτουργού.

Ο ίδιος ο εθνικός νομοθέτης επέλεξε να μη διακόψει τον οργανικό δεσμό των προσώπων αυτών με την ελληνική εισαγγελική αρχή. Αντιθέτως, τον διατήρησε ρητώς. Επομένως, η ανανέωση της ευρωπαϊκής τους θητείας δεν είναι ένα εντελώς εξωτερικό ζήτημα για την ελληνική έννομη τάξη, αλλά ένα θέμα που επηρεάζει την ιδιαίτερη υπηρεσιακή θέση εν ενεργεία Έλληνα δικαστικού λειτουργού. Από το σημείο αυτό και έπειτα, η προσφυγή στο άρθρο 90 του Συντάγματος δεν είναι τέχνασμα αλλά επιχείρημα σοβαρής δογματικής βαρύτητας. 

Το άρθρο 90 του Συντάγματος διαρθρώνει, με θεσμική ακρίβεια, το σύστημα των υπηρεσιακών αλλαγών των δικαστικών λειτουργών υπό την αιγίδα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Η κανονιστική του ratio καθίσταται προφανής: οι αποφάσεις εκείνες που άπτονται της υπηρεσιακής θέσεως, της εξέλιξης και κυρίως, της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών προσώπων δεν δύνανται να υπαχθούν στην ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας. 

Η συνταγματική αυτή εγγύηση θα αποδυναμωνόταν αισθητά αν γινόταν δεκτό ότι ένας Έλληνας εισαγγελικός λειτουργός μπορεί να εισέρχεται σε ειδικό καθεστώς ευρωπαϊκής αποστολής κατόπιν κρίσεως του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, αλλά η παράταση του ίδιου αυτού καθεστώτος επί νέα πενταετία να συντελείται χωρίς κανένα αντίστοιχο εθνικό δικαστικό έλεγχο. Μία τέτοια ερμηνευτική εκδοχή θα δημιουργούσε μία προδήλως ασύμμετρη και θεσμικώς ελλειμματική κατάσταση: η αρχική υπαγωγή θα προσλαμβανόταν ως γνήσια υπηρεσιακή αλλαγή, ενώ η ανανέωσή της θα υποβιβαζόταν σε μία σχεδόν νομικώς αδιάφορη, αυτόματη συνέχεια. 

Η ασυμμετρία αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με το γράμμα και κυρίως, με το προστατευτικό πνεύμα του άρθρου 90. 

Η θέση αυτή ενισχύεται και από τον ίδιο τον ν. 4786/2021, ο οποίος δεν περιορίζεται να αναγνωρίσει γενικώς τη λειτουργία της EPPO στην Ελλάδα, αλλά θεσπίζει ρητή εθνική διαδικασία επιλογής των υποψηφίων για διορισμό ως Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων. Το άρθρο 9 ορίζει ότι η επιλογή των υποψηφίων πραγματοποιείται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οφείλει έξι μήνες πριν από τη λήξη της θητείας τους, ή αμέσως μόλις πληροφορηθεί ότι αυτή λήγει πρόωρα ή δεν πρόκειται να ανανεωθεί, να κινήσει τη σχετική διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος.

Η ίδια η διατύπωση του νόμου δείχνει ότι ο εθνικός νομοθέτης αντιμετωπίζει τη λήξη ή μη ανανέωση της θητείας ως γεγονός που ενεργοποιεί τον εσωτερικό υπηρεσιακό μηχανισμό. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για ζήτημα απολύτως αδιάφορο προς την ελληνική δικαστική τάξη. Αντιθέτως, η ελληνική έννομη τάξη προετοιμάζεται θεσμικά για την περίπτωση λήξεως της θητείας, κάτι που επιβεβαιώνει ότι η παραμονή ή μη παραμονή στην ειδική αυτή θέση έχει σαφές εθνικό υπηρεσιακό αποτύπωμα.

Συγχρόνως, ο ίδιος νόμος αναγνωρίζει στον Υπουργό Δικαιοσύνης την αρμοδιότητα να καθορίζει, μετά από διαβούλευση με τον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα, τον αριθμό και το καθεστώς απασχόλησης των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, καθώς και να κατανέμει τις θέσεις ανά βαθμό δικαιοδοσίας και στον Άρειο Πάγο.

Αυτή η πρόβλεψη έχει ιδιαίτερη σημασία. Αποδεικνύει ότι η ελληνική έννομη τάξη εξακολουθεί να οργανώνει θεσμικά την παρουσία των Ελλήνων ΕΕΕ μέσα στο εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα. Ακριβώς γι' αυτό, η άποψη ότι η συνέχεια της θητείας τους πρέπει να διέρχεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δεν είναι αυθαίρετη επέκταση των εθνικών αρμοδιοτήτων, αλλά προσπάθεια να αποτραπεί ένα θεσμικό κενό ανάμεσα στην ευρωπαϊκή απόφαση ανανέωσης και στην εθνική υπηρεσιακή ενσωμάτωση του λειτουργού.

Υπό το πρίσμα αυτό, το προσήκον νομικό πόρισμα δεν συνίσταται στην παραδοχή ότι η ελληνική έννομη τάξη δύναται να ακυρώσει ή να υποκαταστήσει την απόφαση της EPPO. Μία τέτοια εκδοχή θα αντέβαινε τόσο στον δεσμευτικό χαρακτήρα του Κανονισμού όσο και στη ρητώς κατοχυρωμένη αποκλειστική αρμοδιότητα του Κολλεγίου ως προς την ανανέωση της θητείας.

Το συμπέρασμα είναι ότι η ευρωπαϊκή ανανέωση της θητείας και η εθνική υπηρεσιακή συνέχεια αποτελούν δύο διακριτές, αν και αλληλοσυνδεόμενες, όψεις της ίδιας θεσμικής πραγματικότητας. Η πρώτη ανήκει στην EPPO. Η δεύτερη, κατά το μέρος που αφορά την ειδική υπηρεσιακή θέση Έλληνα εισαγγελικού λειτουργού, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι ανήκει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Η ένταση της συζήτησης ενισχύθηκε επειδή η υπόθεση αυτή συνδέθηκε με τις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και με δημόσιες δηλώσεις που απέδωσαν στην εισαγγελέα προσωπικό κίνητρο σχετιζόμενο με την ανανέωση της θητείας της. 

Σημαντικό είναι επίσης ότι στον δημόσιο διάλογο έχει αναφερθεί πως η θητεία των τριών Ελλήνων Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων λήγει με την ολοκλήρωση του τρέχοντος δικαστικού έτους, στις 30 Ιουνίου, και ότι η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου είχε ήδη από τον Δεκέμβριο κινήσει τη διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τις θέσεις αυτές. Η πληροφορία αυτή, ανεξαρτήτως της τελικής ερμηνείας που θα υιοθετήσει κανείς, επιβεβαιώνει πρακτικά ότι το εθνικό σύστημα δεν θεωρεί εαυτόν αμέτοχο στην όλη υπόθεση. Αντιθέτως, απαιτείται εσωτερική υπηρεσιακή διαχείριση του ζητήματος, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι η κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ερείδεται σε υπαρκτή θεσμική πρακτική.

Η δογματικά ισχυρότερη λοιπόν θέση ότι πρέπει να αποφανθεί το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δεν θεμελιώνεται σε ρητορικές περί «κυβερνητικού διορισμού». Θεμελιώνεται στη συνταγματική αρχή ότι οι υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών υπόκεινται σε δικαστικό, όχι κυβερνητικό, έλεγχο· στη νομοθετική επιλογή να παραμένουν οι ΕΕΕ εν ενεργεία μέλη της εθνικής εισαγγελικής αρχής· και στην ειδική πρόβλεψη ότι η επιλογή των υποψηφίων για τη θέση αυτή ανήκει εξαρχής στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν η αρχική είσοδος στο καθεστώς αυτό εξαρτάται από το Συμβούλιο και αν η παραμονή σε αυτό μεταβάλλει ουσιωδώς την υπηρεσιακή κατάσταση του λειτουργού, τότε είναι νομικώς συνεπές να υποστηριχθεί ότι και η συνέχιση της ίδιας καταστάσεως οφείλει να περάσει από την ίδια συνταγματική δικλίδα.

Καταληκτικά, το Κολλέγιο της EPPO ανανεώνει τη θητεία του Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα στο ενωσιακό επίπεδο, αλλά η ελληνική έννομη τάξη, ακριβώς επειδή το πρόσωπο αυτό παραμένει Έλληνας εν ενεργεία εισαγγελικός λειτουργός, έχει σοβαρό συνταγματικό λόγο να απαιτεί και κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνέχιση της ειδικής υπηρεσιακής του θέσης. Έτσι δεν υπονομεύεται η ευρωπαϊκή έννομη τάξη· αντιθέτως, συμπληρώνεται από τις εθνικές συνταγματικές εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας.


* Η Μαίρη Αποστολίδη είναι νομικός