Κατά τον 19ο αιώνα, η επιστήμη της αρχαιολογίας αναπτυσσόταν με σταθερούς ρυθμούς. Ανασκαφές σε διάφορα μέρη, κυρίως της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, πραγματοποιούνταν συστηματικά η μία μετά την άλλη. Μία από αυτές, οδήγησε στην ανακάλυψη ενός από τα διασημότερα και ομορφότερα γλυπτά της αρχαιότητας.
Στο άγρια όμορφο νησί της Σαμοθράκης, υπήρχε στην αρχαιότητα ένα ιερό αφιερωμένο σε δύο θεότητες, τους λεγόμενους Καβείρους. Το ιερό των Καβείρων ή αλλιώς το ιερό των Μεγάλων Θεών, ήταν ένα μέρος που λειτουργούσε με παρόμοια λογική με αυτή του ιερού της Ελευσίνας.
Στα ελληνιστικά χρόνια (323 – 31 π.Χ.), το ιερό των Καβείρων απέκτησε μεγάλη φήμη. Άνθρωποι από διάφορα μέρη το επισκέπτονταν, είτε για να προσκυνήσουν είτε για να μυηθούν στα μυστήρια των θεών. Όλοι τους, όμως, με μια κοινή ελπίδα: να τους προστατεύσουν από τον απρόβλεπτο χαρακτήρα της θάλασσας, καθώς ήταν θεϊκοί προστάτες των ταξιδιωτών και των ναυτικών.
Κάποια στιγμή, στο ιερό αφιερώθηκε ένα άγαλμα. Ένα υπερφυσικό γλυπτό, το οποίο στήθηκε σε περίοπτη θέση, για να θυμίζει ένα γεγονός. Ήταν μια φτερωτή Νίκη, σμιλεμένη σε μάρμαρο από την Πάρο. Για πολύ καιρό το άγαλμα πρέπει να προκαλούσε δέος σε πολλούς επισκέπτες του ιερού. Μέχρι την στιγμή, που μάλλον καταστράφηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ., από έναν σεισμό που χτύπησε το νησί.
Αιώνες μετά, έφτασε στην Σαμοθράκη ένας Γάλλος. Ο υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αδριανούπολη (σημερινή πόλη Εντιρνέ της Τουρκίας), ο Κάρολος Σαμπουαζό. Το 1863, λοιπόν, αυτός και η ομάδα του ξεκίνησαν μια ανασκαφή στο αρχαίο ιερό των Μεγάλων Θεών. Καθώς οι εργάτες έσκαβαν, ένας Έλληνας αναφώνησε ξαφνικά «Κύριε, εύραμεν μια γυναίκα!». Κάτω από την επιφάνεια, άρχισε να αποκαλύπτεται μέσα από το χώμα ο κορμός ενός μαρμάρινου γυναικείου αγάλματος.
Το γλυπτό αποτέλεσε μια καταπληκτική ανακάλυψη. Ήταν μία Νίκη, η προσωποποίηση μιας νίκης σε μάχη. Όσο συνεχίζονταν οι ανασκαφές, βρίσκονταν κομμάτια από το άγαλμα. Τελικά, ό,τι είχε βρεθεί μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Ο Σαμπουαζό, πήρε την άδεια από την Υψηλή Πύλη (όπως λεγόταν αλλιώς η κυβέρνηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην οποία ακόμη υπαγόταν το νησί) και έβαλε το άγαλμα της Νίκης σε ένα πλοίο μαζί με άλλα ευρήματα.
Ο κορμός, τα πόδια και το ένα φτερό της Νίκης, έφτασαν το 1864 στο μουσείο του Λούβρου. Κάποια χρόνια μετά, η αρχαία ελληνική φτερωτή Νίκη τοποθετήθηκε στην κορυφή της κεντρικής μνημειώδους σκάλας του μουσείου, σημείο από το οποίο μπορεί να την θαυμάσει κανείς μέχρι σήμερα.
Παρά τις προσπάθειες που πραγματοποιήθηκαν αργότερα, βρέθηκαν μόνο μέρη των χεριών της, που δεν μπορούσαν να συγκολληθούν. Μελέτες και έρευνες δείχνουν ότι το άγαλμα φιλοτεχνήθηκε στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. Δεν έχει συμπεραθεί στα σίγουρα ακόμα, σε ποια νίκη είναι αφιερωμένο. Ίσως σε κάποια ναυμαχία των Ροδίων, όταν συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και νίκησαν τον Αντίοχο Γ’ της Συρίας το 190 π.Χ.
Παρά το ότι ο καλλιτέχνης που το δημιούργησε είναι άγνωστος, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που δείχνουν να σχετίζεται με το νησί της Ρόδου. Η Νίκη, όταν δέσποζε στο ιερό των Καβείρων, είχε τοποθετηθεί σε μια βάση από σκούρο ασβεστόλιθο, ο οποίος εντοπίζεται στην Ρόδο. Μια αποσπασματική επιγραφή που βρέθηκε κοντά στο σημείο που ήταν η αρχική της θέση, αναφέρεται μάλλον στο όνομα ενός Ρόδιου γλύπτη.
Στην αρχαιότητα, το θαυμαστό γλυπτό ήταν πάνω στην βάση που είχε την μορφή πολεμικού πλοίου. Η φτερωτή Νίκη ίσως βρισκόταν μέσα σε μια εξωτερική δεξαμενή με νερό, έτσι που να έμοιαζε σαν να έχει μόλις ακουμπήσει μετά το πέταγμά της πάνω στην πλώρη του όσο αυτό έμπαινε στο λιμάνι, με σκοπό να μηνύσει την νίκη αυτών που την αφιέρωσαν.
Μέχρι σήμερα, η Νίκη της Σαμοθράκης βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου. Μέχρι τώρα, έχουν βρεθεί στο αρχαίο ιερό των Καβείρων δύο ακόμα Νίκες. Η μία βρίσκεται σε μουσείο της Βιέννης και αποτελεί ρωμαϊκό αντίγραφο και μία εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σαμοθράκης. Παραμένει σύμβολο της καλλιτεχνικής ομορφιάς των γλυπτών των ελληνιστικών χρόνων και συνεχίζει να εμπνέει μέσα από την σύνθετη απλότητα με την οποία έχει σμιλευτεί.
Βιβλιογραφία:
