Η εκκλησία των ουρανών

Η εκκλησία των ουρανών

Τα θρησκευτικά κτήρια, από την αρχαιότητα ακόμα, χτίζονταν για να βρίσκονται όσο πιο κοντά γίνεται στην θεϊκή ύπαρξη στην οποία πίστευαν οι άνθρωποι. Από πάντα, όταν ο άνθρωπος αναφερόταν στον Θεό, κοιτούσε ψηλά, στον ουρανό. Ίσως γιατί ήταν και είναι κάτι μεγαλύτερο από αυτόν, κάτι που τον ξεπερνάει. Γι’ αυτό τον λόγο, τα θρησκευτικά κτήρια κάθε πίστης, προκαλούν μέχρι σήμερα τους επισκέπτες τους να κατευθύνουν το βλέμμα τους προς τα πάνω.

Το ύψος ενός θρησκευτικού κτηρίου, συμβάδιζε πάντα με την αίσθηση του δέους. Κομβική πάντα η στιγμή που αντικρίζει κανείς τέτοιου είδους οικοδομήματα και σηκώνει το βλέμμα του στον ουρανό, προκειμένου να τα αντικρίσει στην ολότητά τους. Ένα κτήριο που σίγουρα πλέον έχει επιτύχει τον στόχο πρόκλησης δέους και κάνει τον επισκέπτη να κοιτά ψηλά με ανοιχτό το στόμα, βρίσκεται στην Ισπανία.

Στην Καταλονία, γεννήθηκε το 1852, ο διασημότερος Ισπανός αρχιτέκτονας όλων των εποχών. Ο Αντονί Γκαουντί. Ο Γκαουντί ήταν παρατηρητής της φύσης, εφευρετικός και ευφυής. Έβλεπε τον κόσμο και, όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια, την αρχιτεκτονική με άλλο μάτι. Τα έργα του θα έμεναν στην ιστορία και θα έσπαγαν τα κατεστημένα καλούπια των προηγούμενων αιώνων.

Την περίοδο που εκείνος είχε βγει από την σχολή αρχιτεκτονικής και έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο, ξεκίνησε ένα έργο. Τα σχέδια για την κατασκευή μιας εκκλησίας, που θα εξελισσόταν σε ορόσημο της πόλης της Βαρκελώνης. Τα σκίτσα του πρώτου αρχιτέκτονα ήταν κλασικά. Η εκκλησία θα έμοιαζε με τις περισσότερες που είχαν χτιστεί μέχρι τότε. 

Το 1883, ενώ ασχολούνταν παράλληλα και με άλλα μικρότερα έργα, ο Γκαουντί πήρε μέρος στο έργο αυτής της εκκλησίας. Ο πρώτος αρχιτέκτονας ήρθε σε αντιπαράθεση με τους κύριους υπεύθυνους και παραιτήθηκε. Μόνος του, λοιπόν, ο Γκαουντί είχε την ευχέρεια να κατευθύνει το έργο όπως ήθελε. Έτσι, έβαλε τον καλύτερό του εαυτό. Τα σχέδια ξεπέρασαν κάθε φαντασία.

Η εκκλησία αυτή, θα ήταν σαν να είχε βγει από κάποιο παραμύθι. Ο Γκαουντί, αντικατέστησε κάθε ευθεία γραμμή με καμπύλες. Η έμπνευσή του από την φύση, τον οδήγησε σε καινοτόμες επιλογές. Χρησιμοποίησε γοτθικά στοιχεία και τα συνδύασε με τον μοντερνισμό που χαρακτήριζε την εποχή του. Όλα, όμως, πλέκονταν μαζί με το προσωπικό, ιδιαίτερο στυλ του, το οποίο έκανε όλα του τα κτήρια να ξεχωρίζουν.

Η ιδέα για την εκκλησία, είχε προέλθει από έναν ευσεβή βιβλιοπώλη της Βαρκελώνης, τον Τζουζέπ Μαρία Μποκαμπέγια, ο οποίος ήθελε να είναι αφιερωμένος ο ναός στην Αγία Οικογένεια: τον Ιησού, την Παναγία και τον Άγιο Ιωσήφ. Η εκκλησία, λοιπόν, είναι η Sagrada Familia (Σαγράδα Φαμίλια), δηλαδή «Ιερή Οικογένεια». 

Από το 1914, ο Γκαουντί αποφάσισε να αφιερώσει εξ ολοκλήρου τον χρόνο και την σκέψη του στην Σαγράδα Φαμίλια. Τα σχέδιά του ήταν τόσο μεγαλεπήβολα, που ακόμα και ο ίδιος γνώριζε ότι δεν θα προλάβαινε να τα δει υλοποιημένα. Δεν αγχωνόταν όμως. Στο μυαλό του, δούλευε ως πιστός Χριστιανός και η δουλειά του ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους και στην πίστη του. Όταν ερωτήθηκε πότε θα ολοκληρωνόταν η εκκλησία, εκείνος απάντησε «Ο πελάτης μου δεν βιάζεται», αναφερόμενος στον Θεό.

Αφού κανείς δεν βιαζόταν, το έργο πήρε τον χρόνο του. Το 1926, ο Γκαουντί έφυγε από την ζωή, βλέποντας μόνο μέρος του ναού και έναν από τους πύργους του. Πήρε την θέση του κάποιος άλλος. Έτσι γινόταν και στην συνέχεια. Η Σαγράδα Φαμίλια συνέχισε να χτίζεται, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες και μεγάλες παύσεις. 

Κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936-1939), τμήματα της ημιτελούς ακόμα κατασκευής, μακέτες του Γκαουντί, αλλά και το εργαστήριό του καταστράφηκαν. Η κατασκευή συνεχίστηκε με βάση βιβλία, σχέδια και φωτογραφίες που είχαν διασώσει συνεργάτες του. 

Το 2010, ολοκληρώθηκε η οροφή του κεντρικού κλίτους και ενσωματώθηκε στον ναό εκκλησιαστικό όργανο. Τότε, ο Πάπας ταξίδεψε στην Βαρκελώνη και καθαγίασε και επίσημα τον ναό. Πιστοί μπορούσαν να εισέλθουν στην εκκλησία και να παρίστανται στον ναό που από τότε είναι κανονικά χώρος λατρείας και προσευχής. 

Η Σαγράδα Φαμίλια, πήρε περισσότερο απ’ όσο θα πίστευε μάλλον και ο Γκαουντί. 144 χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών οικοδόμησής της, παρά τις σκαλωσιές, το κτήριο έχει γίνει σήμα κατατεθέν της Βαρκελώνης. Οι κολώνες του το στηρίζουν μιμούμενες δένδρα, αφού διακλαδίζονται στην κορυφή τους, μοιράζοντας το βάρος της οροφής που μοιάζει σαν να καλύπτεται από φύλλα. Σπασμένα πλακάκια, σχηματίζουν πολύχρωμα ψηφιδωτά που στολίζουν διάφορες γωνιές της εκκλησίας και τις κορυφές των πύργων της, για να φαίνονται από μακριά. Πολύπλοκα και περίτεχνα αγάλματα που εξιστορούν την ζωή του Χριστού, στέκουν περήφανα σε κάθε της μεριά. 

Το 2025, με την ολοκλήρωση του κεντρικού πύργου της, η Σαγράδα Φαμίλια έγινε η ψηλότερη εκκλησία σε όλο τον κόσμο. Φέτος, το 2026, το ύψος της αυξήθηκε ακόμα παραπάνω, με την τοποθέτηση στην κορυφή του κεντρικού πύργου, του «πύργου του Ιησού Χριστού», ενός γιγαντιαίου γυαλιστερού σταυρού βάρους 100 τόνων, ο οποίος αντανακλά το φως του ήλιου την ημέρα και φωτίζει την νύχτα. 

Οι εργασίες στην Σαγράδα Φαμίλια, όμως, ακόμα και μετά την επέτειο των 100 χρόνων από το θάνατο του Γκαουντί, συνεχίζονται. Το λαμπρό αυτό έργο, δεν έχει ακόμα τελειώσει.

 

Βιβλιογραφία:

Basilica Sagrada Familia - Gaudi

Basilica Sagrada Familia - History of the temple