Ο Αντώνιος, ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε πολλούς αιώνες πριν. Παρόλα αυτά, κατάφερε και έμεινε στην μνήμη της χώρας γέννησής του και της έκανε ένα σπουδαίο «δώρο», το οποίο αποτελεί από τότε σύμβολο της θρησκευτικής πίστης των ανθρώπων της. Αυτό το «δώρο», είναι η Μόνη της Λαύρας των Σπηλαίων στο Κίεβο, της οποίας ο καθεδρικός ναός τυλίχτηκε πρόσφατα στις φλόγες από μαζικούς βομβαρδισμούς των ρωσικών δυνάμεων.
Στα τέλη του 10ου αιώνα περίπου, γεννήθηκε κάπου στην σημερινή Ουκρανία ο Αντώνιος. Κάποια στιγμή, αποφάσισε ότι το «κάλεσμά» του ήταν πνευματικό. Αποφάσισε λοιπόν να αφιερωθεί στην χριστιανική πίστη και έγινε μοναχός.
Μάζεψε τα πράγματά του και κατέβηκε νότια. Ήρθε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα, στο σπουδαιότερο και μεγαλύτερο κέντρο του Ορθόδοξου μοναχισμού στον τότε γνωστό κόσμο, αλλά και σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο: το Άγιον Όρος.
Ο Αντώνιος ζούσε μια ήσυχη και ήρεμη ζωή στο μοναστήρι του Εσφιγμένου στο Άγιο Όρος. Κάποιες πηγές φαίνεται ότι μαρτυρούν από τότε την προτίμησή του στις σπηλιές. Ιδανικοί χώροι, θα έλεγε κανείς, για την ζωή ενός ερημίτη.
Κάποιο καιρό αργότερα, ανατέθηκε στον Αντώνιο μια αποστολή. Ο ηγούμενός του, του πρότεινε να μεταδώσει την αγιορείτικη μοναστική παράδοση και αλλού. Έτσι, ο Αντώνιος τα μάζεψε ξανά και γύρισε πάλι στην γενέτειρά του.
Εγκαταστάθηκε στο Κίεβο. Το Κίεβο του 11ου αιώνα βρισκόταν στην απόλυτη «Χρυσή Εποχή» του, αποτελώντας ένα από τα μεγαλύτερα, πιο πλούσια και πολιτισμένα κέντρα ολόκληρης της μεσαιωνικής Ευρώπης. Με την έλευση του Αντωνίου από το Άγιον Όρος, η αίγλη του θα ενισχυόταν περαιτέρω.
Σε μια σπηλιά στην πλαγιά του όρους Μπερέστοφ, με θέα τον ποταμό Δνείπερο, έφτιαξε το νέο του «σπιτικό». Από εκεί, ξεκίνησε να διδάσκει. Άρχισε να γίνεται γνωστός στην περιοχή και να αποκτά φήμη. Ο κόσμος αναφερόταν σε αυτόν ως άγιο ερημίτη και θαυματουργό.
Οι μαθητές του όλο και αυξάνονταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την μεταφορά όλων σε μια μεγαλύτερη σπηλιά. Όταν πια ο αριθμός των ερημιτών, που «δημιούργησε» ο Αντώνιος, έφτασαν σε έναν αριθμό που επέτρεπε την κατασκευή μιας εκκλησίας, ο Αντώνιος σταμάτησε να διδάσκει.
Είχε πετύχει τον αρχικό του στόχο και τώρα μπορούσε να επιστρέψει στην ασκητική ζωή του. Έτσι, εγκαταστάθηκε μόνος του σε μια άλλη σπηλιά. Σύντομα ο πρίγκιπας του Κιέβου, ο Ιζιάσλαβ, παραχώρησε το όρος Μπερέτσοφ στους μοναχούς και ο Αντώνιος έθεσε τα θεμέλια για τη Λαύρα του Κιέβου-Πετσέρσκ (Μονή των Σπηλαίων), ένα ίδρυμα που αργότερα απέκτησε τη φήμη του λίκνου του μοναχισμού της περιοχής.
Το αρχιτεκτονικό σύνολο της Λαύρας του Κιέβου-Μπετσέρσκ περιλαμβάνει μοναδικές επιφανειακές και υπόγειες εκκλησίες από τον 11ο έως τον 19ο αιώνα, σε ένα σύμπλεγμα λαβυρινθωδών σπηλαίων που εκτείνεται σε μήκος άνω των 600 μέτρων. Το αρχιτεκτονικό σύνολο απέκτησε τη σύγχρονη όψη του ως αποτέλεσμα των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων τον 17ο έως τον 18ο αιώνα, κατά την ακμή του ουκρανικού μπαρόκ.
Για αιώνες, η Μονή, με λείψανα αγίων θαμμένα σε σπηλιές, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα χριστιανικά κέντρα προσκυνήματος στον κόσμο. Είναι ένα εξαιρετικά πολύτιμο αρχιτεκτονικό σύνολο που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια σχεδόν εννέα αιώνων, το οποίο αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στις στυλιστικές τάσεις στην αρχιτεκτονική, καθώς και τη διαδικασία βελτίωσης των μηχανικών κατασκευών.
Η ακεραιότητα του συνόλου υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Καθεδρικός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η κύρια εκκλησία της Λαύρας, καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς, με εξαίρεση τον νοτιοανατολικό πύργο της. Το 1999-2000, ο Καθεδρικός Ναός ανακατασκευάστηκε σύμφωνα με τις αρχιτεκτονικές μορφές της περιόδου του ουκρανικού μπαρόκ στα τέλη του 18ου αιώνα.
Βιβλιογραφία:
