Σφουγγάρια. Δεν μας φορτίζουν με κάποιο αρνητικό συναίσθημα ούτε μας έρχεται στο μυαλό κάποια άσχημη σκέψη. Σε εμάς βέβαια, που δεν χρειάζεται να τα προμηθευτούμε κατευθείαν από τον βυθό της θάλασσας.
Σε ένα από τα αρκετά απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου, λάμβανε χώρα ένα επικίνδυνο επάγγελμα. Η σπογγαλιεία. Η αλιεία των σπόγγων, δηλαδή των σφουγγαριών. Το κυνήγι αυτών των θαλάσσιων οργανισμών, δεν ήταν για τους λιπόψυχους.
Πολλοί άνθρωποι από διάφορες μεριές του Αιγαίου ασχολήθηκαν με αυτό το κυνήγι. Αν κάποιο νησί, όμως, φημίζεται και έχει στιγματιστεί από την σπογγαλιεία, αυτό είναι η Κάλυμνος.
Επονομαζόμενη και ως «νησί των σφουγγαράδων», η Κάλυμνος έχει μεγάλη παράδοση στο επάγγελμα. Λέγεται ότι οι αρχαίοι κάτοικοί της ήταν αυτοί που ξεκίνησαν αυτήν την παράδοση. Χωρίς κανένα βοηθητικό μέσο, παρά μόνο με τον έλεγχο και την διαχείριση της αναπνοής τους, οι αρχαίοι Καλύμνιοι βουτούσαν στα νερά του τόπου τους προσπαθώντας να αποσπάσουν τα σφουγγάρια στα ρηχά.
Οι απόγονοί τους, όμως, θα εξέλισσαν αυτήν την διαδικασία, η οποία είχε καλά και άσχημα αποτελέσματα. Από τον 18ο αιώνα και μετά, το νησί υπέφερε. Όντας ορεινό, βραχώδες και σχετικά άγονο, λίγα ήταν τα επαγγέλματα με τα οποία μπορούσαν να ασχοληθούν και να βιοποριστούν. Τα πράγματα, όμως, ήταν δύσκολα.
Καθώς στην στεριά δεν υπήρχαν πολλές επιλογές, όλο και περισσότεροι άρχισαν να στρέφονται προς την θάλασσα. Η αλιεία σφουγγαριών, αποδείχθηκε προσοδοφόρα. Στην αρχή, οι σφουγγαράδες καταδύονταν όπως στην αρχαιότητα. Με ελεύθερη κατάδυση και με την βοήθεια της σκανταλόπετρας (μιας βαριάς πέτρας με μια τρύπα στην μέση, δεμένη με σκοινί γύρω από το πόδι του δύτη), έφταναν μεγάλα βάθη (60-70 μέτρα) και έπρεπε να παραμείνουν στον πάτο της θάλασσας για 3 με 4 λεπτά.
Αργότερα, όσο αυξάνονταν οι σφουγγαράδες, χρησιμοποιούνταν η καγκάβα, ένα ειδικά διαμορφωμένο ξύλινο σκάφος από το οποίο ειδικά εργαλεία αποσπούσαν τα σφουγγάρια από τον βυθό. Παράλληλα, χρησιμοποιούνταν και το καμάκι.
Κάποια στιγμή, έφτασε το σκάφανδρο. Μια πλήρης καταδυτική στολή, αποτελούμενη από περικεφαλαία, χάλκινο θώρακα και μεταλλικά παπούτσια. Η αεροστεγής αυτή στολή, συνδεόταν με μια χειροκίνητη αντλία που έστελνε στον δύτη φυσικό αέρα από το καΐκι.
Με το σκάφανδρο, οι σφουγγαράδες μπορούσαν να καταδυθούν σε μεγαλύτερο βάθος. Τους έδινε την δυνατότητα να μένουν για περισσότερη ώρα στον βυθό, με αποτέλεσμα να μαζεύουν πολλά περισσότερα σφουγγάρια.
Τα σφουγγάρια Καλύμνου, έγιναν κάποια στιγμή περιζήτητα. Με την αύξηση της αλίευσης και της παραγωγής τους, το νησί εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα σπογγαλιείας της Μεσογείου του 19ου αιώνα. Εκτός από σφουγγαράδες, οι Καλύμνιοι έγιναν και έμποροι. Το εμπόριο των σφουγγαριών, προσέφερε ό,τι δεν είχαν προσφέρει τόσα χρόνια, όλα τα άλλα επαγγέλματα μαζί.
Οι κάτοικοι, όχι μόνο βγήκαν από την πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση που βρίσκονταν πριν, αλλά προκάλεσαν και την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη του νησιού. Η Κάλυμνος πλούτησε. Γέμισε με σπίτια, θαυμαστά αρχοντικά, εκκλησίες και σχολεία, στα οποία επένδυαν οι σφουγγαράδες και οι έμποροι. Γνώρισε μεγάλη άνθηση. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά και έφτασε να φιλοξενεί μέχρι και νησιώτες που κατάγονταν από αλλού.
Υπήρχε, όμως, ένα πολύ σκληρό τίμημα. Ο κίνδυνος για όποιον φορούσε το σκάφανδρο, ήταν μεγάλος. Πάντα έπρεπε να υπολογίζεται η ώρα που θα έμενε ο δύτης στον βυθό και να δίνεται μεγάλη προσοχή στον τρόπο που θα ανέβαινε ξανά στην επιφάνεια. Ένας λάθος υπολογισμός, μια λάθος κίνηση, οδηγούσε σε ανεπανόρθωτες ζημιές στον οργανισμό των σφουγγαράδων.
Η απότομη αλλαγή βάθους και η υδροστατική πίεση, οδηγούσαν στην πρόκληση δερματικών παθήσεων, στην παράλυση ή και στον θάνατο. Η λεγόμενη «νόσος των δυτών», έπληξε όλους τους άνδρες του νησιού. Όσοι τολμούσαν να μπουν στην θάλασσα, δεν ήταν σίγουρο αν θα ξαναέβγαιναν στην στεριά.
Όσο το εμπόριο των σφουγγαριών και ο πλούτος του νησιού αυξάνονταν, τα πράγματα έγιναν πιο ανταγωνιστικά. Στα ανοιχτά έβγαιναν μεγαλύτερα καΐκια, στα οποία δούλευαν πολλοί σφουγγαράδες, οι οποίοι βουτούσαν με την σειρά. Η πίεση όσον αφορά την ταχύτητα και την ποσότητα της αλίευσης ήταν πολύ μεγάλη.
Υπήρχαν περιπτώσεις που οι ιδιοκτήτες των καϊκιών εκμεταλλεύονταν τους σφουγγαράδες, χωρίς να νοιάζονται για την υγεία τους. Υπήρχαν, όμως, και βουτηχτές που σκόπιμα έμεναν παραπάνω στον βυθό ή και έκοβαν το σχοινί που τους συνέδεε με το καΐκι, για να προλάβουν να μαζέψουν περισσότερα σφουγγάρια. Παίζοντας την ζωή τους κορώνα γράμματα. Λένε, ότι «μαγεύονταν» όταν αντίκριζαν τους πλούσιους σφουγγαρότοπους του βυθού.
Οι γυναίκες των σφουγγαράδων, που έμεναν στο σπίτι και αναλάμβαναν όλες τις δουλειές της στεριάς (αγροτικές και οικιακές), έφτασαν κάποια στιγμή στο αμήν. Όλες οι Καλυμνιώτισσες κυκλοφορούσαν μαυροφορεμένες. Έχαναν πατέρες, συζύγους και γιους. Ονόμασαν το σκάφανδρο «φόρεμα του θανάτου» και έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να σταματήσει να χρησιμοποιείται.
Παρά την μικρή περίοδο που το πέτυχαν, τα έσοδα έπεσαν και οι άνθρωποι του νησιού άρχισαν πάλι να παίρνουν την κάτω βόλτα οικονομικά. Έτσι, η χρήση του επανήλθε. Ακολούθησαν το φερνέζ και ο ναργιλές, εξαρτήματα τα οποία ήταν πολύ ελαφρύτερα και ασφαλέστερα από το σκάφανδρο, τα οποία ήταν προάγγελοι των καταδυτικών στολών που γνωρίζουμε σήμερα.
Οι λιγοστοί σφουγγαράδες που έχουν απομείνει, βουτούν πλέον με υπερσύγχρονο εξοπλισμό ασφαλείας. Το νησί παραμένει ο ηγέτης στο εμπόριο και την επεξεργασία φυσικών σφουγγαριών παγκοσμίως. Οι ντόπιοι έμποροι εισάγουν ακατέργαστα σφουγγάρια (ακόμα και από την Καραϊβική ή τη Λιβύη). Στα παραδοσιακά εργαστήρια της Καλύμνου, έμπειροι τεχνίτες τα πλένουν, τα ψαλιδίζουν και τα επεξεργάζονται με τις παλιές, μυστικές τους μεθόδους πριν τα εξάγουν σε όλο τον κόσμο. Η σπογγαλιεία παραμένει χαραγμένη στο DNA του νησιού και των ανθρώπων του.
Βιβλιογραφία:
Encyclopedia of the Hellenic World, Boeotia
Σπογγαλιεία στην Κάλυμνο - ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ"
