Ο ακμαίος οικισμός της Προϊστορίας μας

Ο ακμαίος οικισμός της Προϊστορίας μας

Κατά την προϊστορική εποχή, στην Ελλάδα, οι άνθρωποι ακολουθούσαν τον τρόπο ζωής που ακολουθούσαν όλοι όσοι ζούσαν τότε. Περιπλανιόντουσαν από τόπο σε τόπο και ακολουθούσαν ντα κοπάδια των ζώων, ώστε να κυνηγούν και να μπορούν να τρέφονται. Μέχρι την στιγμή, που όλα αυτά άλλαξαν.

Είχε έρθει η ώρα να αλλάξει η μορφή ζωής των τότε ανθρώπων. Τότε, ήταν η στιγμή που σε μια γωνιά της Ελλάδας, δημιουργήθηκε ένας από τους αρχαιότερους οικισμούς της Ευρώπης. 

Στην αρχή της Νεολιθικής Εποχής, το 6.000 π.Χ., διάφορες ομάδες ανθρώπων που ταξίδευαν με τα πόδια στην σημερινή Ελλάδα, αποφάσισαν για πρώτη φορά να εγκατασταθούν σε κάποιο μέρος μόνιμα. Αλλά όχι σε οποιοδήποτε μέρος.

Παρά την πλήρη απουσία των μέσων που κατέχουμε σήμερα για να δούμε που αξίζει να χτίσουμε το σπιτικό μας, οι άνθρωποι τότε, παρότι δεν είχαν επιχειρήσει ξανά να μείνουν σε ένα μέρος, φαίνεται ότι επέλεξαν μια τοποθεσία που τους επέτρεπε να ζήσουν καλά χωρίς να χρειάζεται να μετακινούνται συνεχώς.

Στην περιοχή της σημερινής Θεσσαλίας, στην Μαγνησία, σε έναν λόφο κοντά στο χωριό Σέσκλο, ξεκίνησαν να χτίζουν τότε τις πρώτες τους κατοικίες. Αυτή η τοποθεσία βρισκόταν ανάμεσα σε ρέματα, τα οποία τους προμήθευαν με άφθονο νερό, το ζωτικότερο αγαθό για μία ανθρώπινη εγκατάσταση. 

Όσο περνούσαν τα χρόνια, ή ακριβέστερα οι χιλιετίες, ο οικισμός φαίνεται ότι ευημερούσε. Στην ακμή του έφτασε την Μέση Νεολιθική περίοδο (5η χιλιετία π.Χ.). Τότε, επίκεντρό του (δηλαδή μια πρώιμη ακρόπολη) ήταν η κορυφή του λόφου. Εκεί, όπως και στην υπόλοιπη πλαγιά και την γύρω περιοχή, είχαν φτάσει να χτιστούν 500-800 σπίτια.

Οι κάτοικοι του οικισμού, είχαν τις κλασικές προϊστορικές ασχολίες εκείνης της περιόδου. Χαμηλά, στις επίπεδες εκτάσεις εκατέρωθεν του λόφου, καλλιεργούσαν και παράλληλα έκτρεφαν ζώα. Γι’ αυτό και ο οικισμός τους χαρακτηρίστηκε χιλιάδες χρόνια μετά, ως ένας από τους σημαντικότερους οικισμούς της εποχής, αφού απαντά στο λεγόμενο «νεολιθικό τρίπτυχο»: την μόνιμη κατοίκηση, την γεωργία και την κτηνοτροφία.

Παράλληλα, κυρίως όσοι βρίσκονταν εντός των κατοικιών τους, αλλά και εντός άλλων κτισμάτων του οικισμού, ασχολούταν με την κεραμική. Μαγειρικά σκεύη και περίτεχνα κεραμικά αγγεία άλλου τύπου, φτιάχνονταν συστηματικά και διακοσμούνταν με συγκεκριμένα σχέδια. Όλα αυτά, αποτέλεσαν αιώνες μετά το κλειδί για να βρεθεί πότε ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι και επέτρεψε την δημιουργία του όρου «πολιτισμός του Σέσκλου».

Ο «πολιτισμός του Σέσκλου» λοιπόν - και όσοι ανήκαν σε αυτόν - ζούσε μια ωραία ήσυχη απ’ ότι φαίνεται ζωούλα, καλλιεργώντας, εκτρέφοντας και παράγοντας χρηστική τέχνη. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν έλειπαν εξ ολοκλήρου οι κίνδυνοι. Γι’ αυτό η ακρόπολη, αλλά και όλες οι υπόλοιπες κατοικίες, περιβάλλονταν από τείχη. Εντός τους, κυκλοφορούσαν όλοι στα δρομάκια και στις πλατείες ανενόχλητοι.

Μετά από τόσο καιρό, ήρθε κάποια στιγμή και η καταστροφή. Την 5η χιλιετία π.Χ., ο οικισμός πλήχθηκε πιθανότατα από μια μεγάλη πυρκαγιά. Οι άνθρωποί του τον εγκατέλειψαν. Για 500 και πλέον χρόνια, παρέμεινε άδειος και ερημωμένος. Μέχρι την Νεότερη Νεολιθική Εποχή, όποτε και ξανακατοικήθηκε μόνο η ακρόπολή του. Εκείνη την περίοδο μάλιστα, φαίνεται ότι στην κορυφή, είχε χτιστεί ένα «μέγαρο», ένα μακρόστενο οικοδόμημα της εποχής, συνήθως κατοικία του «αρχηγού» της εκάστοτε κοινότητας εκείνης της περιόδου.

Ο οικισμός δεν φαίνεται να κατοικήθηκε τους επόμενους αιώνες. Τα ερείπιά του, ανακαλύφθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Χρήστος Τσούντας, ο λεγόμενος «πατέρας της ελληνικής Προϊστορικής Αρχαιολογίας», ξεκίνησε τις ανασκαφικές έρευνες στον λόφο Καστράκι (όπως λέγεται σήμερα), το 1901-1902. Τις συνέχισε ο Δ. Ρ. Θεοχάρης το 1956 και το 1972, τις επέκτεινε και στην γύρω περιοχή, όπου βρέθηκαν κι άλλα ευρήματα του ίδιου οικισμού. 

Το Σέσκλο δεν είναι απλώς ένας ακόμη αρχαιολογικός χώρος, αλλά το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο οικισμός αυτός μας δείχνει πώς οι πρώτοι γεωργοί και κτηνοτρόφοι κατάφεραν να δαμάσουν τη φύση, να χτίσουν οργανωμένες κοινωνίες και να δημιουργήσουν μια σπουδαία χρηστική τέχνη. Χάρη στη διορατικότητα και το έργο του Χρήστου Τσούντα, το Σέσκλο παραμένει μέχρι σήμερα ένας φωτεινός οδηγός για την κατανόηση των προϊστορικών μας ριζών. 

 

Βιβλιογραφία:

Υπουργείο Πολιτισμού

Μηχανή του Χρόνου

Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

ΟΔΑΠ

Διαβάστε Περισσότερα