Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ παραιτήθηκε χθες από την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος σε μια αναμενόμενη εξέλιξη καθώς είχε χάσει την εμπιστοσύνη των βουλευτών και των κορυφαίων στελεχών του ίδιου του κόμματος του, έπειτα από μια σοβαρή εσωκομματική εξέγερση και την κατακόρυφη πτώση της δημοτικότητάς του.
Σε διάγγελμά του έξω από την Ντάουνινγκ Στριτ, ο Στάρμερ επεσήμανε ότι θα παραμείνει στη θέση του πρωθυπουργού καθ' όλη τη διαδικασία διαδοχής, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει στις 9 Ιουλίου και να ολοκληρωθεί πριν από τη θερινή διακοπή του βρετανικού κοινοβουλίου.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός υπερασπίστηκε το έργο της κυβέρνησής του κατά τα δύο τελευταία χρόνια, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων πως η οικονομία αναπτύχθηκε περισσότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες, οι μισθοί αυξήθηκαν ταχύτερα από τον πληθωρισμό, μειώθηκαν οι λίστες αναμονής στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), ενισχύθηκαν τα δικαιώματα εργαζομένων και ενοικιαστών, αυξήθηκαν σημαντικά οι αμυντικές δαπάνες, περιορίστηκαν οι αφίξεις μεταναστών μέσω της θάλασσας της Μάγχης, ενώ επετεύχθη η έξοδος περίπου μισού εκατομμυρίου παιδιών από τη φτώχεια.
Θα αναρωτηθεί βέβαια κανείς, τότε γιατί αναγκάστηκε στην ουσία να αποχωρήσει από την ηγεσία των Εργατικών;
Oι λόγοι πίσω από την αποχώρηση
H χθεσινή αποχώρηση καθιστά τον Στάρμερ τον έβδομο Βρετανό πρωθυπουργό που παραιτείται μέσα στην τελευταία δεκαετία, μια περίοδο πολιτικής αστάθειας που ξεκίνησε με το δημοψήφισμα του Brexit το 2016.
Τα αίτια της πτώσης του είναι καθαρά εσωκομματικά, οικονομικά και εκλογικά.
Το Εργατικό Κόμμα υπέστη μια από τις χειρότερες ήττες της ιστορίας του στις τοπικές και περιφερειακές εκλογές του Μαΐου 2026, με το δεξιό λαϊκίστικο κόμμα Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ να παίρνει σημαντικό «κεφάλι», κάτι που πανικόβαλε τους βουλευτές των Εργατικών.
Η εκλογική ήττα οφείλεται προφανώς σε αντιδημοφιλείς αποφάσεις όπως η απόσυρση του επιδόματος θέρμανσης για εκατομμύρια ηλικιωμένους, μια απόφαση που προκάλεσε οργή και δεν υπήρχε στο προεκλογικό του μανιφέστο.
Εξίσου αντιδημοφιλείς ήταν τόσο η απόφαση για αύξηση των εργοδοτικών εισφορών και του κατώτατου μισθού, κάτι που αποξένωσε τον επιχειρηματικό κόσμο από την κυβέρνηση, όσο και η προσπάθεια επιβολής φόρου κληρονομιάς σε οικογενειακές φάρμες, η οποία προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις, αναγκάζοντάς τον Στάρμερ σε άμεση αναδίπλωση.
Όλα αυτά συνετέλεσαν στο να έχει ο Στάρμερ πρωτοφανή ποσοστά αρνητικής δημοφιλίας για Πρωθυπουργό στη Βρετανία και να χάσει τη στήριξη κορυφαίων στελεχών του, με τον Υπουργό Άμυνας να παραιτείται καταγγέλλοντας υποχρηματοδότηση των ενόπλων δυνάμεων, ενώ η αναπληρώτρια πρωθυπουργός Άντζελα Ρέινερ είχε παραιτηθεί νωρίτερα λόγω σκανδάλου φοροδιαφυγής.
Η χαριστική βολή όμως ήρθε από τον Άντι Μπέρναμ. Ο εξαιρετικά δημοφιλής πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ, Άντι Μπέρναμ, κέρδισε μια κρίσιμη επαναληπτική βουλευτική έδρα στο Makerfield.
Η επιστροφή του Μπέρναμ στο κοινοβούλιο λειτούργησε ως καταλύτης, καθώς οι Εργατικοί βουλευτές τον προώθησαν αμέσως για την ηγεσία, αναγκάζοντας τον Στάρμερ να παραδεχθεί ότι δεν διαθέτει πλέον την εξουσιοδότηση του κόμματός του.
Στην ουσία οι Εργατικοί φοβήθηκαν ότι αν τελικά παρέμενε ο Στάρμερ στην πρωθυπουργία όλη την τετραετία, η άνοδος του Φάρατζ θα ήταν μη αναστρέψιμη. Αυτό προκάλεσε πολύ μεγάλες αναταράξεις, όχι μόνο μέσα στο Εργατικό κόμμα, αλλά και σε όλο το κατεστημένο της Βρετανίας και των Συντηρητικών, οι οποίοι επίσης βρίσκονται σε δύσκολη θέση.
Όπως είπε χθες και ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, Δημήτρης Παπαδημητρίου, αυτή η αλλαγή αποτελεί στην ουσία μια απέλπιδα προσπάθεια να ανακοπεί ο κίνδυνος της ανόδου του Φάρατζ στην εξουσία.
(σ.σ: Τη συνέντευξη του καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, Δημήτρη Παπαδημητρίου, όσον αφορά τα όσα διαδραματίζονται στη Μ.Βρετανία μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ).
Οι επιπτώσεις στην οικονομία
Το ερώτημα βέβαια καθώς ξεκινά η διαδικασία διαδοχής, με τον νέο ηγέτη των Εργατικών να αναλαμβάνει και τα ηνία της χώρας, είναι αν θα υπάρξουν και άλλοι διεκδικητές της ηγεσίας των Εργατικών. Μια τέτοια εξέλιξη θα πυροδοτούσε έντονο εσωκομματικό ανταγωνισμό και επιπλέον φθορά στο κόμμα, σύμφωνα με αναλυτές.
Προς το παρόν η αντίδραση των αγορών στην παραίτηση του Κιρ Στάρμερ χαρακτηρίζεται από σχετική ψυχραιμία, καθώς είχε σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί.
Ο δείκτης FTSE 100 απέχει 4% από τα υψηλά του επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, ενώ σαφώς μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα υπάρχει στην αγορά των ομολόγων- Gilts- με την 10ετία να βρίσκεται πλέον στα υψηλά επίπεδα του 4,8%!
Αν και λοιπόν οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από την οικονομική ατζέντα του διαδόχου του Στάρμερ, η αγορά των κρατικών ομολόγων η οποία είναι πιο ευαίσθητη στις πολιτικές αλλαγές λόγω των φόβων για τη δημοσιονομική πειθαρχία έχει ήδη χτυπήσει «κόκκινο» με αποδόσεις που θυμίζουν το 2007.
Ο φόβος για αυξημένες δαπάνες είναι αυτός που κρατάει τους επενδυτές μακριά από τα μακροπρόθεσμα βρετανικά ομόλογα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το βρετανικό 30ετές κινείται πέριξ του 5,5%.
Υπάρχει προφανώς έντονη ανησυχία ότι ο πιθανός διάδοχος του Στάρμερ, Άντι Μπέρναμ, θα μετακινήσει την κυβέρνηση πιο αριστερά, αυξάνοντας τις δημόσιες δαπάνες και τον κρατικό δανεισμό.
Αντίθετα, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, το χρηματιστήριο επιδεικνύει σθεναρή αντίσταση, κυρίως χάρη στο γεγονός ότι οι περισσότερες εταιρείες του FTSE 100 αντλούν τα έσοδά τους από το εξωτερικό. Ως εκ τούτου επηρεάζονται περισσότερο από τις παγκόσμιες εξελίξεις -π.χ. τις ειρηνευτικές συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν- παρά από το βρετανικό πολιτικό δράμα.(σ.σ: O FTSE 250 αντικατοπτρίζει περισσότερο την εγχώρια οικονομία, και ως εκ τούτου τις επόμενες ημέρες ίσως έχει περισσότερο νόημα η παρακολούθηση του, προκειμένου να βγάλει κανείς ασφαλή συμπεράσματα για το πώς αντιμετωπίζουν οι επενδυτές τις πολιτικές εξελίξεις στη Μ.Βρετανία).
Όσον αφορά τώρα τη στερλίνα, έχει παραμείνει σχετικά σταθερή έναντι ευρώ και δολαρίου, αν και ορισμένοι αναλυτές περιμένουν περαιτέρω μεταβλητότητα τις επόμενες ημέρες.
Αυτό που παρατηρεί πάντως κανείς είναι ότι μέχρι στιγμής η παραίτηση του Στάρμερ δεν προκαλεί πανικό, καθώς ορίζει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα διαδοχής μέχρι το φθινόπωρο, μειώνοντας την παρατεταμένη ακυβερνησία.
Όπως και να έχει η αλλαγή ηγεσίας στους Εργατικούς δημιουργεί ένα νέο, περίπλοκο σκηνικό για την Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση να διατηρήσει τη νομισματική σταθερότητα εν μέσω πολιτικής αβεβαιότητας.
Η επίδραση στα επιτόκια αναμένεται να κινηθεί σε δύο φάσεις:
-Βραχυπρόθεσμα η BoE αναμένεται να υιοθετήσει μια στάση αναμονής, καθώς παραδοσιακά αποφεύγει τις επιθετικές κινήσεις κατά τη διάρκεια πολιτικών κρίσεων για να μην τροφοδοτήσει την αστάθεια των αγορών, γεγονός που περιορίζει τις πιθανότητες για άμεσες μειώσεις επιτοκίων στους επόμενους μήνες.
-Μεσοπρόθεσμα όμως η πορεία των επιτοκίων θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τον προϋπολογισμό που θα καταθέσει η νέα κυβέρνηση το φθινόπωρο.
Αν ο νέος πρωθυπουργός εφαρμόσει μια πολιτική αυξημένων δημοσιονομικών δαπανών, κρατικών επενδύσεων και στήριξης των χαμηλών εισοδημάτων για να κερδίσει τους ψηφοφόρους, η οικονομία θα δεχθεί τονωτική ένεση, αλλά οι αυξημένες δαπάνες θα τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό. Η Τράπεζα της Αγγλίας θα υποχρεωθεί λοιπόν να διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα ή και να τα αυξήσει, για να «ψύξει» την αγορά.
Αν η νέα ηγεσία επιλέξει να καθησυχάσει το City του Λονδίνου, διατηρώντας τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες της προηγούμενης κυβέρνησης, ο πληθωρισμός θα παραμείνει υπό έλεγχο, επιτρέποντας στην BoE να συνεχίσει την ομαλή μείωση των επιτοκίων προς το τέλος του έτους, προσφέροντας ανακούφιση στις βρετανικές επιχειρήσεις, για τις οποίες το χρηματοδοτικό κόστος παραμένει υψηλό, ενώ την ίδια στιγμή φρενάρονται και οι προγραμματισμένες επενδύσεις μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο της διαδοχής.
Η Βρετανία δεν είναι το μόνο πολιτικό μέτωπο
H γηραιά Ήπειρος διανύει μια περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης και κυβερνητικής αστάθειας, η οποία πλήττει τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης, με κυριότερες τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Ο συνδυασμός της οικονομικής επιβράδυνσης λόγω των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή που πίεσε τις ενεργειακές τιμές με άμεσο αντίκρισμα στον πληθωρισμό, έφερε την άνοδο αντισυστημικών και δεξιών-λαϊκιστικών κομμάτων που έχει δημιουργήσει εστίας κρίσης σε όλο το ευρωπαϊκό μπλοκ.
Η Γαλλία βρίσκεται βέβαια πριν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή σε μια εξαιρετικά ευάλωτη οικονομική και πολιτική φάση.
Mετά το «χάος» που προκάλεσε η διάλυση της Βουλής το 2024 και οι διαδοχικές πτώσεις κυβερνήσεων όπως του Μισέλ Μπαρνιέ, η Γαλλία βρίσκεται υπό την πρωθυπουργία του Σεμπαστιάν Λεκορνύ.
Ο Λεκορνύ ηγείται μιας εύθραυστης κυβέρνησης που δεν διαθέτει πλειοψηφία αλλά κατάφερε να περάσει τον προϋπολογισμό του 2026, επιβιώνοντας οριακά από δύο προτάσεις μομφής, αλλά μόνο αφού έκανε τεράστιες υποχωρήσεις στην αριστερά και την ακροδεξιά όπως το πάγωμα της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης.
Η απειλή κατάρρευσης της κυβέρνησης είναι σχεδόν μόνιμη: Κάθε νομοσχέδιο απαιτεί επίπονες διαπραγματεύσεις, καθώς η Εθνοσυνέλευση είναι χωρισμένη στα τρία, ήτοι στην Αριστερά με το Νέο Λαϊκό Μέτωπο, στο Κέντρο του Μακρόν και την Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν.
Και όλα αυτά ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα -κοντά στο 5,1% για το 2026- ενώ το δημόσιο χρέος της καλπάζει προς το 120% του ΑΕΠ.
Λόγω ακριβώς του πολιτικού αδιεξόδου, η κυβέρνηση αδυνατεί να περάσει σκληρά μέτρα λιτότητας και αναγκάζεται σε «πάγωμα» δαπανών. Γι’αυτό οι αγορές αντιμετωπίζουν τα γαλλικά ομόλογα με αυξανόμενη δυσπιστία, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού της χώρας.
Σε βαθιά εσωτερική κρίση βρίσκεται και η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, υπό τον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σχεδόν το 60% των Γερμανών πιστεύει ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα καταρρεύσει πρόωρα, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει τεράστια εσωτερική διαμάχη για τις μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό και την υγεία.
Η Γερμανία μόλις εξήλθε οριακά από την ύφεση, με την ανάπτυξη για το 2026 να υπολογίζεται σε ένα αναιμικό 0,5% - 1% και με τη βιομηχανία της πλήττεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος και την απειλή δασμών από τις ΗΠΑ.
Ως εκ τούτου οι επιχειρηματικές προσδοκίες στη Γερμανία βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, παγώνοντας τις επενδύσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Deutsche Bank Research, η Ευρωζώνη συνολικά αντιμετωπίζει απότομη οικονομική επιβράδυνση, με την πρόβλεψη για το ΑΕΠ του 2026 να υποβαθμίζεται σε μόλις 0,5%. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη στο 0,9% για το 2026, αναθεωρημένη προς τα κάτω από προηγούμενη εκτίμηση για 1,2%, ενώ ο ΟΟΣΑ προβλέπει ανάπτυξη πέριξ του 0,8%.
Μια από τις σοβαρότερες πολιτικές και οικονομικές κρίσεις στη Ρουμανία
Στη Ρουμανία εξελίσσεται αυτή τη στιγμή μία από τις σοβαρότερες πολιτικές και οικονομικές κρίσεις της μετακομμουνιστικής ιστορίας της, με τη χώρα να βρίσκεται στα πρόθυρα οικονομικής αστάθειας τύπου «Ελλάδας του 2010».
Η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά χωρίς σταθερή κυβέρνηση εδώ και εβδομάδες, καθώς στις αρχές Μαΐου 2026, η φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση συνασπισμού του Πρωθυπουργού Ιλίε Μπολοζάν κατέρρευσε, μετά από πρόταση μομφής που κατέθεσαν από κοινού οι Σοσιαλδημοκράτες - PSD- και το ακροδεξιό κόμμα AUR.
Προκειμένου να αποφευχθούν πρόωρες εκλογές, ο Πρόεδρος Νικουσόρ Νταν διόρισε ως εντολοδόχο Πρωθυπουργό τον Άντριαν Βέστεα από το Κεντροδεξιό Φιλελεύθερο Κόμμα – PNL- ωστόσο, ο Πρόεδρος έκανε αυτή την κίνηση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των κομμάτων, με αποτέλεσμα το ίδιο το κόμμα του Βέστεα να απειλεί να τον διαγράψει.
O εντολοδόχος πρωθυπουργός της Ρουμανίας, ζήτησε αργά χθες, Κυριακή, ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο, ελπίζοντας να διασφαλίσει την απαιτούμενη στήριξη, χωρίς όμως να διαθέτει σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή, καθώς το ενδεχόμενο να σχηματίσει κυβέρνηση θεωρείται απίθανο χωρίς τη στήριξη της ακροδεξιάς αντιπολίτευσης.
Αν η παρούσα κρίση οδηγήσει σε εκλογές, η χώρα κινδυνεύει να αλλάξει γεωπολιτική τροχιά, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το ακροδεξιό, αντι-ευρωπαϊκό κόμμα AUR να προηγείται με 32%.
Η πολιτική παράλυση συμπίπτει με μια εξαιρετικά επικίνδυνη οικονομική συγκυρία. Η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ και η κρατική Επιτροπή Προβλέψεων της Ρουμανίας υποβάθμισαν τις εκτιμήσεις τους για την ανάπτυξη το 2026 στο 0% με 0,1% από 1% που προβλεπόταν αρχικά.
Η χώρα παρουσιάζει την ίδια στιγμή εξαιρετικά υψηλό πληθωρισμό-κοντά στο 6%- ενώ το 2025 κατέγραψε τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα ύψους 7,9% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα αυτό υπολογίζεται ότι το 2026 θα μειωθεί οριακά στο 6,2%
Λόγω της πολιτικής ακυβερνησίας, η χώρα αδυνατεί να εφαρμόσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την απορρόφηση 7,3 δισεκατομμυρίων ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ.
Τέλος, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης προειδοποιούν με υποβάθμιση των ρουμανικών ομολόγων στην κατηγορία των junk εξέλιξη που θα εκτινάξει το κόστος δανεισμού της χώρας. Σημειωτέον ότι τα 10ετή ομόλογα ήδη αγγίζουν το 6,9%.
Μια παρατεταμένη πολιτική κρίση στη Ρουμανία λοιπόν σε συνδυασμό με την οικονομική ασφυξία, δημιουργεί άλλο ένα μεγάλο μέτωπο αστάθειας στην Ευρώπη, δίπλα ακριβώς στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία.
Οι αγορές των μετοχών προς το παρόν αγνοούν την πολιτική κρίση στις παραπάνω χώρες, οι αγορές όμως των ομολόγων όχι.
*Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.
